Live τώρα    
12°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
12 °C
8.8°C14.0°C
2 BF 85%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
10 °C
7.5°C11.6°C
1 BF 87%
ΠΑΤΡΑ
Αυξημένες νεφώσεις
13 °C
8.0°C12.7°C
1 BF 85%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
12 °C
11.6°C13.0°C
3 BF 87%
ΛΑΡΙΣΑ
Ομίχλη
4 °C
3.9°C7.9°C
0 BF 100%
Παραβατικότητα ανηλίκων / Καμπανάκι για όλους η αύξησή της
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Παραβατικότητα ανηλίκων / Καμπανάκι για όλους η αύξησή της

133430262.png

Η έξαρση της παραβατικότητας των ανηλίκων είναι ένα φαινόμενο που απασχολεί ιδιαίτερα την επικαιρότητα τον τελευταίο χρόνο. Τους τελευταίους μήνες, σχεδόν κάθε εβδομάδα έρχεται στο φως της δημοσιότητας τουλάχιστον ένα βίαιο επεισόδιο με ανήλικους θύτες και θύματα. «Συμπλοκή 15 ανηλίκων και εφήβων στον ΗΣΑΠ Περισσού», «Σοκαριστικό περιστατικό κακοποίησης κουταβιού από μικρό παιδί καταγράφηκε σε χωριό στις Σέρρες», «Θύματα ληστείας από μία παρέα τριών ανηλίκων έπεσαν δύο 14χρονοι στη Νίκαια», «Τέσσερις ανήλικοι κατηγορούνται για βιασμό γυναίκας στον Τύρναβο», «Συνελήφθη στο Ίλιον 13χρονος, ο οποίος εισέβαλε σε επιχείρηση εστίασης και επιτέθηκε σε 28χρονο εργαζόμενο, απειλώντας τον με σουγιά», μερικοί από τους τίτλους που κατακλύζουν τα δελτία ειδήσεων.

Παρακολουθώντας αυτή την ειδησεογραφία, αναρωτιέται κανείς αν πράγματι η βαριά παραβατικότητα παιδιών και εφήβων έχει αυξηθεί ή αν απλώς στις μέρες μας καταγγέλλονται περισσότερα περιστατικά απ’ ό,τι παλιότερα ή αν τέτοια θέματα προβάλλονται περισσότερο στην εποχή του ηλεκτρονικού Τύπου και των σόσιαλ μίντια. Τα τόσα περιστατικά σχολικού εκφοβισμού, οπαδικής βίας, ξυλοδαρμών, σεξουαλικής κακοποίησης, κακοποίησης ζώων, ωστόσο, μας φέρνουν όλους αντιμέτωπους με το θλιβερό γεγονός πως ένας μεγάλος αριθμός παιδιών εντός της ελληνικής κοινωνίας στερείται της ανεμελιάς των παιδικών χρόνων, είτε είναι τα θύματα που καλούνται να διαχειριστούν το τραύμα είτε είναι οι θύτες που καταφεύγουν στην αγριότητα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομίας, φαίνεται να παρατηρείται όντως μία αύξηση της βίας μεταξύ ανηλίκων τα τελευταία χρόνια. Το 2021 η ΕΛ.ΑΣ. χειρίστηκε περισσότερα από 1.100 περιστατικά που στην πλειονότητά τους αφορούσαν αξιόποινες πράξεις παντός είδους, ενώ το 2022 χειρίστηκε 5.562 υποθέσεις. Από τους 133 ανήλικους που κατηγορήθηκαν για πρόκληση σωματικών βλαβών το 2022, 68 κατηγορήθηκαν για επικίνδυνες σωματικές βλάβες, 102 δικογραφίες σχηματίστηκαν για τον νόμο περί όπλων, ενώ 22 ανήλικοι συνελήφθησαν για βιασμό.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είμαστε μπροστά σε ένα κοινωνικό πρόβλημα που δεν αντιμετωπίζεται μόνο εντός των αστυνομικών τμημάτων και των δικαστικών αιθουσών, αλλά πριν και έξω από αυτά. Η βαριά παραβατικότητα παιδιών και εφήβων είναι μία ηχηρή καμπάνα για τον κόσμο των ενηλίκων. Είναι απόρροια μιας κοινωνίας απομόνωσης και αλλεπάλληλων κρίσεων, στην οποία πολλά παιδιά, ελλείψει υποστήριξης, βοήθειας και κατάλληλων προτύπων, στρέφονται στη βία.
 

