Live τώρα    
ΓΚΕΡΓΚΙΕΦ ΛΟΝΔΙΝΟΥ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ / Μεικτή επίγευση ρωσικού προγράμματος
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

ΓΚΕΡΓΚΙΕΦ ΛΟΝΔΙΝΟΥ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ / Μεικτή επίγευση ρωσικού προγράμματος

Του Κυριάκου Π. Λουκάκου

Απαιτήθηκε υπόμνηση προκειμένου να ανασύρουμε τις σχολάζουσες σημειώσεις μας για το βαρυσήμαντο εναρκτήριο γεγονός της συναυλιακής περιόδου 2014/15, ένα, εξάλλου, από τα ελάχιστα διεθνούς εμβέλειας του καλλιτεχνικού προγραμματισμού του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Σε πλαίσιο επιτηδευμένης αταραξίας, λοιπόν, η Αθήνα υποδέχθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου, στην πολύτιμη αίθουσα «Φίλων της Μουσικής», έναν αστέρα της μπαγκέτας και περιώνυμο εκπρόσωπο της δυναστικής σχολής διεύθυνσης ορχήστρας. Ο λόγος για τον Valery Abisalovich Gergiev (Валерий Абисалович Гергиев, γεν. 1953), τον «τσάρο» της μουσικής ζωής της Αγίας Πετρούπολης και έναν από τους πυλώνες της εξαγωγής μουσικού πολιτισμού της σύγχρονης Ρωσίας, ο οποίος, παράλληλα με το δικό του φεστιβάλ, στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας, είναι -από το 2007- και πρώτος αρχιμουσικός της London Symphony Orchestra. Ο συνδυασμός τους εμφανίσθηκε με έναν λιγότερο οικείο Τσαϊκόφσκι και με τις δύο γνωστότερες από τις επτά συμφωνίες του Sergei Sergeyevich Prokofiev (Сергей Сергеевич Прокофьев, 1891 - 1953), την 1η και την 5η, επιλογή ασφαλέστερη από κάποιους επιπόλαιους και αβαθείς Μάλερ του παρελθόντος.

Ο Γκέργκιεφ επιβεβαίωσε την εν τω μεταξύ εξέλιξή του, εν πρώτοις με μιαν ανάγνωση της «Κλασικής» συμφωνίας (Symphonie classique, 1916, πρώτη παρουσίαση: Πέτρογκραντ 21/04/1918) απηλλαγμένη από την αγωγική υστερία που συνδέουμε με κείνον. Η ερμηνεία του ήθελε τον «κλασικό» τρόπο να προσλαμβάνει άλλοτε τη διάφανη κομψότητα του ροκοκό κι άλλοτε τον κομπασμό ενός πομπώδους μπαρόκ. Μυστήριο και διαφάνεια από τα έγχορδα στη β' κίνηση, πλαστικότητα στη σμίλευση των φράσεων, στωικότητα στην ανάπτυξη του μουσικού αφηγήματος, απόλαυση των ενορχηστρωτικών Delikatessen. Όχημα γι' αυτό μια εύηχη, ομοιογενής και επιτέλους απελευθερωμένη Συμφωνική του Λονδίνου που χάρισε παιγνιώδη σαρκασμό στην Gavotta προτού αποδυθεί με φρενιτιώδη ελαφράδα στο καταληκτικό allegro vivace. Μια πραγματική tour de force, με τον «ηγέτη» να χαλαρώνει ευπρόσδεκτα σε σχέση με τον παλαιότερο -υπερβολικά δεσμευτικό- εαυτό του ενώπιον μιας LSO που μοιάζει να έχει κατακτήσει την εμπιστοσύνη του.

