Το 1917 ο Marcel Duchamp έκανε τη μοιραία κίνηση που θα άλλαζε την μέχρι τότε αντίληψη για το τι είναι έργο τέχνης. Επρόκειτο για την έκθεση ενός ουρητηρίου σε μια gallerie. Αυτό το αντικείμενο, αποσπασμένο από τον λειτουργικό του χώρο, αλλά και έχοντας απολέσει την ιδιαιτερότητα τής συγκεκριμένης καθημερινής χρήσης του, μετασχηματίστηκε -διακηρυκτικά τουλάχιστον- σε έργο τέχνης. Η τεχνική για την πραγμάτωση αυτού του μετασχηματισμού ήταν μεν εν μέρει η μετονομασία του σε «βρύση». Ήταν, όμως, κυρίως η καίρια χειρονομία τής επιλογής του, καταρχήν, και, στη συνέχεια, η τοποθέτησή του στο χώρο μιας αίθουσας τέχνης, ανάμεσα σε άλλα έργα στο πλαίσιο μιας έκθεσης. Με τη χωρική, δηλαδή, μετάθεση μεταβλήθηκε το νόημα τού αντικειμένου.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή η ανάδειξη των ευτελών υλικών, πραγμάτων, αντικειμένων κ.λπ. συνετελείτο καλλιτεχνικά με τη μετατροπή τους είτε σε συστατικό είτε σε περιεχόμενο μιας νέας κατασκευής. Στη ζωγραφική ή στη γλυπτική, για παράδειγμα, αντικείμενα όπως παπούτσια, ενδύματα, ανθοδοχεία, ανθρώπινες μορφές, τοπία ή οτιδήποτε άλλο, αποκτούσαν αξία αναπαριστάμενα μέσω της επεξεργασίας υλικών όπως τα χρώματα, η πέτρα, τα μέταλλα. Υπήρχε, δηλαδή, αφενός η εκμετάλλευση των φυσικών υλικών και η μετάλλαξή τους σε συστατικά μιας νέας πραγματικότητας, αφετέρου η σε μεγάλο βαθμό υπόταξή τους στην πρόθεση ανάδειξης ή αναπαράστασης αντικειμένων ή καταστάσεων.
Στην αρχιτεκτονική, η σχέση τού πρωτογενούς υλικού με το τελικό προϊόν βρίσκει την οριακή εκδοχή της, αφού η τεχνική επεξεργασία οποιουδήποτε υλικού είναι αναπόφευκτη για την υλοποίηση έστω και της πιο στοιχειώδους κατασκευής. Από τη θεμελιώδη τοποθέτηση γιγάντιων λίθων σε διάταξη έως τις πιο εξελιγμένες high-tech επιλύσεις τεχνικών προβλημάτων, το υλικό, η πρώτη δηλαδή ευτελής ύλη, αξιοποιείται σε σημείο που η αρχική μορφή του να είναι δυσδιάκριτη. Τούβλα κατασκευασμένα από χώμα και νερό, οπλισμένο σκυρόδεμα από ορυκτό τσιμέντο, σίδηρο, σκύρα (χαλίκια) και συστατικά, όπως στεγανωτικά, ταχυπηκτικά κ.ά., πλαστικά από πετρέλαιο, μεταλλικά φύλλα και μεταλλικές διατομές από ορυκτό χάλυβα, αλουμινοκατασκευές από ορυκτό αλουμίνιο.
Σήμερα χαρακτηριστική περίπτωση ευρηματικής αξιοποίησης ευτελών υλικών βρίσκεται στο έργο τού Ιάπωνα αρχιτέκτονα Shigeru Ban, στον οποίο απονεμήθηκε το φετινό βραβείο Pritzker (το αντίστοιχο τού Nobel στην αρχιτεκτονική).
Με αφετηρία και κίνητρο τον σχεδιασμό κατασκευών που να ανταποκρίνονται στην άμεση αντιμετώπιση προβλημάτων διαμονής σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, ο συγκεκριμένος αρχιτέκτονας επινόησε μια αρχιτεκτονική στην οποία συμπυκνώνονται τρεις αλληλοεξαρτώμενες έννοιες.
Η πρώτη αφορά στη συνείδηση τού κοινωνικού ρόλου τής αρχιτεκτονικής, αφού η ανάγκη άμεσης παροχής αξιοπρεπών και ποιοτικών συνθηκών προσωρινής έστω στέγασης και διαμονής μεγάλου αριθμού ανθρώπων που έχουν πληγεί από πλημμύρες, σεισμούς ή συγκρούσεις συνιστά το απαιτητικό πλαίσιο δράσης για τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό.
Η δεύτερη προκύπτει άμεσα από την πρώτη και οδήγησε στην υιοθέτηση μιας σχεδιαστικής διαδικασίας που απαιτεί τη χρήση χαμηλής τεχνολογίας σε συνδυασμό με την ευρηματική αξιοποίηση ενός πακέτου ευτελών, κατά τα άλλα, υλικών.
Η τρίτη αφορά στον προσωρινό χαρακτήρα αυτών των κατασκευών, όπως και την εγγενή δυνατότητα ανακύκλωσής τους.
