Του Κυριάκου Π. Λουκάκου
Δεν θα υπήρχε περίπτωση συμμετοχής κριτικού μουσικής στη βράβευση, από την άξια Επιτροπή Θεάτρου της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών, του Σάκη Ρουβά, για την ομολογουμένως επιτυχή ερμηνεία του ιδιόμορφου και απαιτητικού ρόλου του Διονύσου στις «Βάκχες» του Ευριπίδου σε διδασκαλία Δημήτρη Λιγνάδη.
Ωστόσο, επειδή η συγκεκριμένη διάκριση παρέσχε ευκαιρία κατευθυνόμενης «κατακραυγής» ή και προσβολής προσωπικοτήτων διά του Τύπου, επιβάλλεται η παρρησία σύνταξής μας με μιαν επιλογή που προσλαμβάνει επιπλέον τη διάσταση ενέργειας συνείδησης. Αφού, όπως και σε άλλους τομείς της δημόσιας ζωής, θέτει ζήτημα ευρύτερου προσανατολισμού ανάμεσα στην ελευθερία έκφρασης που χαρακτηρίζει την ευρωπαϊκή κοινωνία και σε ηθικολογικά φορτισμένους αποκλεισμούς και «αστυνομικούς» ελέγχους μεσανατολικής κοπής. Η ιδιότητα του κριτικού μουσικής, εξάλλου, αλλά και του προνομιούχου προσκυνητή στο Φεστιβάλ Βάγκνερ του Μπάυρώιτ, μας προσπορίζει την επί του θέματος τεχνοκρατική επιχειρηματολογία.
Οι σκέψεις αυτές προέκυψαν αναπόδραστες λίγα μόλις 24ωρα μετά την επιτυχημένη τελετή απονομής (8.12.2014), στο περιθώριο του ασυγκράτητου ενθουσιασμού από την παρακολούθηση της μεγαλύτερης σε διάρκεια (εξάωρης με τα διαλείμματα) και μόνης ιλαρής από τις «ώριμες» όπερες του Ρίχαρντ Βάγκνερ στην αίθουσα «Χρήστος Δ. Λαμπράκης» (Φίλων της Μουσικής) του πολύπαθου Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Ο λόγος για τους «Αρχιτραγουδιστές της Νυρεμβέργης» (1868), που απολαύσαμε σε απευθείας αναμετάδοση του σαββατιάτικου matinée της Μετροπόλιταν Όπερα (13.12.2014), και μάλιστα στην εξόχως πιστή προς το έργο παραγωγή του έτους 1993 που φέρει την υπογραφή του «Ur Wiener» ηθοποιού και σκηνοθέτη Otto Schenk (γεν. 1930).
Η απαράμιλλη σκηνογραφική ανάκληση εντυπώσεων από την εμβληματική μεσαιωνική πόλη και η λεπτομερώς ενημερωμένου πλούτου ενδυματολογία συνδυάστηκαν με μιαν ένταση θεατρικής απόδοσης του -συχνά εντόνως διαλογικού- κειμένου που μαρτυρεί τον πραγματικά διεισδυτικό σκηνοθέτη, βαθύ γνώστη ταπεινής και ολοκληρωτικής αφοσίωσης στον δημιουργό.
Σε παρόμοιο πλαίσιο επιδοκιμασίας του θεάματος, λοιπόν, είμαστε βέβαιοι ότι τόσο ο Schenk όσο και ο Wagner θα μας συγχωρούσαν την αφιέρωση χώρου ως δική τους συμβολή, ώστε η ακαδημαϊκή και λοιπή ημιμάθεια να μη διαθέτει πλέον άλλοθι παράκαμψης κραυγαλέων παραλληλιών της πλοκής του έργου με την πρόσφατη ιλαροτραγωδία που κληθήκαμε να διαχειρισθούμε, ενάμιση αιώνα αργότερα, στην Τελετή των Βραβείων «Κάρολος Κουν».