«Το σχολείο απηχεί ό,τι γίνεται έξω στην κοινωνία»

Ερευνα του Οργανισμού Το Χαμόγελο του Παιδιού που δημοσιεύτηκε στις 21 Μαρτίου 2023 φέρνει στο φως τις τραγικές διαστάσεις που λαμβάνει το φαινόμενο του μπούλινγκ. Ένα στα τρία παιδιά (32,4%) σε όλη την Ελλάδα δέχεται σχολικό εκφοβισμό. Μάλιστα, όπως προκύπτει από την εν λόγω έρευνα, ο σχολικός εκφοβισμός είναι φυλετικός, ενώ εκδηλώνεται περισσότερο σε κορίτσια και σε φτωχά παιδιά. Τα παιδιά με δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, τα παιδιά δηλαδή που εξαιτίας της δύσκολης και σκληρής καθημερινότητας που αντιμετωπίζουν μοιάζουν πιο ευάλωτα και αδύναμα στα μάτια των συμμαθητών τους. Τέλος, ένα από τα ενδιαφέροντα στοιχεία της έρευνας είναι ότι 1 στα 6 παιδιά σε όλη τη χώρα δηλώνουν πως αισθάνονται ότι το σχολείο τους δεν τους μαθαίνει να μην εκφοβίζουν τους συμμαθητές τους.

Ερευνα του ΕΚΠΑ αναδεικνύει ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό σχολικού εκφοβισμού μετά την πανδημία, με τα περιστατικά να αγγίζουν το 50%-60% του εφηβικού πληθυσμού. Σύμφωνα με την έρευνα, το 70,6% των μαθητών αναφέρει ότι υπήρξαν μάρτυρες εκφοβισμού στο σχολείο, ενώ το 64% των μαθητών που υφίσταται εκφοβισμό δεν το αναφέρουν. Ιδιαίτερα θλιβερό το γεγονός που προκύπτει από τα ευρήματα της έρευνας ότι 1 στα 5 παιδιά (20%) απομακρύνεται ή διακόπτει το σχολείο λόγω εκφοβισμού καθώς αδυνατεί να διαχειριστεί την κατάσταση.

Ο Β., καθηγητής σε Γενικό Λύκειο στο κέντρο της Αθήνας (τα στοιχεία του είναι στη διάθεση της εφημερίδας), μίλησε στην ΑΥΓΗ της Κυριακής για το περιστατικό σχολικού εκφοβισμού με μαθητή ο οποίος ανήκε σε συμμορία εξωσχολικών και υπό την απειλή της σωματικής βίας εκβίαζε συμμαθητές του, ενώ κατά τη διάρκεια του διαλείμματος έκλεβε προσωπικά τους αντικείμενα και χρήματα. «Κατάλαβα ότι κάτι συμβαίνει όταν τον είδα να διαπληκτίζεται έντονα με συμμαθητή του και όταν μπήκα στην αίθουσα τού έκανε νόημα να μην μιλήσει». Απευθύνθηκα στον συμμαθητή του και εκείνος αποκάλυψε τις απειλές και μου εξέφρασε τον φόβο του λέγοντάς μου «ποιος θα με προστατεύσει εμένα έξω από το σχολείο;». Όλα τα παιδιά φοβόντουσαν να μιλήσουν. Οι καθηγητές και ο διευθυντής αντιμετώπισαν το περιστατικό, ενώ έκτοτε ανέλαβαν δράσεις για την πρόληψη αντίστοιχων φαινομένων μέσω της ευαισθητοποίησης των μαθητών/τριών για την αποδοχή της διαφορετικότητας και την καλλιέργεια κλίματος συνεργασίας. Μετά την ολοκλήρωση των δράσεων, επιτροπή καθηγητών προχώρησε στη δημιουργία ερωτηματολογίων ώστε να εξετάσει τις απόψεις και τις στάσεις των μαθητών/τριών για τις μεταξύ τους σχέσεις, τον σεβασμό στη διαφορετικότητα και τα φαινόμενα σχολικού εκφοβισμού. Η συντριπτική πλειονότητα των μαθητών δήλωσε ότι πλέον νιώθει ασφάλεια στο διάλειμμα και στους χώρους του σχολείου. «Το σχολείο απηχεί ό,τι γίνεται έξω στην κοινωνία. Η βία που εισπράττουν έξω από το σχολείο δεν μπορεί να μην εκφράζεται μέσα στο σχολείο» σημειώνει ο Β. και τονίζει την ανάγκη της παρουσίας ψυχολόγων εντός του σχολείου. «Πριν από 7 χρόνια επισκεπτόταν το σχολείο ψυχολόγος μία φορά την εβδομάδα. Το γραφείο της είχε τεράστια προσέλευση μαθητών. Τα παιδιά ήθελαν τη βοήθεια».

