Του Ανέστη Ταρπάγκου
Η περίοδος που διανοίχθηκε τον Μάιο του 2010 με την απαρχή εφαρμογής των μνημονιακών πολιτικών, πάνω στο έδαφος της εξελισσόμενης καπιταλιστικής κρίσης και της διόγκωσης του δημόσιου χρέους, και μέχρι τον Φεβρουάριο του 2012, χαρακτηρίστηκε κυρίαρχα από μια δίχως προηγούμενο ανάδειξη του κοινωνικού εργατικού κινήματος, με τις συνεχείς πανελλαδικές απεργιακές κινητοποιήσεις και το μαζικό κίνημα των πλατειών. Η αντιπαλότητα στις αντιλαϊκές μεταλλάξεις που επέφεραν τα Μνημόνια καταγράφηκε ως το κύριο χαρακτηριστικό της ταξικής διαπάλης, πέρα προφανώς από την αντίστοιχη αντιπολιτευτική παρέμβαση των αριστερών πολιτικών σχηματισμών.
Από το κοινωνικό κίνημα στο ριζοσπαστικό κόμμα
Ωστόσο αυτό το πανεργατικό και παλλαϊκό αντιμνημονιακό κίνημα δεν κατόρθωσε σ' αυτή τη διετία να αποτρέψει την εφαρμογή των «μεταρρυθμίσεων» που έπλητταν το εισόδημα των λαϊκών νοικοκυριών, τα συνδικαλιστικά και κοινωνικά δικαιώματα, την απασχόληση των εργαζομένων, το κοινωνικό ασφαλιστικό σύστημα, τις δημόσιες κοινωφελείς υπηρεσίες.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αρχικά και η τρικομματική κυβερνητική σύμπραξη στη συνέχεια (ΠΑΣΟΚ - Ν.Δ. - ΛΑΟΣ) δεν «λογάριαζε» το πολιτικό κόστος που προέκυπτε, εφόσον τα αντιδραστικά μέτρα που υιοθετούνταν, το ένα μετά το άλλο, επιβάλλονταν ως «απόλυτη καταναγκαστική προτεραιότητα», τόσο για την αντιμετώπιση της κλονιζόμενης κερδοφορίας του κεφαλαίου όσο και για τη μετακύλιση της αποπληρωμής του δημόσιου χρέους στους ώμους της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας.
Προέκυπτε έτσι μια συστηματική απονομιμοποίηση των αστικών πολιτικών κομμάτων, πρωτίστως της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας και δευτερευόντως της συντηρητικής παράταξης, με τη μεταστροφή των λαϊκών εργατικών στρωμάτων της κοινωνικής βάσης του ΠΑΣΟΚ προς τα αριστερά. Η μετατόπιση των εκπροσωπήσεων από το κοινωνικό διεκδικητικό επίπεδο στο πολιτικό και εκλογικό πεδίο που δρομολογήθηκε κατέληξε στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις που ακολούθησαν (Μαΐου και Ιουνίου 2012) στην εκτίναξη της εκλογικής επιρροής της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, με την ταυτόχρονη καθίζηση της πολιτικής εμβέλειας της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας.
Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης συνοδεύτηκε μάλιστα από την απομείωση της εκλογικής επιρροής και των υπολοίπων σχηματισμών της ελληνικής Αριστεράς, πράγμα που οφειλόταν στα χαρακτηριστικά της πολιτικής φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ: Ανάδειξη της προοπτικής της κυβέρνησης της Αριστεράς, επικέντρωση στην αντιπαλότητα στο κύριο επίδικο της ταξικής πάλης (μνημονιακές πολιτικές), ενωτική απεύθυνση συμπαράταξης στο σύνολο των αντιμνημονιακών προοδευτικών δυνάμεων.
Από το ριζοσπαστικό πολιτικό υποκείμενο στην κυβέρνηση
Επόμενο ήταν άρα οι αριστερές ριζοσπαστικές δυνάμεις να θέσουν στο επίκεντρο τη διαμόρφωση των πολιτικών προϋποθέσεων για την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας, σ' ολόκληρη την επόμενη περίοδο (Ιούνιος 2012 - Ιανουάριος 2015). Κατ' αυτόν τον τρόπο ο ΣΥΡΙΖΑ, από περιορισμένος αριστερός πολιτικός σχηματισμός που ήταν, με πρωταγωνιστική ωστόσο παρέμβαση στο αντινεοφιλελεύθερο κίνημα της προηγούμενης περιόδου διακυβέρνησης της Ν.Δ. (2004 - 09), όπως στην αντιπαλότητα για την αναθεώρηση του συνταγματικού άρθρου 16, στη νεολαιίστικη εξέγερση του Δεκεμβρίου 2008 κ.λπ., μετατοπίστηκε στο επίπεδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κι αυτό απέναντι σε μια κυβέρνηση που επιστράτευε πλέον το σύνολο των αστικών πολιτικών δυνάμεων (Ν.Δ. - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜ.ΑΡ.) προκειμένου να προωθήσει την πολιτική του ακραίου νεοφιλελευθερισμού.
