Live τώρα    
Ιδιωτικοποιήσεις / Η απογύμνωση ενός νεοφιλελεύθερου μύθου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ιδιωτικοποιήσεις / Η απογύμνωση ενός νεοφιλελεύθερου μύθου

Ιδιωτικοποίηση

Ο νεοφιλελευθερισμός από τις πρωταρχικές μορφές συγκρότησής του διαμόρφωσε δύο εντασιακά και συχνά συγκρουσιακά μεταξύ τους ζεύγη αντιθέσεων: την αντίθεση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού και την περιβάλλουσα αντίθεση μεταξύ οικονομίας και πολιτικής.

Ο Max Weber, ο οποίος ήρθε σε ρήξη με το κλασικό διαφωτιστικό πρότυπο (Καντ, Χέγκελ, αλλά και Μαρξ), με την περίφημη ρήση του περί «απομάγευσης του κόσμου», θεώρησε ότι υπάρχει θεμελιακός διαχωρισμός (οργανικού τύπου) μεταξύ των δύο βασικών, ιδεοτυπικών του σχημάτων, δηλαδή της πολιτικής και της οικονομίας.

Ο διαχωρισμός αυτός είχε ως συνέπεια ότι στο πεδίο της πολιτικής και σε αυτό της οικονομίας αναπτύσσονται και λειτουργούν δυο διαφορετικοί τύποι «ορθολογικοτήτων», γεγονός που επιβάλλει την πλήρη αυτονομία των δύο αυτών χαρακτηριστικών βεμπεριανών ιδεότυπων.

Συνέπεια του δομικού αυτού διαχωρισμού αποτελεί η παραδοχή ότι η σχέση πολιτικής και οικονομίας είναι εξωτερική και ότι η μόνη αποδεκτή παρέμβαση της πολιτικής είναι η νομοθέτηση κανόνων που θα επιτρέπουν την πλήρη αυτονομία της δράσης και των επιλογών της οικονομικής δομής.


Η αντινομική αυτή σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας αναδιαρθρώνεται μετά τη μεγάλη κρίση του 1929 στις ΗΠΑ και κυρίως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Ευρώπη. Ο ρόλος του κράτους αποκτά πρωτεύουσα σημασία, με συνέπεια η πολιτική-κρατική παρέμβαση να νομιμοποιείται πλήρως στην τριπολική σχέση κράτος-κεφάλαιο-εργασία. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας συμβαδίζει με την αύξηση των μισθών και τη διεύρυνση των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων, προωθώντας τη γενική ευημερία.

Στα όρια πάντα του εθνικού κράτους και των αναγκών της σύνολης κοινωνικής και οικονομικής αναπαραγωγής, εδραιώνονται οι θεσμοί του κοινωνικού κράτους στην Εκπαίδευση, στην Υγεία, στην περίθαλψη, στην εργασία.

Το κράτος παράλληλα διασφαλίζει την παροχή των δημόσιων αγαθών (ενέργεια, νερό, υποδομές, κ.λπ.), επεμβαίνοντας ακόμα και στις ρυθμίσεις των μακροοικονομικών μεγεθών.

1. Η νεοφιλελεύθερη επέλαση

Η μεγάλη κρίση του 1973, με την κατάργηση της Συνθήκης του Bretton Woods, και η ανάγκη αναδιάρθρωσης του κλασικού καπιταλιστικού υποδείγματος, με τη σταδιακή κατάργηση των εθνικών συνόρων και τον νέο τύπο της παγκόσμιας επιχείρησης, συνδυάστηκαν και καθοδηγήθηκαν από το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα.
Με βάση το πλαίσιο αυτό, αναδύθηκε τη δεκαετία του 1980 το πρώιμο νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα στις ΗΠΑ και στη Μ. Βρετανία, με πολιτική έκφραση το δίδυμο Θάτσερ-Ρίγκαν.


Η διάλυση της ΕΣΣΔ, που νοηματοδοτείται με την πτώση του Τείχους, επιτρέπει τη διαμόρφωση ενός παγκόσμιου πεδίου δράσης για το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, το οποίο από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 μετασχηματίζεται -με την αυτονόμηση της χρηματοπιστωτικής δομής- στο σχήμα του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου-χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού.

Ο ακραίος αντικρατισμός, η θεοποίηση των μηχανισμών του ανταγωνισμού, καθώς και η υπονόμευση των θεσμών του κοινωνικού κράτους συνδυάστηκαν με την απονεύρωση και τη σταδιακή ενσωμάτωση των συνδικάτων και, κυρίως, με την ανάληψη από την πλευρά της Σοσιαλδημοκρατίας ενός ηγεμονικού ρόλου για την προώθηση και την ιδεολογικοπολιτική «νομιμοποίηση» του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου προτύπου.

