ΤΗΣ ΠΟΠΗΣ ΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ
Διαβάζουμε -ανάμεσα στα παραλειπόμενα των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης- ότι συγκινήθηκε ο κ. Αντώνης Καρακούσης, διευθυντής σύνταξης του "Βήματος", με τον τρόπο με τον οποίο ο πρωθυπουργός καλούσε τους εθνικούς αντιπροσώπους να δώσουν την ψήφο τους στη νεοσυσταθείσα κυβέρνηση της Αριστεράς. Ευπρόσδεκτη η συγκίνηση του κ. Καρακούση, ευπρόσδεκτη και η πιθανή μεταμέλεια του δημοσιογραφικού ομίλου τον οποίο υπηρετεί, σε σχέση με εκείνα τα φαιδρά πρωτοσέλιδα της εποχής της ηγεμονίας της Ακροδεξιάς.
Όμως, η μόνη συγκίνηση που έχει νόημα, ιστορικό εννοώ, είναι αυτή των ανθρώπων της καθημερινότητας, του κόσμου της εργασίας -και της ανεργίας. Όσων έμειναν στην αποδώ όχθη διατηρώντας την εργασία τους με τίμημα την απώλεια ενός πρωτοφανούς μέρους του εισοδήματός τους, την ισοπέδωση των εργασιακών και άλλων δικαιωμάτων τους, και όσων βρέθηκαν στην αποκεί, να βυθίζονται στην απόγνωση των ανέργων, των ανασφάλιστων, των ανέστιων ενίοτε. Η μόνη συγκίνηση που μετράει είναι η δική τους, γιατί από αυτούς και μόνο απορρέουν η εθνική κυριαρχία και όλες οι εξουσίες, ανάμεσά τους και εκείνη να παράγεις πολιτική μέσα από τα μέσα ενημέρωσης.
Και όλοι αυτοί μίλησαν πρόσφατα και διακήρυξαν, με θάρρος και αγανάκτηση, ότι δεν παραχωρούν άλλο τη διαχείριση της αξιοπρέπειάς τους σε μια παρηκμασμένη πολιτική ελίτ που έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και με τη λαϊκή βάση. Και αν αυτό το τελευταίο δεν ήταν εμφανές στον πολύ κόσμο πριν, γιατί η ελευθερία του Τύπου και η δημοκρατία είχαν καταντήσει στα μέρη μας άδειο πουκάμισο, τώρα κραυγάζει, παρασύροντας σε μια αισιόδοξη περιδίνηση κι εμάς κι αυτούς που δεν ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αναγνωρίζουν πλέον ότι δεν έχουν τίποτε άλλο να χάσουν πέρα από τις αλυσίδες τους.
Η αλλαγή παραδείγματος ήταν εκτυφλωτική. Το "παλαιό καθεστώς" ανατράπηκε με τον εκκωφαντικό κρότο που προκάλεσαν: τα άδεια συρτάρια του Μαξίμου, οι καταστροφείς δημόσιων εγγράφων στα υπουργεία, η ηχηρή απουσία του τέως ενοίκου του πρωθυπουργικού μεγάρου από την τελετή.
Κυρίως, όμως, δραματική υπήρξε η αλλαγή στην ποιότητα του δημόσιου λόγου. Μια πολυπληθής ομάδα νέων ανθρώπων, επιστημονικά επαρκών, εμφανώς καλλιεργημένων και έξυπνων, "κατέλαβε" τα έδρανα του Κοινοβουλίου και, με όπλα της τον ορθό και καθαρό λόγο, τον πρότερο έντιμο βίο και το συναίσθημα, άρχισε να εκφέρει έναν λόγο που είχαμε ξεχάσει την ύπαρξή του. Έναν λόγο που, αν και αριστερός, έγινε εθνικός, αφού με ανακούφιση -αν όχι έκπληξη- τον υποδέχθηκε η πλειονότητα των ψηφοφόρων όλων των κοινοβουλευτικών ομάδων.
Και οι λέξεις σημασιοδοτήθηκαν εκ νέου και απέβαλαν την α-νοησία που τους είχε επιβληθεί τις τελευταίες δεκαετίες από το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο, καθιστώντας τες δέσμιες της φιλοδοξίας και της φιλαργυρίας του. Και ο μετα-λόγος, τεχνικό τρικ που χρησιμοποιήθηκε κατά συρροήν για τη χειραγώγηση των πολλών, που βάφτιζε την απορρύθμιση «μεταρρύθμιση», τον εργασιακό μεσαίωνα «ελαστικότητα της εργασίας» και την αποκτήνωση των ανθρώπων «λειτουργία των αγορών», αποδομήθηκε μαζί με όσους τον εξέφεραν κουνώντας μας απειλητικά το δάχτυλο.
Γιατί η σύγκριση απέβη συντριπτική. Οι υστερικές κορώνες του Γεωργιάδη, οι λεκτικές μαγκιές του Σαμαρά, η παθογένεια των καταγγελιών του Βενιζέλου, η ματαιόδοξη κενότητα των κυβερνητικών εκπροσώπων -«το μαλλί πώς είναι;»-, η εργαλειοποίηση του ναζισμού από τους Βορίδηδες και τους Μπαλτάκους, η σύνολη πολιτισμική παρακμή που εκπροσωπούσε και εξέτρεφε το παλαιό καθεστώς κατέρρευσαν τόσο σύντομα, τόσο φυσικά, τόσο αναμενόμενα. Σαν να έχουν περάσει αιώνες από την εποχή που, σαν υπνωτισμένοι, νομιμοποιούσαμε με την ανοχή μας την απέραντη τιποτολογία του συστημικού λόγου.
Κι αυτό το αντιλαμβάνονται πλέον οι πολλοί, αυτοί που δεν είχαν καμιά θέση στο αξιακό σύστημα των πρώην κρατούντων. Και με ειλικρίνεια το παραδέχονται, με θάρρος στηρίζουν μια κυβέρνηση την οποία μπορεί και να μην ψήφισαν. Γιατί, για πρώτη ίσως φορά, γνωρίζουν μια κυβέρνηση που είναι λαϊκή, που είναι δική τους. Αυτών, των αφανών.