Έχοντας επίγνωση των δυνατοτήτων τού πρωτογενούς υλικού, ο Ban εισηγήθηκε ένα ευφυές και πρωτότυπο κατασκευαστικό σύστημα. Το σύστημα αυτό στηρίχθηκε στη χρησιμοποίηση ως βασικό υλικό κυλίνδρων από χαρτόνι, οι οποίοι συνήθως χρησιμοποιούνται ως άξονες για την περιέλιξη χαρτιού, υφασμάτων, πλαστικών κ.λπ. . Από τεχνική άποψη, οι κύλινδροι φάνηκε ότι μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά ως κατακόρυφα φέροντα στοιχεία στις κατασκευές. Η σύνδεση, επίσης, αριθμού από τέτοιους κυλίνδρους μεταξύ τους είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή φερόντων τοιχωμάτων, τα οποία λόγω τού κενού στους κυλίνδρους διέθεταν θερμομονωτικές ιδιότητες. Την τόσο απλή αυτή αρχή ακολούθησαν στη συνέχεια πιο σύνθετα κατασκευαστικά συστήματα κάλυψης μεγάλων ανοιγμάτων.
Ενώ όμως είναι θαυμαστή η τεχνολογική πλευρά αυτών των έργων, στα πρόσφατα σχεδιασμένα έργα του άρχισαν να αναδεικνύονται θέματα που έχουν να κάνουν με την κλίμακα των κατασκευών τους, αλλά και με μια άλλη πλευρά που δεν είναι εύκολα αναγνωρίσιμη. Όσον αφορά στην κλίμακά τους, τα έργα αυτά δεν φαίνεται πλέον να είναι διαφορετικά από όλα τα αντίστοιχης κλίμακας έργα των οποίων η τελική μορφή είναι κατεξοχήν απόρροια τής κατασκευαστικής τους λογικής. Η ιδιαιτερότητα ασφαλώς υπάρχει στο υλικό, δηλαδή στους κυλίνδρους από χαρτόνι, που ο αρχιτέκτονας συνεχίζει να χρησιμοποιεί. Από μια όμως διαφορετική άποψη, και αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές, για παράδειγμα, στην εκκλησία στο Christchurch στη Ν. Ζηλανδία, αυτό που αρχίζει να διαφαίνεται είναι η επικράτηση τής κατασκευαστικής λογικής και η απουσία υπερβατικής αίσθησης τού χώρου. Ενώ, για παράδειγμα, μπορεί κανείς να θαυμάσει τις τεχνικές επιλύσεις, εντούτοις δεν μπορεί να βιώσει κάποια ιδιαίτερη αίσθηση τού χώρου, η οποία θα μετέπλαθε τη χωρική εμπειρία σε ποίηση.
Όταν ο Antonio Gaudi, πίσω στο 1862, σχεδίαζε τη Sagrada Familia στη Βαρκελώνη, σχεδίαζε εξαιρετικά στατικά συστήματα. Και όμως κυριολεκτικά σχεδίαζε χώρους υπέροχης αίσθησης. Και όταν ο Le Corbusier σχεδίαζε το παρεκκλήσι τής Ronchamp (1955) ή τα παρεκκλήσια στο μοναστήρι τής La Tourette (1956-1960) και αυτός επέλυε τεχνικά και λειτουργικά προβλήματα. Και όμως παρήγαγε χώρους εκπληκτικού χαρακτήρα και ιδιαίτερης αίσθησης που υπερέβαιναν τις τεχνικές και λειτουργικές απαιτήσεις. Όπως άλλωστε θα έλεγε με σημερινούς όρους ο Peter Zumthor, «το βασικό πρόβλημα είναι η ατμόσφαιρα».
Τίθεται όμως και ένα ακόμα σοβαρό θέμα με το έργο τού Shigeru Ban που συνδέεται με το βραβείο Pritzker. Η βράβευση, λοιπόν, δεν έγινε όταν ο Shigeru Ban σχεδίαζε τις μικρές, σεμνές, υπέροχες κατασκευές για τις περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Αντίθετα, έγινε φέτος, όταν ήδη ο αρχιτέκτονας αυτός, τα τελευταία τρία χρόνια, έχει καθιερωθεί διεθνώς και έχει μεγάλο αριθμό αναθέσεων για έργα μεγάλης κλίμακας, όπως μουσεία, σιδηροδρομικοί σταθμοί, τεράστια στέγαστρα, πύργοι γραφείων κ.λπ., όλα σε μεγάλο βαθμό εντυπωσιοθηρικά και ακριβά έργα προβολής. Μολονότι στο σκεπτικό τής βράβευσης γίνεται, ως άλλοθι μάλλον, αναφορά και στις μικρές κατασκευές. Και όμως, οι μικρές εκείνες κατασκευές είναι αυτές που διαθέτουν την ενδογενή ποιότητα που σχετίζεται καθοριστικά με την κοινωνική αναγκαιότητα που τις παρήγαγε.
* Ο Σόλων Ξενόπουλος είναι αρχιτέκτων, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