Ήδη οι πρώτες νότες του 2ου κονσέρτου για πιάνο και ορχήστρα, έργ. 44 (1879/80, α' παρουσίαση: Νέα Υόρκη 12/11/1881) του Pyotr Ilyich Tchaikovsky (Пётр Ильи́ч Чайко́вский, 1840 - 1893), που ακολούθησε, ανακάλεσαν την κλασική εγγραφή του Έμιλ Γκίλελς υπό τη διεύθυνση του εν τω μεταξύ αείμνηστου Λόριν Μάαζελ. Ο λιονταρίσιος δακτυλισμός του Denis Leonidovich Matsuev (Дени́с Леони́дович Мацу́ев, γεν. 1975)ανέκαθεν εξάλλου παρέπεμπε στη θηριώδη τεχνική και ερμηνευτική θωράκιση του Γκίλελς. Υπ' αυτήν δε την έννοια, η «Σταχτοπούτα» των κονσέρτων του συνθέτη δεν θα ήταν δυνατόν να επιστρατεύσει αξιότερο συνήγορο διεκδίκησης συμμετοχής της στο κεντρικό ρεπερτόριο από τον υπερβατικής δεξιοτεχνίας αυτό καλλιτέχνη. Ο συνδυασμός του επιπλέον με τον αντιστοίχως δυναμικό Γκέργκιεφ έμοιαζε καταλυτικός για την επικράτηση της -θεωρητικά τουλάχιστον- περισσότερο εύλογης αρχικής εκδοχής του Κονσέρτου που απολαύσαμε από τον μεταγενέστερο σπλαχνικό ακρωτηριασμό του Alexander Ilyich Siloti.

Μολαταύτα, ακόμη και μια τόσο συμπαγής και εκτελεστικά ανεπίληπτη απόδοση, όπως αυτή της οποίας γίναμε θεατές, δεν κατόρθωσε να αναιρέσει τον αποσπασματικό χαρακτήρα του εναρκτήριου Allegro brillante e molto vivace, ενώ ακόμη και η μακρά εισαγωγική παράγραφος του αργού Andante non troppo, με τη σολιστική ανάθεση στο βιολί και το τσέλο, δεν οδηγεί στην είσοδο του πιάνου με την εσωτερική αναγκαιότητα που επιτυγχάνεται στην γ' κίνηση του εντελώς σύγχρονου 2ου κονσέρτου του Μπραμς, επίσης για το πιάνο, που είχε την πρώτη του παρουσίαση μόλις τρεις ημέρες πριν από εκείνο του Ρώσου (Βουδαπέστη 9/11/1881). Και η αμηχανία δεν συγκαλύπτεται ούτε στο καταληκτικό Allegro con fuoco, βιωματικά λιποβαρές για τα κορυφαία δεδομένα του μεγάλου ρομαντικού.

Ρομαντική, υπερβολικά μάλιστα, αναδείχθηκε πάντως η ανάγνωση της 5ης συμφωνίας, έργ. 100 (1944, πρώτη παρουσίαση: Μόσχα 13/01/1945) του Προκόφιεφ, που κατέλαβε το β' μέρος της συναυλίας. Ο Γκέργκιεφ πέτυχε και εν προκειμένω εξαίρετη εγρήγορση της Ορχήστρας επιλέγοντας ευρέα τέμπι και μεγάλες χειρονομίες, ενώ η χαρακτηριστική ενέργειά του βρήκε κάποια λυτρωτική εκτόνωση στην υποβόσκουσα νευρικότητα του β' μέρους. Αυτή ωστόσο η πολυτελής και αισθησιακού ήχου εκτέλεση ισοπέδωσε την αγωγική διαφοροποίηση των μερών της Συμφωνίας, ενώ άμβλυνε μοιραία γωνιώδεις πτυχές που καθιστούν τη χρήση της κλασικής τετραμερούς φόρμας από τον Προκόφιεφ τόσο ριζοσπαστική. Η ίδια μανιέρα βάρους απονεύρωσε καθοριστικά ακόμη και τον ανατριχιαστικό «Θάνατο του Τυβάλδου» από το μπαλέτο του ιδίου «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», ένα από τα hits του 20ου αιώνα, που προσφέρθηκε ως αντίδωρο στο πάντως αδιακρίτως ευγνώμον και παραληρούν κοινό...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0