2. Οι ιδιωτικοποιήσεις στη χώρα μας

Μέσα σ’ αυτό το ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο εξελίχθηκε ιστορικά η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων στη χώρα μας. Η κυβέρνηση της Ν.Δ. που συγκροτήθηκε το 1990 υιοθέτησε το μοντέλο της βίαιης προώθησης των ιδιωτικοποιήσεων και σε οικονομικό και σε κοινωνικό και σε ιδεολογικό επίπεδο (ΑΓΕΤ, Αστικές Συγκοινωνίες, ΟΤΕ), το οποίο ωστόσο οδηγήθηκε σε πλήρη αποτυχία.

Η περίοδος διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ (1996-2004) εισήγαγε αρχικώς το παράδειγμα ενός «ήπιου» νεοφιλελευθερισμού με ιδεολογικοπολιτικό πρόταγμα το εγχείρημα του εκσυγχρονισμού, το οποίο κινήθηκε σε δύο βασικούς άξονες: της ιδιωτικοποίησης και της αποκρατικοποίησης. Στο πεδίο των αποκρατικοποιήσεων, με βάση τις στρατηγικές συμμαχίες, την αλλαγή ιδιοκτησίας και τις μετοχοποιήσεις, εντάχθηκαν ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, ΔΕΠ, ΕΛ.ΠΕ. κ.ά. Στο πεδίο των ιδιωτικοποιήσεων ανήκουν οι περιπτώσεις της Ιονικής, της ΕΤΒΑ, των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, της Διώρυγας της Κορίνθου κ.ά.

Η κυβέρνηση της Ν.Δ. (2004-2009) κινήθηκε επιταχυντικά ακολουθώντας το ίδιο μοντέλο, το οποίο διεύρυνε και εμβάθυνε. Η περίοδος των Μνημονίων -ιδιαίτερα στην πρώτη της φάση (2011-2014)- εξελίχθηκε σε μια πρωτοφανή λεηλασία της δημόσιας περιουσίας, του εθνικού πλούτου και των δημόσιων και κοινωνικών αγαθών. Σε ένα «δεύτερο κύμα», με την επόμενη κυβέρνηση της Ν.Δ. (2019-2023), ολοκληρώθηκε ο καταστροφικός κύκλος, με αποτέλεσμα η παραγωγική-οικονομική δομή της χώρας, οι θεσμοί του κοινωνικού κράτους, τα εισοδήματα και τα δικαιώματα των εργαζομένων να συγκρίνονται με τις πλέον μελανές καταστάσεις της πρώτης μνημονιακής περιόδου. Κλειστές ομάδες συμφερόντων έχουν καταλάβει κρίσιμους τομείς της οικονομικής-παραγωγικής δομής (τράπεζες, ενέργεια, δημόσια έργα, αλυσίδες τροφίμων, μεταφορές, υποδομές), έχοντας ταυτόχρονα αυτονομηθεί από κάθε είδους πολιτικό και θεσμικό έλεγχο.

3. Ένας πρώτος απολογισμός

Οι ιδιωτικοποιήσεις και οι αποκρατικοποιήσεις εδώ και σαράντα περίπου χρόνια αποτέλεσαν και αποτελούν ακόμα, σύμφωνα με τα εγχώρια οικονομικοπολιτικά συμφέροντα, μια νέα «σωτηριολογία» που υπόσχεται αύξηση του ΑΕΠ, αύξηση της παραγωγής και της παραγωγικότητας, νέες τεχνολογικές δομές, αποφασιστική συμβολή στην πρόοδο και στη γενική ευημερία.

Αν αποτιμήσουμε συνολικά τις ιδιωτικοποιήσεις και τις επιπτώσεις τους πάνω στην παραγωγική και κοινωνική δομή της χώρας μας, θα διατυπώσουμε τις ακόλουθες ενστάσεις:

1. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να πιστοποιεί ότι οι ιδιωτικοποιήσεις συνέβαλαν στην προώθηση ενός νέου παραγωγικού προτύπου, ότι διαμόρφωσαν όρους για μια συνολική κοινωνική ευημερία ή ότι μέσα από τον ανταγωνισμό δημιούργησαν συνθήκες μείωσης του κόστους παραγωγής.

Αντίθετα, ο χρηματοπιστωτικός τομέας, ενώ έχει απορροφήσει για πολλές δεκαετίες δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ από το κράτος, βρίσκεται σε μία οιονεί κρίση και αρνείται να συμβάλει στην ενίσχυση της οικονομίας. Στον τομέα της ενέργειας έχει διαμορφωθεί ένα καρτέλ που κερδοσκοπεί ασύδοτα σε βάρος της εθνικής οικονομίας και των καταναλωτών, ενώ κρίσιμες βιομηχανικές δομές (Ναυπηγεία, ΛΑΡΚΟ κ.ά.) έχουν πλήρως απαξιωθεί.

