Live τώρα    
Η Ενάτη του Μπετόβεν από την ΚΟΑ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η Ενάτη του Μπετόβεν από την ΚΟΑ

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Ακόμη και στην εποχή της εξοικείωσης με τα μεγάλα μεγέθη στη λυρική και ευρύτερα στη μουσική φόρμα, η παρουσίαση της 9ης συμφωνίας του Μπετόβεν, σε ρε ελάσσονα, έργ. 125, αποτελεί πάντοτε γεγονός. Δεν είναι εξάλλου τυχαίο ότι, στην Ελλάδα τουλάχιστον, όταν αναφερόμαστε στην ουσιαστικοποιημένη εκδοχή αυτού του αριθμητικού επιθετικού προσδιορισμού, εννοούμε, χωρίς περιθώριο εύλογης αμφιβολίας, την έσχατη των συμφωνιών του συγκεκριμένου συνθέτη.

Η πραγματικότητα αυτή, όπως και η αρχήθεν θριαμβευτική υποδοχή του έργου από το κοινό, στην ιστορική πρώτη παγκόσμια εκτέλεσή του υπό την μπαγκέτα του κωφού πλέον συνθέτη (Βιέννη, 7 Μαΐου 1824), δεν συναρτάται και δεν είναι νοητό να συναρτάται αποκλειστικά προς όρους μουσικής αισθητικής.

Με αδιαμφισβήτητη τη σύνθετη δομική της συγκρότηση, δυσχερέστερη στην κατανόηση για το κοινό της εποχής, εξαιτίας και των ελλείψεων της πρώτης εκτέλεσής της, η Ενάτη, ως έργο ενδεχομένως όχι πρωτοφανές υπό την έννοια συμμετοχής χορωδιακών δυνάμεων στη συμφωνική πλοκή, επιβλήθηκε μολαταύτα αμέσως λόγω του δυσχερώς παρερμηνεύσιμου πανανθρώπινου και συνάμα προσωπικού μηνύματός της.

Ενός μηνύματος που εξακολουθεί να δονεί τον βιωματικό σεισμογράφο αλλεπάλληλων ανθρώπινων γενεών, ενώ γίνεται αβίαστα αντικείμενο ιδιοποίησης από κάθε λυτρωτική έξαρση ελευθερίας λαών, εθνών και ανθρώπων. Και μάλιστα στο ευγενές επίπεδο της οικουμενικής εμβέλειας που διασφαλίζει το ποιητικό υπόστρωμα του Φρήντριχ Σίλλερ ως όχημα της θριαμβευτικής ολοκλήρωσής της.

Όσοι παρακολουθούν τη μουσική ζωή στην κεντρική Ευρώπη γνωρίζουν ίσως, αντί άλλων παραδειγμάτων, τη συνεχή επιστροφή της Ενάτης ως μόνου «πιάτου» της παραμονής της Πρωτοχρονιάς στο Γκεβάντχάουζ της Λειψίας, κατά το καθιερωμένο απογευματινό Silvesterkonzert, ώστε οι ίδιοι ελάχιστα να ξενίζονται από την επιλογή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών και του καλλιτεχνικού διευθυντού της Στέφανου Τσιαλή για τον προγραμματισμό της ως κύριου έργου της προχριστουγεννιάτικης συναυλίας της 9ης Δεκεμβρίου.

Ως κίνδυνος, φυσικά, στην αναμέτρηση με τις ιδιαίτερες απαιτήσεις αυτού του συμφωνικού οροσήμου, ακριβώς λόγω της σύγχρονης πληθώρας των παρουσιάσεών του, αναδεικνύεται ο ακούσιος περιορισμός του σε ύλη τεχνικά ευκρινούς, αλλά μουσικά ωχρής διαδρομής του. Προς ευχάριστη έκπληξή μας, λοιπόν, σπεύδουμε να σημειώσουμε προκαταβολικά ότι η συγκεκριμένη συναυλία τόλμησε διακινδυνεύσεις που αθροίσθηκαν σε έναν ερμηνευτικό φανατισμό απαραίτητο για τη δικαίωση αυτού του κάθε άλλο παρά ουδέτερου αριστουργήματος.

Έτσι, μετά την -δίκην ορεκτικού- εισαγωγή του Μπετόβεν, υπό τον τίτλο «Βασιλιάς Στέφανος», και ήδη από τις εναρκτήριες πέμπτες της ομιχλώδους έναρξής της, η ανάγνωση της 9ης Συμφωνίας δρομολογήθηκε σε ασφαλείς βάσεις πειθαρχημένης αυστηρότητας, σεσημασμένης από την αδυσώπητη επικυριαρχία της ειμαρμένης.

Με μάλλον ταχύ αγωγικό παλμό, χωρίς ρομαντική διόγκωση δισταγμών και παύσεων, αλλά και με απόσταση από αυθεντικιστική ακαμψία και προσποιητή ελαφράδα, η διέλευση της «μετρίως μεγαλειώδους» πρώτης κίνησης εντυπωσίασε με την οργή του τυμπανισμού και την απειλητικότητα των χάλκινων κατά την επανέκθεση του πρώτου θέματος, οδηγώντας σε εντυπωσιακή κλιμάκωση οργίλης μπετοβενικής προμηθεϊκότητας.

Εγερτήριο υπήρξε και το κυριολεκτικά βακχικό molto vivace που ακολούθησε, με τήρηση της προβλεπόμενης επανάληψης και με λυτρωτικής ακρίβειας και ταχύτητας ανταλλαγές των ξύλινων με τα εξ ίσου εν εγρηγόρσει έγχορδα. Διόλου τυχαία, λοιπόν, και η ενθουσιώδης αντίδραση του νεανικού κοινού, προνομιακά εξοικειωμένου με την αδρεναλίνη!

Για πολλούς παριστάμενους, ωστόσο, διαφωνία ήγειρε, περισσότερο και από την ορισμένη παράβλεψη του χιούμορ στο τρίο της δεύτερης κίνησης, η αμείλικτα μετρονομική και εμπροσθοβαρής αντίληψη του απολλώνιου κατά τα ειωθότα τρίτου μέρους, που δεν αναχωρούσε μόνον από μια μέση αίσθηση για την ένδειξη adagio molto, αλλά και, κυρίως, από τη συνοδευτική υπόδειξη του cantabile. Σε κάθε περίπτωση και αυτό το στάδιο υπηρέτησε την αδιάλειπτης εσωτερικής έντασης μετάβαση σε μια δυναμική απόδοση του χορωδιακού τελευταίου μέρους.

Η «Ωδή στη χαρά» υπηρετήθηκε με ενέργεια από τις χορωδίες της ΕΡΤ και του Δήμου Αθηναίων (σε διδασκαλία Νατάσσας Αγγελοπούλου και Σταύρου Μπερή), αλλά και από ένα υψηλού επιπέδου και διεθνούς αναγνωρισιμότητας φωνητικό κουαρτέτο (Μιχαέλα Κάουνε, Μανουέλα Μπρες, Μάριο Τζεφίρι) με εξάρχοντα τον βαρύτονο Δημήτρη Τηλιακό, ευεργετικά φωτεινής εκφοράς και πεντακάθαρης άρθρωσης.

Ο εκ μέρους του εκφραστικά φορτισμένος κόμβος επίγνωσης στο «sondern» (όμως) του εισαγωγικού ρετσιτατίβου του υπήρξε μια ακόμη ψηφίδα ερμηνείας η οποία, κατά την μπετοβενική επιθυμία, βρήκε συνολικά τον στόχο της στην καρδιά μας...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0