Live τώρα    
9°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Σποραδικές νεφώσεις
9 °C
7.3°C9.7°C
2 BF 82%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
4 °C
1.2°C4.9°C
4 BF 69%
ΠΑΤΡΑ
Αυξημένες νεφώσεις
9 °C
6.0°C9.4°C
3 BF 80%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
10 °C
9.3°C9.9°C
3 BF 79%
ΛΑΡΙΣΑ
Αραιές νεφώσεις
4 °C
3.9°C3.9°C
0 BF 93%
Βιβλιοπαρουσίαση / Το τέλος της αθωότητας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βιβλιοπαρουσίαση / Το τέλος της αθωότητας

Αλέξης Πανσέληνος

Στο προηγούμενο έργο του «Ελαφρά ελληνικά τραγούδια» ο Αλέξης Πανσέληνος δημιουργεί μία έξοχη μυθιστορηματική τοιχογραφία για τη δεκαετία του '50, επιτυγχάνοντας τη σύνδεση ανάμεσα στην Ιστορία και στον μύθο με συνδετικό ιστό την ίδια την ατμόσφαιρα της εποχής, με τα ακούσματα των «ελαφρών τραγουδιών» από το ραδιόφωνο να συνταιριάζουν αντιστικτικά με το βάρος και την αγριότητα των βιωμάτων. Στο «Λάδι σε καμβά» το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η αφήγηση αρχίζει από τα μέσα της δεκαετίας του '60 και καταλήγει στις αρχές του 21ου αιώνα. Ο Σπύρος, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, φοιτητής της Καλών Τεχνών, το καλοκαίρι του 1966, από όπου ξεκινά την αφήγησή του, είναι είκοσι χρόνων. Ο ίδιος ο κόσμος έμοιαζε ξαναγεννημένος. «Τότε, μέσα της δεκαετίας του '60, ο κόσμος όλος ήταν όπως εμείς - είκοσι χρονών» λέει, αγνοώντας φυσικά το τι θα συνέβαινε λίγο αργότερα, αλλά και αδιαφορώντας για το αύριο, ακριβώς όπως οφείλει πάντα να κάνει η νεότητα.

Το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος, που είναι και το μεγαλύτερο, δίνοντας αρχικά την εντύπωση μιας ασυνέπειας σε σχέση με την καταγραφή των γεγονότων, περιγράφει ένα καλοκαίρι του ήρωα σε κάποια κυκλαδίτικο νησί που δεν κατονομάζεται, όπου μαζί με την επαφή του με έναν θρυλικό ζωγράφο της εποχής, φίλο του πατέρα του, παροπλισμένο και αποτραβηγμένο τώρα, συναντά και τον έρωτα. Τον έρωτα που έχει τη μορφή ενός δωδεκάχρονου κοριτσιού: ένα πλάσμα αλούτερο, γοητευτικό μέσα στην άγνοιά του. Την άγνοια του αντίκτυπου που έχει η ύπαρξή της πάνω στον ψυχισμό του Σπύρου, ο οποίος μαγεύεται. Κι έτσι, σαν μαγεμένος, με μια καρδιά που, παρ’ όλες τις αναστολές της, ακολουθεί τα πατήματα τα οποία αφήνουν τα πέλματα της Γωγώς, βιώνει ένα κομμάτι εκείνου του καλοκαιριού εκστασιασμένος με το άγριο, ανέμελο παρόν του.