2. Υπάρχουν δύο κρίσιμες παράμετροι που αφορούν την ίδια την υπόσταση και δομή των ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων:

α) Το θέμα της χρηματοδότησης. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ίδιες επενδύσεις είναι ανεπαρκείς ή και ανύπαρκτες και η χρηματοδότηση καλύπτεται από τράπεζες, από πόρους του ΕΣΠΑ και συχνά με εγγυήσεις του Δημοσίου. Η κερδοφορία τους παραμένει περίπου ανεξέλεγκτη, δεν επενδύεται, αλλά διαβιβάζεται σε funds ή επενδύσεις στο εξωτερικό. Όταν χρεοκοπήσουν, το κόστος αναλαμβάνεται από το Ελληνικό Δημόσιο, ενώ η ιδιοκτησία της επιχείρησης μπορεί να μεταβιβασθεί, χωρίς κανέναν έλεγχο, στον οποιονδήποτε «επενδυτή».

β) Η περίφημη επαγγελία περί ανταγωνισμού που θα οδηγούσε σε μείωση των τιμών του προϊόντος αποτελεί μύθο. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει αγορά, αλλά συγκροτούνται καρτέλ και ολιγοπώλια που δρουν ανεξέλεγκτα, όπως ήδη προαναφέρθηκε.

Στην πραγματικότητα, με τις ιδιωτικοποιήσεις, το κρατικού-δημοσίου χαρακτήρα μονοπώλιο μετατρέπεται σε ιδιωτικού τύπου μονοπώλιο, το οποίο διαχειρίζεται είτε μια κλειστή ομάδα επιχειρηματιών είτε ξένα κρατικού τύπου μονοπώλια (βλ. ΟΣΕ, ΟΤΕ).

γ) Ακόμα και στις περιπτώσεις αυτές, η ιδιωτικοποίηση αφορά ορισμένα τμήματα ή λειτουργικές δομές των δημόσιων επιχειρήσεων ή οργανισμών που διασφαλίζουν στους ιδιώτες ακώλυτη κερδοφορία. Αντίθετα, η συντήρηση δικτύων ή υποδομών παραμένει στο κράτος ως μη αρκούντως επωφελής για τους ιδιώτες.

δ) Η πλέον, ίσως, σημαντική παράμετρος που αφορά τις ιδιωτικοποιήσεις, οι οποίες συμπληρώνουν ήδη τέσσερις δεκαετίες στη χώρα μας, είναι η ευθύνη και ο απολογισμός απέναντι στο κοινωνικό σύνολο.

Το κράτος και η εκτελεστική εξουσία έχουν την απόλυτη ευθύνη για τη συνοχή και αναπαραγωγή της κοινωνικής και οικονομικής δομής. Αντίθετα, ο ιδιώτης που χειρίζεται δημόσια αγαθά (ενέργεια, νερό, υποδομές, συγκοινωνίες, επικοινωνίες κ.λπ.) έχει ως απόλυτο κριτήριο το κέρδος και στη βάση αυτού μπορεί να οδηγήσει σε νέες κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, ενώ μπορεί να αφεθούν στην τύχη τους τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα.

Το κυριότερο όμως είναι ότι η επιχειρηματική δομή δεν απολογείται ούτε στην εκτελεστική εξουσία ούτε στους πολίτες, παρά μόνον εάν οι θιγόμενοι προσφύγουν στη Δικαιοσύνη. Τα ιδιωτικά-επιχειρηματικά υποκείμενα είναι, στις περισσότερες περιπτώσεις, «αόρατα», απρόσβλητα, ανεύθυνα απέναντι στην κοινωνία και στους δημοκρατικούς θεσμούς, αφού ο οργανικός χώρος αναφοράς τους παραμένουν η νεοφιλελεύθερη αγορά και οι μηχανισμοί της.


Καταληκτικά: Διαμορφώνεται ένας σαφής, θεμελιακού τύπου διαχωρισμός. Τόσο τα φυσικά αγαθά (νερό, περιβάλλον) που αποτελούν φυσικά μονοπώλια όσο και αγαθά που είναι αναγκαία για την αναπαραγωγή της σύνολης κοινωνικοοικονομικής ζωής (Υγεία, Εκπαίδευση, περίθαλψη, υποδομές, ενέργεια) οφείλουν είτε να ανήκουν στο κράτος είτε να βρίσκονται κάτω από την άμεση και αυστηρή εποπτεία του. Η πολιτική εξουσία, ως άμεση και αυθεντική έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, συνιστά τη μόνη ύπατη και νομιμοποιούμενη Αρχή που μπορεί να διασφαλίζει και να προστατεύει τα δημόσια κοινωνικά αγαθά, αποτρέποντας τη μετατροπή τους σε εμπορεύματα και σε αντικείμενα κερδοσκοπίας.

Τα κοινωνικά-δημόσια αγαθά αποτελούν από τη φύση τους αναπαλλοτρίωτες αξίες χρήσεις και δεν μπορούν να αποτιμώνται ως απλές ανταλλακτικές αξίες. Αυτή η βασική αρχή οφείλει να επικαθορίζει κάθε επιλογή σε ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, που ως θεμελιώδεις του αρχές ορίζονται η δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη, η ισονομία, η κοινωνική πρόοδος και η δίκαιη ανάπτυξη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL