1. Διατρέχοντας αυτές τις μέρες τους τεράστιους δήμους της Β΄ Αθήνας, ανάμεσα στα πορτοκάλια των λαϊκών αγορών, στα μάτια των τεχνικών της τηλεόρασης, στα φιλόξενα σπίτια των φίλων, αισθάνομαι την κομμένη ανάσα ενός λαού που περιμένει το αύριο με τον ΣΥΡΙΖΑ. Με προσδοκίες που δεν τολμούν να διατυπωθούν. Με αμφιβολίες βαθιά ριζωμένες από τις επάλληλες διαψεύσεις. Με τον φόβο ότι λίγα μπορούν να γίνουν και αν μας αφήσουν να τα κάνουμε. Μπαινοβγαίνοντας στα κατάφωτα, άδεια μαγαζιά, κουβαλώντας τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. «...Για να διαβάσετε» λέω «τις δεσμεύσεις μας, για να μπορείτε να μας ελέγχετε αύριο αν δεν τα κάνουμε...».
Με κοιτούν στα μάτια, με πιάνουν από το μανίκι: «...Μη μας υπόσχεστε πολλά, μη γίνετε σαν τους άλλους, μην μας προδώσετε...». Τρεις φράσεις που με ακολουθούν από το πρωί μέχρι τα βράδυ. Τις νιώθω βαριές στους ώμους μου. Λέω: «...Αν είσαστε δίπλα μας αύριο, δεν θα γίνουμε σαν τους άλλους. Αν είστε στους δρόμους, δεν θα απομακρυνθούμε από εσάς. Μη μας αφήσετε μόνους...».
Στη δική τους αγωνία απαντώ με τη δική μας αγωνία: Να σταθεί ο λαός δίπλα μας, να εγερθεί, να στηρίξει την κυβέρνηση της Αριστεράς. Με ποιες διαδικασίες μπορεί να επιτευχθεί αυτή η συμμετοχή; Ποια κίνητρα πρέπει να υπάρξουν για να νιώσει ο λαός συμμέτοχος; Εμείς γνωρίζουμε ότι αυτή η συμμετοχή είναι η δύναμή μας, το μέτρο των πράξεων, η ισχύς των αποφάσεων. Οφείλουμε να ανοίξουμε διαύλους και δομές για να συγκροτηθεί η συμμετοχή και να δώσουμε κίνητρα για να μαζικοποιηθεί.
Άκουσα ένα βράδυ στη δομή αλληλεγγύης του Αγίου Δημητρίου την Τασούλα Βερβενιώτη, ιστορικό της κατοχής, να εξηγεί πως η αλλαγή του πλαισίου συνεπάγεται αλλαγή ταυτοτήτων και πως ο λαός εγείρεται όταν αρχίζει και αχνοφαίνεται η ελπίδα. Χρησιμοποίησε ένα ιστορικό παράδειγμα, τη μαζικοποίηση του ΕΑΜ το 1943, όταν ο Χίτλερ ηττήθηκε στο Στάλινγκραντ και έσπασε το μέτωπο της Αφρικής. Η ελπίδα ότι ο φασισμός μπορούσε να ηττηθεί κινητοποιούσε τον λαό και πύκνωνε κατά χιλιάδες τις τάξεις του ΕΑΜ. (Συγγνώμη, Τασούλα, αν λέω άγαρμπα όσα εσύ με τόση αξιοπιστία και ακρίβεια αναλύεις).
2. Στις εβδομαδιαίες συνεδριάσεις κάθε Τετάρτη, της Επιτροπής Προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ -στο φιλόξενο γραφείο του αντιπροέδρου της Βουλής- ένας μεγάλος πλούτος θέσεων που παρήγαγαν τα τμήματα του ΣΥΡΙΖΑ τίθετο στη μεθοδολογική ταξινόμηση της επιτροπής και τις διεισδυτικές παρατηρήσεις του Γιάννη Δραγασάκη, του Αριστείδη Μπαλτά και ημών των υπολοίπων. Συγχρονικότητες (άμεσα μέτρα και μεσοπρόθεσμα), θεματικές, προτεραιότητες, καθορισμός υποκειμένων, τοπικότητες και υπερτοπικότητες εδράζονται σε έγκυρες αναλύσεις της υφιστάμενης κατάστασης και οδηγούν σε προτάσεις που διαπερνώνται από τη λογική και το όραμα της Αριστεράς.
Στον β' όροφο της Βουλής ξεδιπλώνεται η ανασυγκρότηση της χώρας, ενώ στο ισόγειο, στην Ολομέλεια, ψηφίζεται το πιο αμοραλιστικό και καταστροφικό θεσμικό οπλοστάσιο του νεοφιλελευθερισμού. Η επιτροπή προγράμματος μου άνοιξε νέους ορίζοντες, σκέψης και προβληματισμού. Αποκάλυψε τις τεράστιες δυνατότητες της αριστερής διανόησης και του κόμματός μας και έδωσε το υπόβαθρο για τα άμεσα μέτρα του προγράμματός μας, όπως τα διατύπωσε αυθεντικά ο Αλέξης Τσίπρας στο πρόσφατο διαρκές συνέδριο.
3. Ο ΣΥΡΙΖΑ μού επεφύλαξε μια μεγάλη τιμή, τη δεύτερη θέση στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας, και μετά η κοινοβουλευτική ομάδα με έθεσε επικεφαλής του Ταμείου Στήριξης Δομών Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που δημιουργήθηκε από το 20% του μισθού των βουλευτών-τριών. Παράλληλα λοιπόν με την κοινοβουλευτική μου δουλειά στον τομέα της Παιδείας, του Πολιτισμού και της Έρευνας, εργάστηκα στο πρωτόγνωρο πεδίο των δομών κοινωνικής αλληλεγγύης που δημιούργησε ο ελληνικός λαός για να επιβιώσει και να αντισταθεί.
Θα έλεγα πως αυτός ο τομέας ήταν για μένα ό,τι συγκλονιστικότερο έζησα αυτά τα δυόμισι χρόνια, τον μεγάλο πλούτο των ανθρωπίνων σχέσεων, τη πολλαπλασιαστική τους δύναμη και τη βαθιά πεποίθηση ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει με αλληλεγγύη, συλλογικότητα και τρυφερότητα.