Οι λεπτομερείς, αισθαντικές περιγραφές των ηρώων αλλά και του περιβάλλοντος γύρω τους γίνονται με αφοπλιστική λιτότητα στην έκφραση, γεμάτη όμως υπαινιγμούς, τονίζοντας την πολυπλοκότητα του ψυχισμού των προσώπων, όχι μόνο του Σπύρου και της Γωγώς αλλά και όλων των υπολοίπων, καταφέρνοντας έτσι να αποτυπώσουν τη θριαμβική ατμόσφαιρα μιας χρονικής στιγμής που περικλείει την έννοια του καλοκαιριού: ουσιαστική και μεταφορική. Το καλοκαίρι της αθωότητας. Μιας αθωότητας όμως εύθραυστης και παροδικής. Που προδίδεται το ίδιο εύκολα όσο υπόσχεται. Κι έτσι ο «προδότης» Σπύρος φεύγει από τον παράδεισο του νησιού, διωγμένος «σαν Πρωτόπλαστος». Όταν, χρόνια μετά, ο αφηγητής αναπολεί τα γεγονότα λέει το εξής: «Μόνο τα τραύματα διατηρούνται ολοζώντανα. Η μνήμη μας έχει μια μεγάλη αίθουσα όπου στοιβάζονται οι ευτυχισμένες αναμνήσεις μαζεύοντας σκόνη∙ αλλά τις ατυχίες, τις πληγές και τις απογοητεύσεις τις στήνει πάνω σε βάθρο ή τις κρεμά στους πιο καλά φωτισμένους τοίχους της αίθουσας. Και κάποτε, αναπάντεχα, βρίσκονται πάλι μπροστά μας».

Οι ευτυχισμένες στιγμές των διακοπών αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, αλλά δεν πρόκειται για ασυνέπεια. Ακριβώς γιατί μέσα σε αυτές τις στιγμές υπάρχει το καθοριστικό τραύμα. Το βλέμμα της Γωγώς πέφτει στα δυο μπλεγμένα σώματα. Το τραύμα ανήκει σ’ εκείνη, αλλά όχι μονάχα σ’ εκείνη. Ανήκει εξίσου και στον Σπύρο. Ανακόλουθος με τα αισθήματά του, προδίδει την αθωότητα, προδίδει τα όνειρά του, αυτό που ο ίδιος είχε υποσχεθεί στον εαυτό του πως μπορεί να γίνει. Από εκείνο το σημείο και μετά αρχίζει η κάθοδος.

Η επιβολή της δικτατορίας, έτσι κι αλλιώς, ματαιώνει τα πάντα. Ο πατέρας, μέλος της ΕΔΑ, κατεβάζει την καφέ βαλίτσα, την ίδια που είχε πάρει μαζί του ο Σπύρος στο νησί -μου έρχεται στο μυαλό ο Σοστακόβιτς με τη βαλίτσα στο χέρι, σίγουρος για τη σύλληψή του- και περιμένει να έρθουν να τον μαζέψουν. Όπως και γίνεται. Στην εξορία αρρωσταίνει βαριά. Ο γιος του υποχρεώνεται για εκείνον σε έναν παλιό γνωστό του, χουντικό λοχαγό τώρα, βοηθάει τη μητέρα του στο μαγαζί με τα ηλεκτρικά είδη, η ζωγραφική «γλιστρά από μέσα του», απομακρύνεται ο παλιός νεανικός εαυτός του. Από τις σελίδες του Πανσέληνου περνάνε όλα τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα της εποχής. Με δυο λόγια δίνει το στίγμα της κάθε εποχής και τη θέση που έχει ο Σπύρος μέσα σε αυτήν. Νομική, Πολυτεχνείο, Μεταπολίτευση, άνοδος του ΠΑΣΟΚ. Ο Σπύρος είναι εκεί χωρίς να είναι. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος που προόριζε για τον εαυτό του γίνεται ρόλος κομπάρσου. Ακολουθεί τα βήματα του πατέρα του: γίνεται αφανής.

Ο Πανσέληνος μιλάει για τη λειτουργία της τέχνης, την ευθραυστότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Δεν είναι μόνο τα θέματα της «βιοτής» που αποσπούν, είναι που χρειάζεται περίσσεια θέλησης. Αλλά, κυρίως, ένας καλλιτέχνης «πρέπει να είναι και να νιώθει αγνός για να δημιουργήσει». Γράφει για τη χαμένη αθωότητα, για τον ηττημένο, ματαιωμένο άνθρωπο που δεν βρίσκει τη δύναμη να γίνει κάτι άλλο πέρα από το ασήμαντο. Αρκεί μια ματιά να ρίξουμε γύρω μας. Ίσως και μέσα μας.

Αλέξης Πανσέληνος, «Λάδι σε καμβά»

Εκδ. Μεταίχμιο

224 σελ. Τιμή:13,30 ευρώ

Βιβλίο

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL