Γενικά, δηλαδή, είναι αυτό που λέμε πως όποιος πονάει γαϊδουρινά φωνάζει. Και μπορεί αυτό να είναι κανόνας, αλλά δεν συμβαίνει πάντα.
Όπως και να έχει όμως, και μόνο το γεγονός ότι έρχονταν γιορτές σήμαινε αυτόματα πως έπρεπε να φορτωθεί το αυτοκίνητο με τα μπαγκάζια, το ντεπόζιτο με καύσιμα και τα θερμός με καφέ για το ταξίδι στο χωριό. Ένα ταξίδι που ομολογουμένως είναι μακρύ. Από το κέντρο στην άκρη της Ελλάδας πάνω από 600 χιλιόμετρα διαδρομή. Αν ήθελε να είναι τυπική με τα όρια ταχύτητας, το ταξίδι διαρκεί πάνω από 9-10 ώρες στην καλύτερη περίπτωση.
Από την αρχή της εβδομάδας, στο όνομα της μεγάλης εκδρομής η ένταση στη δουλειά έπρεπε να ανέβει. Κάθε εκκρεμότητα έπρεπε να κλείσει ώστε οι ημέρες των διακοπών να είναι ξεκούραστες. Ούτε για καφέ, ούτε για ποτό, ούτε για φαγητό διέθεσε χρόνο. Μονάχα δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά και κλείσιμο εκκρεμοτήτων. Και άνοιγμα των σακ βουαγιάζ και των ντουλαπών για τη μετάγγιση.
Κάπως έτσι πέρασαν οι ημέρες μέχρι να βγει το ένα κλειδί από την εξώπορτα και να μπει το άλλο στη μίζα του αυτοκινήτου.
Έφτιαξε το κάθισμα, πέρασε τη ζώνη ασφαλείας μπροστά από το σώμα της με μια κίνηση του χεριού και στριφογύρισε το ποτήρι του καφέ στη θήκη πίσω από το χειρόφρενο για να σφηνώσει. Έπειτα διάλεξε σταθμό στο ραδιόφωνο.
Στα ταξίδια υπάρχουν δύο διαφορετικοί τύποι ακροατών ραδιοφώνου. Ο ένας τύπος είναι εκείνος που προτιμά τους μουσικούς σταθμούς. Συντονίζεται σε μία συχνότητα και μέχρι τα παράσιτα να καλύψουν τις νότες μένει εκεί. Έπειτα προχωρά σε επόμενο σταθμό, που δεν έχει σημασία ποιος θα είναι αρκεί να παίζει μουσική.
Η άλλη κατηγορία είναι εκείνοι που επιλέγουν σταθμούς που παίζουν λιγότερο ή και καθόλου μουσική αλλά οι εκφωνητές γεμίζουν την ώρα με ομιλίες, σκέψεις, τσιτάτα μερικές φορές που είναι προσεκτικά επιλεγμένα για τις ημέρες και άλλοτε που σε κατακλύζουν με πληροφορίες για κάθε θέμα και επί παντός επιστητού. Ό,τι αφορά την επικαιρότητα.
Η πρώτη κατηγορία ακροατών είναι αυτοί που θα λέγαμε πως βλέπουν το ταξίδι ως χαλάρωση και προετοιμασία για την αλλαγή της διάθεσης από κουρασμένος και ξε-κουρασμένος. Η δεύτερη είναι εκείνοι που έχουν την ανάγκη να νιώθουν συντροφιά.
Στρίβει στο τελευταίο φανάρι της πόλης, ισιώνει το τιμόνι και ανακάθεται στο κάθισμα. Τώρα οι αλλαγές στις ταχύτητες του αυτοκινήτου είναι πιο μακριές και το μοτέρ μουγκρίζει μέχρι να μπει και η τελευταία ταχύτητα.
Όριο ταχύτητας 130, τα πρώτα παράσιτα, αλλαγή σταθμού και φρένα.
Υποχρεωτική έξοδος σε παρακαμπτήριες οδούς λόγω αγροτικών μπλόκων. Οι τρεις λωρίδες κυκλοφορίας του αυτοκινητόδρομου έγιναν μία επαρχιακής οδού και οι 10 ώρες, 13. Σε μία στροφή.
Το δεξί χέρι κατέβηκε από το τιμόνι και έπιασε τον λεβιέ των ταχυτήτων, δευτέρα, τρίτη, πάλι δευτέρα και το μοτέρ πάλι άρχισε να μουγκρίζει καθώς ανέβαινε τον Μπράλο, καθώς κατέβαινε από τον Μπράλο, καθώς ανέβαινε στα Μετέωρα και κατέβαινε από την Καλαμπάκα.
Όταν δεν μούγκριζε το αυτοκίνητο και δεν σφύριζαν τα φρένα, μούγκριζε εκείνη. Όχι για τους αγρότες· αλίμονο.
Για την κυβέρνηση μούγκριζε, που άφησε τους ανθρώπους στα μπλόκα χωρίς λεφτά, χωρίς ελπίδα, που άφησε την αγροτική παραγωγή χωρίς σχέδιο και χωρίς μέλλον.
Όπως αφήνει τους άστεγους να κοιμούνται δίπλα στα φωτισμένα δεντράκια των δρόμων, όπως αφήνει τα ορφανά στα ιδρύματα, όπως ξεχνά τους ηλικιωμένους που μετά από τόσα χρόνια δουλειάς ζούνε με συντάξεις πείνας και χωρίς δώρα που έχουν πληρώσει.
Όπως αφήνει τους εργαζόμενους με λειψό το χριστουγεννιάτικο τραπέζι γιατί αυτοί είναι οι κανόνες της ελεύθερης αγοράς.