Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Θα το τολμήσουμε να ονοματίζουμε εφεξής την πιο αγαπημένη όπερα της ιστορίας «Καρμέν», έστω και με τον κίνδυνο να χαρακτηρισθούμε εντυπωσιοθήρες; Η απάντηση είναι ένα ηχηρό «ναι», όταν η επιλογή οφείλεται σε μια ερμηνεύτρια του κύρους της Joyce Didonato, της πριμαντόνας που, παράλληλα με την «Κυρά της Λίμνης» του Ροσσίνι, την οποία προβλέπεται να ενσαρκώσει αργότερα στη σεζόν από τη σκηνή της Μετροπόλιταν Όπερα, επιστρατεύτηκε από το νεοϋορκέζικο θέατρο και ως παρουσιάστρια της απευθείας δορυφορικής αναμετάδοσης της όπερας του Georges Bizet (Αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 1 Νοεμβρίου 2014). Όχι απλώς διότι η έμπειρη μεσόφωνος εστίασε κατ' αυτόν τον τρόπο στην υφολογική εθνικότητα της απελευθερωμένης (;) ηρωίδας ως κατ' εξοχήν Γαλλίδας, αλλά και διότι η περίσταση συνδυάσθηκε με ένα βαθύτερο επίπεδο κατανόησης του έργου από τον σκηνοθέτη Sir Richard Eyre CBE (γεν. 28/03/1943), και μάλιστα ουδέ καν με την ευκαιρία νέας παραγωγής του.
Αλήθεια, δικαιούται να τρέφει προσδοκία ένας έμπειρος φιλόμουσος, όπως -κατά τεκμήριον- είναι ο κριτικός, για την αναβάπτιση της σχέσης του με ένα τόσο γνωστό αριστούργημα, όπως η «Καρμέν»; Ασφαλώς οφείλει είναι η απάντηση, όταν η σκηνοθεσία, αντί της «υπέρβασης» ή της «αλλοτρίωσης», που συχνά όσο και μάταια επιχειρούν να συγκαλύψουν άγνοια, ενσωματώνει ανατομική και λεπτολόγο πρόσληψη του λιμπρέτου με αιχμή την ανάπτυξη των χαρακτήρων μέσα από το ίδιο το έργο. Αυτό εξάλλου πιστοποίησε η συγκεκριμένη βραδιά, αφού, αίφνης, ποτέ στο παρελθόν δεν είχαμε συνειδητοποιήσει τόσο άμεσα, από την α' σκηνή, το απειλητικό φαλλοκρατικό πλαίσιο των στρατιωτών απέναντι στη 17χρονη Μικαέλα, όταν αναζητεί ανάμεσά τους τον Δον Χοσέ. Ποτέ πριν δεν είχε κατανοηθεί η βιαιότητα του χαρακτήρα του τελευταίου, υπαρκτή όμως εξ' αρχής στο κείμενο ως αιτία εγκατάλειψης της πατρώας γης, ήδη από το απειλητικό σήκωμα του χεριού του προς την Κάρμεν εν όψει της «άριας του λουλουδιού». Ποτέ πριν δεν είχαμε αισθανθεί τόσο οργανικά ενταγμένη στην πλοκή τη θρησκοληψία του νεαρού δραγόνου, όπως αναβλύζει από τον δικό του αρχικό χαρακτηρισμό της τσιγγάνας ως «δαίμονα» και επισφραγίζεται στην τελική σκηνή με τον μεγάλο επιστήθιο σταυρό του και με τη σύγχυση της σωτηρίας του πάθους του ως εκπλήρωσης ιερού δογματικού σκοπού για αμφότερους. Ακόμη και την ίδια την επώνυμη ηρωίδα φώτισε πρωτόγνωρα ο σπουδαίος αυτός Άγγλος σκηνοθέτης, επιτρέποντας να διαφοροποιηθεί το πάθος της προς τον ωραίο, μαμμόθρεφτο, σεξουαλικά μπλοκαρισμένο και βίαιο Δον Χοσέ από τον έρωτά της για τον λαμπερό και γεμάτο αυτοπεποίθηση ταυρομάχο που -ποιος ξέρει;- ίσως και να σηματοδοτούσε, αν επιβίωνε της θανατηφόρας μαχαιριάς του στρατιώτη, τη δική της πορεία προς τη λύτρωση ενός συζυγικού κονφορμισμού.
Τα υπέροχα αυτά ανοιχτά ερωτήματα και άλλα, που δεν υπάρχει χώρος ανάπτυξής τους, ενταγμένα στη χορογραφικά αποτυπωμένη κατά τα πρελούδια των πράξεων αιώνια πάλη των φύλων, υπηρέτησε μια αξιόλογη φωνητική διανομή, το τρόπαιο της οποίας ανήκει στη νεαρή υψίφωνο Annita Hartig ως Μικαέλα ονείρου, τόσο φωνητικά όσο και στο επίπεδο της μουσικότητας και της εκφραστικής υπόκρισης. Η δύναμη που επιστράτευσε για την ύστατη κλήση σωτηρίας του Χοσέ στο τέλος της γ' πράξης αποτελεί σελίδα ανθολογίας για το λυρικό θέατρο. Πλάι της, και πλάι στην αντίζηλό της, ο Λετονός τενόρος Aleksandrs Antonenko χάρισε ένα Χοσέ με το αναγκαίο διαμέτρημα εξαγγελίας, αγορίστικο και αμήχανο, που βυθίζεται ολοένα και απελπιστικότερα στην ανώριμη εξάρτησή του από τη Γυναίκα, επιταχύνοντας άθελά του τη δική της αποστροφή, έναν πραγματικό loser στον ανταγωνισμό με τον εκθαμβωτικό και, παρεμπιπτόντως ασφαλή σε αμφότερες τις εσχατιές της τεσσιτούρας, Εσκαμίλιο του Ildar Abdrazakov.
Ως Κάρμεν, η πληθωρική Γεωργιανή μέτζο Anita Rachvelishvili δεν αρκέσθηκε στο οπτικό της πλεονέκτημα, αλλά αναζήτησε εκλεπτύνσεις της μουσικής πτυχής και της υποκριτικής ανατομίας αυτού του θεατρικού αρχετύπου. Δυνατοί και ενταγμένοι στη δράση δευτεραγωνιστές, συμμετοχική και σε εγρήγορση χορωδία, συμπεριλαμβανομένης της ζωηρής παιδικής πτέρυγας, όσο και εξαίρετη ορχήστρα υπό την ευήκοη και ρωμανική μουσική διεύθυνση του débutant στη Μετ Pablo Heras-Casado συνέβαλαν σε μια βραδιά συνολικά πολύ περισσότερο επιτυχή από το απλό άθροισμα των επιμέρους ευτυχιών της. Πραγματικό μάθημα για αυτόχθονες και διεθνείς αρχαρίους...