Αυτό το άλμα της Ριζοσπαστικής Αριστεράς βασίστηκε προφανώς στις τρεις κυρίαρχες παραμέτρους της περιόδου: Από τη μια πλευρά, στο αντικειμενικό επίπεδο της ολοκληρωτικής παραφθοράς του σοσιαλδημοκρατικού κινήματος που ετίθετο στην εμπροσθοφυλακή της προαγωγής των πολιτικών των Μνημονίων και έτσι διαρρήγνυε τις ιστορικές σχέσεις εκπροσώπησης με τους «από κάτω». Από την άλλη πλευρά στο αδιέξοδο και την αναποτελεσματικότητα του απεργιακού λαϊκού κινήματος, που εξ αυτού του λόγου αναζητούσε πλέον πολιτική και εκλογική έκφραση. Τέλος στο υποκειμενικό επίπεδο, στα ιδιαίτερα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά που αποτύπωνε ο ΣΥΡΙΖΑ (αντιμνημονιακή επικέντρωση, ενωτική απεύθυνση, κυβερνητική προοπτική) σε σχέση με την υπόλοιπη ελληνική Αριστερά.
Η ανάδειξη πλέον της κυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας με κύριο κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ και τα πρώτα της βήματα ανταποκρίνονται στη διπλή λαϊκή προσδοκία: Αφενός της απαρχής αντιμετώπισης των ζωτικών προβλημάτων του εργαζόμενου κόσμου (υπερμεγέθης ανεργία, εισοδηματική αποψίλωση, φορολογικές επιβαρύνσεις, κατάρρευση δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών κ.ά.) με τα άμεσα μέτρα αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης και οικονομικής αναθέρμανσης. Αφετέρου της ευρωπαϊκής διεκδίκησης τροποποίησης των όρων και του ύψους αποπληρωμής του δημόσιου χρέους (διαγραφή ενός μέρους του, πληρωμή τόκων με ρήτρα ανάπτυξης κ.λπ.), που προφανώς δημιούργησε η ελληνική αστική τάξη με το πολιτικό της προσωπικό. Εντούτοις αυτό βαρύνει την ίδια την ελληνική κοινωνία (και γι' αυτό ακριβώς για το δημόσιο χρέος και την κοινωνική εξαθλίωση απαιτείται κατεπειγόντως να «πληρώσουν οι πλούσιοι»).
Από την αριστερή διακυβέρνηση στην ανάταξη του κινήματος
Η ίδια η κατάκτηση της πολιτικής διακυβέρνησης και τα μέτρα κοινωνικής σωτηρίας που λαμβάνει δημιουργούν πλέον εντελώς καινούργιους όρους για την ανασύσταση του κοινωνικού εργατικού κινήματος. Αυτό μετά τη διετή έξαρσή του (2010-12) περιήλθε, όπως είναι γνωστό, σε καθίζηση και αδρανοποίηση (2012-14) ακριβώς γιατί αντιμετώπιζε τον κυβερνητικό τοίχο της αδιαλλαξίας και της «αδιαφορίας» για το πολιτικό κόστος, αλλά και για μια σειρά επιπρόσθετων λόγων (πολυδιάσπαση συνδικαλιστικών παρατάξεων, αποψίλωση εργατικών σωματείων, απροσμέτρητη διόγκωση της ανεργίας, υπονομευτικός ρόλος του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού κ.λπ.). Οι νέες πολιτικές συνθήκες και τα μέτρα της πολιτικής εξουσίας είναι σε θέση με τα χαρακτηριστικά που μπορούν να έχουν να συμβάλουν σε μια δραστική ανάκαμψη των κοινωνικών συλλογικοτήτων.