Η δράση των «Αρχιτραγουδιστών», λοιπόν, παρουσιάζει ένα νεαρό ιππότη ερωτευμένο με θυγατέρα χρυσοχόου και «αρχιτραγουδιστή». Με τον τελευταίο να την προορίζει ως σύζυγο - έπαθλο για ομότεχνό του στον διαγωνισμό της επομένης, ο νεαρός αποφασίζει να δοκιμάσει το απονενοημένο, να υποβληθεί δηλαδή στη δοκιμασία υποδοχής του στο καλλιτεχνικό αυτό σωματείο. Αυτοδίδακτος, κατατροπώνεται από τον βαθμολογητή του Sixtus Beckmesser (ελλ. Μαχαιρόρυγχο, γελοιογραφία -κατά ορισμένους- του ιδιοτελούς και κακεντρεχούς κριτικού), που γεμίζει τον μαυροπίνακα με τα λάθη του Βάλτερ, βλέποντας στο πρόσωπό του έναν απειλητικό αντίζηλο για το χέρι της Εύας.
Όλοι οι αρχιτραγουδιστές επιτίθενται στον αρχάριο και μόνον ο σεβαστός αλλά και ιδιόρρυθμος παπουτσής Hans Sachs, πνεύμα ελεύθερο, διαβλέπει αξιοποιήσιμες ποιότητες στη διαφορετικότητα της απαγγελίας του ιππότη. Για τη μελοποίηση συνεργάζονται, την ίδια νύχτα, Ιππότης και Ζαξ στο σπίτι του τελευταίου. Όταν ο Μπεκμέσσερ εντοπίζει το ποίημα παρατημένο στο τραπέζι, αρνείται να πιστέψει ότι δεν ανήκει στη γραφίδα του υποδηματοποιού, ο οποίος δεν διστάζει να τού το παραχωρήσει προς ίδια χρήση στο διαγωνισμό. Αδυνατώντας να το κατανοήσει όμως, ο Μπεκμέσσερ γελοιοποιείται δημόσια, κατηγορεί τον Ζαξ ως υπαίτιο κι εκείνος με τη σειρά του επικαλείται τον Βάλτερ για να το δικαιώσει.
Ο νέος, που κατακτά κοινό και ειδήμονες με το πασίγνωστο Preislied του, αρνείται με απέχθεια να αναγορευθεί αρχιτραγουδιστής και υποχωρεί μόνο μετά την παρέμβαση του Ζαξ, που διακηρύσσει καταληκτικά την αξία της παιδείας και της παράδοσης εν μέσω γενικών επευφημιών. Η παράδοση και η παιδεία, λοιπόν, παραμένουν μεν πυλώνες του χώρου της τέχνης, που, όμως, πρέπει να είναι ανοιχτός στο νέο και ρηξικέλευθο, ακόμη και αν αυτό φαίνεται να μην προκύπτει διά της πεπατημένης, αλλά αποδεικνύεται επιτυχές! Τάδε έφη Βάγκνερ εν έτει 1868...
Η παράσταση της Μετ λειτούργησε ως μεγαλειώδης καταλύτης αυτού του μηνύματος. Ήταν ένας θρίαμβος του συνόλου επί του απλού αθροίσματος των μερών της παράστασης, με τη λυτρωτική ευαγγελική ευκρίνεια παραμυθιού και το δέος που συνεγείρει η συνδυασμένη ανθρώπινη δημιουργικότητα, επί σκηνής και περί αυτήν. Δεν είναι τυχαία εξάλλου η ήδη προ ετών βιεννέζικη επαναπροσέγγιση του ποιητικού κειμένου του Βάγκνερ με όρους αποκλειστικά θεατρικού έργου που αποκάλυψε τον μουσουργό ως σημαντικό ποιητή και δραματουργό, αποκάλυψη που τεκμηριώνεται στο αρχείο μας με ανέκδοτη ραδιοφωνική ηχογράφηση «ανάγνωσης» (Lesung) των «Αρχιτραγουδιστών» από σημαντικούς ηθοποιούς του Burgtheater της αυστριακής πρωτεύουσας.
Αυτά προκειμένου οι πάσης φύσεως επίδοξοι «αστυνομικοί» της τέχνης και του λόγου, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αξιοποιούν την απατηλή ασφάλεια του διαδικτυακού ημίφωτος, επιτέλους να το συνειδητοποιήσουν: ούτε άδεια ηθοποιού υφίσταται πλέον ούτε άδεια κριτικού ανέκαθεν!