της Λήδας Καζαντζάκη
Η τέχνη των γκράφιτι γεννήθηκε στις υπόγειες διαβάσεις του μετρό και στους τοίχους υποβαθμισμένων συνοικιών της Νέας Υόρκης στα τέλη της δεκαετίας του '60. Ήταν κατ' αρχάς μια μορφή αντίδρασης νεαρών Αφροαμερικανών και Πουερτορικανών στην πλειονότητά τους, στις άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους στα γκέτο όπου τους είχε ωθήσει η καθεστηκυία τάξη. Με εικόνες φτιαγμένες με φτηνά υλικά, συγγενείς, μέσα στον πριμιτιβισμό των φιγούρων και των συμβόλων τους από τη μία και μέσα στην πολυχρωμία τους από την άλλη, με τη λαϊκή τέχνη της Λατινικής Αμερικής αλλά και της Αφρικής. Εικόνες που ανάβλυζαν μια πηγαία δημιουργικότητα, κραύγαζαν για ελευθερία της έκφρασης, χωρίς όμως να συνδέονται άμεσα, στο ξεκίνημά τους τουλάχιστον, με συγκεκριμένα αιτήματα για πολιτικές ή κοινωνικές αλλαγές.
Στη διάρκεια του χρόνου αυτό άλλαξε, όχι μόνο στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη, όταν άρχισαν να αποτυπώνονται, από τη δεκαετία του '80, και εκτός των ορίων αυτών των περιθωριοποιημένων «μη τόπων» για πολλούς, όταν άρχισαν με τον πολιτικό τους σχολιασμό να ενοχλούν τους ευυπόληπτους κατοίκους της Ζυρίχης, του Άαχεν, του Βερολίνου ή του Αμβούργου και επιβλήθηκε το γράμμα του νόμου, επιβάλλοντας στους δημιουργούς τους αυστηρά πρόστιμα, μια και το κόστος των επιχρισμάτων βάραινε τον φορολογούμενο πολίτη.
Αυτά λέγονται για την ιστορία. Και για να ξέρουμε γιατί μιλάμε όταν κρίνουμε τα γκράφιτι που προέβαλαν αίφνης σε τμήματα της πρόσοψης του ΕΜΠ. Και προκάλεσαν αίφνης μια θύελλα αντιδράσεων πανεπιστημιακών δασκάλων, διευθυντών μουσείων, εικαστικών που έσπευσαν να τα χαρακτηρίσουν ως πράξη βανδαλισμού, κακοποίησης ή αλλοίωσης της αρχιτεκτονικής και του χαρακτήρα ενός ιστορικού κτηρίου. Αναρωτιόμουν, όταν διάβαζα τις περισσότερες από αυτές τις δηλώσεις, για ποιο κτήριο μιλούσαν οι άνθρωποι αυτοί, παρ' ότι κάποιοι είναι διδάσκοντες εκεί, αν το είχαν δει συνειδητά ποτέ από κοντά πριν και μετά τη δράση αυτή. Διότι οι τοίχοι του Πολυτεχνείου, όπως και οι τοίχοι πολλών άλλων κτηρίων αυτής της πόλης, δείχνουν εδώ και χρόνια την εμφανή εγκατάλειψη του δημόσιου χώρου ή, πολύ περισσότερο, την απαξίωσή του. Τα συγκεκριμένα γκράφιτι κάλυψαν ένα συνονθύλευμα από σκισμένες αφίσες, σβησμένα και νέα συνθήματα με μια εικόνα ενιαία, χωρίς να καταστρέψουν διακοσμητικά ή δομικά στοιχεία του κτηρίου. Άρα σίγουρα δεν πρόκειται για βανδαλισμό.
Δεν θέλω όμως να μπω στην «παγίδα», όπως τη χαρακτήρισε ένας οξύνους φίλος, νεαρός εικαστικός, της αισθητικής αποτίμησης αυτής της δράσης. Προσωπικά μου έκοψε την ανάσα με τις επιθετικές, σχηματοποιημένες καμπύλες γραμμές, τις αντλημένες από τη φύση που μας παραπέμπουν στις απαρχές του μοντερνισμού. Δεν είναι αυτό το ζητούμενο, αν και συνδέεται άμεσα με τη χαμένη αισθητική και τη χαμένη αξιοπρέπεια αυτής της πόλης, αυτής της χώρας και των κατοίκων της. Ούτε θέλω να μείνω σε επιδερμικές ψυχογραφήσεις των δημιουργών που δημοσιοποιήθηκαν. Φυσικά και ήθελαν συνειδητά να προκαλέσουν και να εντυπωσιάσουν. Άλλως γιατί να το πράξουν;
Θέλω όμως να επιμείνω στα ερωτήματα που γέννησε το πρώτο συναίσθημα ασφυξίας που ένιωσα όταν αντίκρισα τους τοίχους του Πολυτεχνείου: Γιατί η ομάδα αυτή επέλεξε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή για να τους βάψει έτσι, με μια κυβέρνηση της Αριστεράς να παλεύει στημένη με την πλάτη στον τοίχο για την ανασύνθεση του δημόσιου χώρου, της δημόσιας Παιδείας, της δημόσιας Υγείας; Πού βρίσκονται τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης και πώς αυτά πρέπει να οριστούν, έτσι ώστε όποιος τα προσβάλλει να γνωρίζει ότι θα πληρώσει και το τίμημα της παραβίασής τους; Πώς θα μάθουμε να τηρούμε αυτά τα όρια ως όρια της δικής μας ελευθερίας της έκφρασης στον δημόσιο χώρο που είναι και ο δικός μας χώρος; Ποιος ήταν εν τέλει ο στόχος της πράξης αυτής, πέραν της πρόκλησης που προκάλεσε και απογύμνωσε σε όλη του την εμβέλεια την κυρίαρχη, μικροαστική νοοτροπία στην ελληνική επικράτεια περί υψηλής και χαμηλής τέχνης;