"Ένα φιλμ δεν είναι αυτό που συμβαίνει στην οθόνη, αλλά αυτό που συμβαίνει ανάμεσα στους θεατές και την οθόνη"
Ζαν Λικ Γκοντάρ
Μπορεί να μην εμφανίστηκε να παραλάβει το βραβείο για την τελευταία του ταινία «Goodbye to Language 3D» που προβλήθηκε στο πρόσφατο Φεστιβάλ των Καννών, όμως ο 84χρονος Ζαν Λικ Γκοντάρ απέδειξε για μια ακόμη φορά ότι εξακολουθεί να βρίσκεται (καθόλου άδικα) στο προσκήνιο του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Αποτελεί λοιπόν ευτυχή συγκυρία το μεγάλο αναδρομικό αφιέρωμα στο έργο του που διοργανώνει η Ταινιοθήκη της Ελλάδος, το πληρέστερο αφιέρωμα στο έργο του Ζαν Λικ Γκοντάρ που έχει γίνει μέχρι σήμερα στην Ελλάδα. Μιλώντας σε μια συνέντευξή του για το κίνημα της νουβέλ βαγκ, μέσα στο οποίο πρωτοεμφανίστηκε και ο ίδιος, είχε πει: "Ο Τρυφώ, ο Ριβέτ, εγώ και δυο τρεις άλλοι, φέραμε κάτι που δεν είχε υπάρξει ποτέ μέχρι τότε, αγαπήσαμε το σινεμά προτού αγαπήσουμε οτιδήποτε άλλο. Όσον αφορά ειδικά εμένα, ήταν το σινεμά που με έκανε να ανακαλύψω τη ζωή. Αυτό κράτησε αρκετά, μου πήρε καμιά τριανταριά χρόνια".
Το 1954 ο Γκοντάρ, 24 ετών, μετά τις σπουδές Εθνολογίας στη Σορβόννη, δουλεύει ως εργάτης στην κατασκευή του φράγματος Grande Dixence στην Ελβετία. Με τα χρήματα που θα κερδίσει θα γυρίσει την πρώτη του ταινία, το εικοσάλεπτο "Επιχείρηση Μπετόν" (που θα δούμε για πρώτη φορά στην Ελλάδα εξήντα χρόνια μετά, στο αφιέρωμα της Ταινιοθήκης).
Το σαρωτικό ντεμπούτο του στις ταινίες μεγάλου μήκους ("Με κομμένη την ανάσα", 1959) επιβάλλει τη νέα κινηματογραφική γραφή: Κάμερα στο χέρι, γύρισμα μακριά από τα στούντιο, με "ελαφρύ εξοπλισμό, αναφορές σε έργα της παγκόσμιας τέχνης, αυτοσχεδιασμούς στους διαλόγους, χαμηλό προϋπολογισμό ως απάντηση στην κυριαρχία των μεγάλων παραγωγών και των ηθοποιών-σταρ...
Όπως είχε επισημάνει κάποτε ο Αλμπέρτο Μοράβια, στο έργο του Γκοντάρ, στις καλύτερες στιγμές του, διασταυρώνονται «η πρωτοποριακή τεχνική και ο πηγαίος συναισθηματισμός». Ο «Τρελός Πιερό», του 1965, βασίζεται, παραδόξως, στο σενάριο του "Μπόνι και Κλάιντ", το οποίο, πριν το παραλάβει ο Άρθουρ Πεν, είχε φτάσει στα χέρια του Τριφώ και ο τελευταίος το έδωσε στον Γκοντάρ. Οι δυσκολίες συνεργασίας με τους Αμερικανούς παραγωγούς δεν επέτρεψαν τελικά το γύρισμά του από τον Γκοντάρ. Η βία ως προσωπική αλλά και κοινωνική σήμανση, με πλήθος αναφορών στο Βιετνάμ, την Αλγερία, την Ανγκόλα, θεματοποιείται στον "Τρελό Πιερό". Και ο κινηματογράφος; Ο Σάμιουελ Φούλερ, στη σκηνή του πάρτι, δίνει τον "ιστορικό" πλέον ορισμό του κινηματογραφικού φιλμ ως πεδίου μάχης: "Περιλαμβάνει έρωτα, μίσος, δράση, βία, θάνατο. Με μια λέξη, συναισθήματα". Συναισθήματα: (Ε)motions. Ό,τι ακριβώς αισθάνεται ο ήρωας (Μπελμοντό) πως λείπει από τη ζωή του και πείθεται ότι η Μαριάν (Άννα Καρίνα) μπορεί να του προσφέρει. Τα συναισθήματα θέτουν το ζευγάρι σε κίνηση, σε ένα συναρπαστικό κινηματογραφικό ταξίδι, αν και η κατάληξη συνδυάζει (αναπάντεχα) τον τραγικό σαρκασμό με τη μηδενιστική διάθεση.
Στον «Τρελό Πιερό» (που στην Ελλάδα είχε βγει τότε με τον ευφρόσυνο τίτλο «Ο δαίμων της ενδεκάτης ώρας», που σίγουρα θα ζήλευε κι ο ίδιος ο Γκοντάρ) ο δαιμόνιος Γαλλοελβετός αναδεικνύει με οίστρο τον αποδομητικό «αντι-κινηματογράφο» του: Το ευφυολόγημά του «Γύρισα αυτή την ταινία μέσα σε μία μέρα, χωρίς σενάριο, χωρίς μοντάζ, χωρίς μιξάζ», αποκτά νόημα όταν συγκρίνει κανείς τον «Τρελό Πιερό» με την ταινία που γύρισε 45 χρόνια αργότερα, το «Film socialism», αυτό το φτηνό, «ανάλαφρο» σαν πρόταση παραγωγής, αλλά κατάφορτο σκέψης και αγωνιώδους προβληματισμού guerilla film, που θα μπορούσε να προέρχεται από έναν 25χρονο κι όμως είναι μέθοδος - «πρόταση ζωής» από έναν κλασικό του σινεμά...