Η ηθική πολιτική ανάταξη της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων πολιτών με την κυβερνητική διεκδίκηση τερματισμού της εφαρμογής των Μνημονίων, απαλλαγής από την τρόικα και απαίτησης νέας διαπραγμάτευσης για το δημόσιο χρέος, αντιπροσωπεύει μια πολυσήμαντη παράμετρο για την ανασύσταση του συλλογικού κοινωνικού ιστού. Και από την άλλη πλευρά τα μέτρα αποκατάστασης και εποπτείας εφαρμογής των βασικών κανόνων και ρυθμίσεων του Εργατικού Δικαίου τροποποιούν τους συσχετισμούς των δυνάμεων στην κοινωνική παραγωγή και διαμορφώνουν προϋποθέσεις ανασυγκρότησης των εργατικών σωματείων στην ιδιωτική καπιταλιστική οικονομία, και ταυτόχρονα επέκτασης των εργατικών μορφών συλλογικότητας. Ήδη η διοργάνωση των συγκεντρώσεων στις πλατείες με αφορμή τις διαπραγματεύσεις στα ευρωπαϊκά διευθυντικά όργανα (Eurogroup, Σύνοδος Κορυφής, Κομισιόν), αναδεικνύουν τις δυνατότητες εκ νέου ενεργοποίησης του λαϊκού παράγοντα, πράγμα που ενισχύει τα μέγιστα τη συνολική διαδικασία ριζοσπαστικών μετασχηματισμών.
Η πολιτική κατεύθυνση που μπορεί να έρχεται στην επιφάνεια από μια τέτοια ανάκαμψη του εργατικού κινήματος (όπως και των ανέργων, των συνταξιούχων κ.λπ.), από τη μια πλευρά εδραιώνει τον χαρακτήρα των αλλαγών που συντελούνται με την κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας και από την άλλη λειτουργεί προωθητικά για την παραπέρα επιτάχυνση της ριζοσπαστικοποίησης των λαϊκών επιδιώξεων. Κύρια κατεύθυνση αντιπαλότητας δεν είναι η κυβερνητική πολιτική με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά οι δυνάμεις κυρίως του επιχειρηματικού κεφαλαίου, της αστικής κυριαρχίας: Π.χ. η διεκδίκηση αποκατάστασης των εργατικών μισθών με τη λειτουργία ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων στις επιχειρήσεις και κλάδους του εταιρικού τομέα της οικονομίας, επιδιώκει την αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας και σε βάρος της σημαντικής κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων που παρουσιάζουν σημαντική αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων τους.
Από την ανασύσταση των συλλογικότητων στο κόμμα και τη ριζοσπαστικοποίηση της κυβερνητικής εξουσίας
Ο κύκλος αλληλοτροφοδότησης κινήματος - κόμματος - κυβέρνησης συμπληρώνεται με την ανασυγκρότηση του κοινωνικού κινήματος, το οποίο με τη σειρά του δεν μπορεί παρά να τροφοδοτεί εκ νέου το πολιτικό υποκείμενο της Ριζοσπαστικής Αριστεράς αναβαθμίζοντας τον ρόλο του, εμπλουτίζοντας τις επιδιώξεις του, προωθώντας παραπέρα την προαγωγή των ιστορικών στρατηγικών του στοχεύσεων: Των διαδικασιών κοινωνικοποίησης (από μορφές της παραγωγής μέχρι τη γνώση και την άσκηση της εξουσίας), της ριζικής αναδιανομής εισοδήματος προς όφελος των λαϊκών τάξεων, της πλήρους ανασυγκρότησης των δημόσιων κοινωφελών επιχειρήσεων και υπηρεσιών, του βαθιού εκδημοκρατισμού των διαδικασιών λήψης των αποφάσεων που αφορούν τη συνολική κοινωνική και οικονομική ρύθμιση κ.ά.
Μια τέτοια διαλεκτική διαδικασία, που συνοδεύεται από μια κοινωνική λαϊκή δυναμική, μετασχηματίζει στόχους, ρόλους και πρακτικές, μεταλλάσσει τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ και εμβαθύνει τον ριζοσπαστισμό της κυβερνητικής πολιτικής, κι αυτά με τη σειρά τους αναβαθμίζουν το ρόλο των συλλογικοτήτων της εργαζόμενης κοινωνίας. Η τροποποίηση αυτή των ταξικών συσχετισμών προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων και σε βάρος των δυνάμεων της αστικής ταξικής κυριαρχίας αντανακλάται με τη σειρά της στη σύνθεση και τους προσανατολισμούς του πολιτικού υποκειμένου, κι αυτό από την πλευρά του ανοίγει μεγαλύτερα πεδία ρηξικέλευθων παρεμβάσεων στην κυβερνητική πολιτική.