Αξίζει να επσημανθεί πως στο αφιέρωμα της Ταινιοθήκης θα προβληθούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα οι ταινίες της "στρατευμένης" περιόδου του μετά το 1968 με την "ομάδα Τζίγκα Βερτώφ" (τις περισσότερες από τις ταινίες αυτής της περιόδου ο Γκοντάρ τις συνυπογράφει με τον Ζαν Πιερ Γκορέν). "Πήραμε το όνομα του Βερτώφ για να το χρησιμοποιήσουμε σαν έμβλημα σε αντίθεση με τον Αϊζενστάιν, ο οποίος όσον αφορά την ανάλυση είναι ρεβιζιονιστής κινηματογραφιστής, ενώ ο Βερτώφ στις αρχές του σοβιετικού κινηματογράφου προσπαθούσε να βοηθήσει τους εργάτες να δουν τον κόσμο γύρω τους". Ο "Ανατολικός άνεμος" (1969) γυρίστηκε πάνω σε μια ιδέα του Ντανιέλ Κον Μπεντίτ για ένα πολιτικό γουέστερν - ο Κον Μπεντίτ είχε ενθουσιαστεί με ένα γουέστερν σπαγγέτι του Σέρτζιο Κορμπούτσι που είχε δει εκείνη την περίοδο στην Ιταλία.
Ο "ώριμος" Γκοντάρ
"Οι ανθρωπιστές φτιάχνουν βιβλιοθήκες και νεκροταφεία, δεν κάνουν επαναστάσεις", λέει ο Γκοντάρ στην ταινία "Η δική μας μουσική", που γύρισε το 2004, μια ταινία για τον πόλεμο και τη βαρβαρότητα γύρω μας, στα τέλη του εικοστού, αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα. Το Σεράγεβο, στο δεύτερο μέρος της ταινίας, είναι ο "πόλος" όπου γύρω του περιστρέφεται το μεγαλύτερο μέρος της γκονταρικής αφήγησης: Μια συγκέντρωση συγγραφέων και φιλοσόφων, ανάμεσά τους και ο μεγάλος ποιητής της Παλαιστίνης Μαχμούντ Νταρβίς, μια συνάντηση Ισραηλινών και Παλαιστινίων στο Σεράγεβο, όπου η γέφυρα του Μόσταρ συναρμολογήθηκε ξανά κομμάτι-κομμάτι... Και η επανάσταση; Ο Ζαν Λικ Γκοντάρ σε κάποια στιγμή μνημονεύει τη φράση του Κλοντ Λεφόρ, πως "από τη στιγμή που αυτονομήθηκε η πολιτική λειτουργία στις δυτικές κοινωνίες, είχε πάντοτε την τάση προς τον ολοκληρωτισμό".
Το μεγάλο αφιέρωμα στον Ζαν Λικ Γκοντάρ ξεκινά στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος στις 5/6 και θα προβληθούν συνολικά 52 ταινίες που καλύπτουν όλο το φάσμα από τη φιλμογραφία του Γκοντάρ (33 μεγάλου μήκους, 5 μεσαίου, 13 μικρού και το διάρκειας 4,5 ωρών «Histoire(s ) Du Cinema»). Οι προβολές, που θα ολοκληρωθούν την Τετάρτη 18/6, θα γίνουν στον θερινό κινηματογράφο Λαΐς και στη μεγάλη χειμερινή αίθουσα της Ταινιοθήκης. Η τιμή του εισιτηρίου είναι 5 ευρώ, ενώ θα υπάρχουν και ειδικές κάρτες διαρκείας για όλο το αφιέρωμα προς 40 ευρώ (μειωμένο 25 ευρώ) και 8 προβολών προς 25 ευρώ (μειωμένο 15 ευρώ).
Το αφιέρωμα κάνει πρεμιέρα με τη γνωστή «Κινέζα» (1967) του Γκοντάρ. Επίσης, την Πέμπτη 12/6 (5-10.30 μ.μ.) θα γίνουν δύο συζητήσεις στρογγυλής τραπέζης με τίτλο «Ο Γκοντάρ ως ιστορικός του κινηματογράφου» και «Γκοντάρ: 2 ή 3 πράγματα που έμαθα απ' αυτόν», με κεντρικό ομιλητή τον στενό συνεργάτη του Γαλλοελβετού σκηνοθέτη Φαμπρίς Αρανιό.
Πολλές από τις ταινίες του αφιερώματος θα προβληθούν για πρώτη φορά στην Ελλάδα, από την πρώτη μικρού μήκους "Επιχείρηση Μπετόν", που ο Γκοντάρ σκηνοθέτησε σε ηλικία 24 ετών, μέχρι τις ταινίες της "μαοϊκής" περιόδου του σκηνοθέτη, μετά το 1968, που ήταν, οι περισσότερες, αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς. Πολλές από τις ταινίες που θα προβληθούν θα τις προλογίσουν σκηνοθέτες, κριτικοί κινηματογράφου, συγγραφείς.