Πλέον τα παιδιά μεγαλώνουν σ’ έναν κόσμο καθολικής βίας

Του Δημήτρη Αναγνωστόπουλου

Ο έφηβος αυτό που δεν μπορεί να εκφράσει, να το επεξεργαστεί μέσα του για διάφορους λόγους το μετατρέπει σε πράξη, το εκδραματίζει. Μεταφράζει σε πράξη τον θυμό του απέναντι σε μία φιγούρα εξουσίας με την οποία δεν μπορεί να συνομιλήσει ψυχικά. Η αύξηση των παραπτωματικών συμπεριφορών, που παρατηρείται σε πολλές μορφές, έρχεται ως συνέπεια μιας αύξησης και της παθολογίας στα παιδιά και στους εφήβους, που είναι συνάρτηση μιας κοινωνικής παθολογίας, η οποία περιλαμβάνει τους θεσμούς, τις αξίες, την οικογένεια και το σχολείο. Τα πιο ευάλωτα άτομα εκφράζονται μέσω της επιθετικότητας. Η επιθετικότητα δεν είναι πάντα συνώνυμο της βίας. Είναι κάτι το οποίο επιτρέπει στον άνθρωπο όχι απλώς να επιβιώσει, αλλά και να δημιουργήσει. Όταν μετατρέπεται σε βία, συντρέχει μία αδυναμία του παιδιού να εμπεριέξει στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στη ζωή του τις ψυχολογικές δυσκολίες και να τις διεργαστεί με έναν τρόπο θετικό. Επομένως, τις βγάζει με αυτόν τον βίαιο τρόπο στη συμπεριφορά. Και αυτό έχει να κάνει με τη σχέση που μας κάνει ανθρώπους, η οποία ξεκινά από την οικογένεια, περνάει στο περιβάλλον, στο σχολείο, στους θεσμούς, στην ιδεολογία και στην κοινωνία μέσα στην οποία μεγαλώνουμε.

Πλέον τα παιδιά μεγαλώνουν σ’ έναν κόσμο καθολικής βίας. Βία σωματική, ψυχολογική, ιδεολογική, και πάνω απ’ όλα μία βία η οποία δεν μας επιτρέπει με κανέναν τρόπο να βρούμε άλλους δρόμους για να αντιμετωπίσουμε τη διαφωνία, τη δυσκολία, την αντίρρησή μας σε οτιδήποτε. Άρα τα παιδιά μας μαθαίνουν στον δρόμο της βίας. Αξίζει να αναλογιστεί κανείς τι αντιμετώπισαν οι νέοι κάθε φορά που διαμαρτυρήθηκαν διεκδικώντας κάτι διαφορετικό. Αντιμετώπισαν ξύλο και χαρακτηρίστηκαν παλιόπαιδα, μία βία ιδεολογική, που τους καταστρέφει κάθε αξία, κάθε πρότυπο, κάθε νόημα ζωής. Έρχονται αντιμέτωπα με ένα κοινωνικό σύστημα που όλες του οι αξίες είναι ψευδεπίγραφες, καθώς και με τη βία της εξατομίκευσης: «Καθένας μόνος του».

Ολα αυτά προσπαθούν να τα διεργαστούν μέσα σ’ ένα σχολείο απαξιωμένο, που προωθεί μία τεχνοκρατική εκπαίδευση, όπου υπάρχουν φαινόμενα μπούλινγκ, με τους δασκάλους να μην μπορούν να βάλουν όρια, να νιώθουν αδύναμοι. Έπειτα εντός της οικογένειας ο γονιός συχνά αδυνατεί να βάλει πλαίσιο και όριο, γιατί και ο ίδιος είναι υποτιμημένος, είναι χαμένος. Το καλό σενάριο είναι να ζητήσει βοήθεια. Η βοήθεια που χρειαζόμαστε είναι οι υπηρεσίες, οι οποίες ωστόσο δεν υπάρχουν. Δεν υπάρχει φροντίδα ψυχικής υγείας, δεν υπάρχουν μονάδες εξειδικευμένες, συνεργατικές πολιτικές Παιδείας-Υγείας. Σε ατομικό επίπεδο, κάποια παιδιά θα βοηθηθούν. Αν, για παράδειγμα, στο 1 εκατομμύριο χρειάζονται τα 100.000 παιδιά βοήθεια, από αυτά τα 10.000 έχουν κάποιου είδους επαφή με υπηρεσία, και από αυτά τα 1.000 έχουν επαφή με κατάλληλη υπηρεσία, και μόνο το 2% από αυτά θα ’χει τη σωστή αντιμετώπιση. Ατομικές λύσεις, όμως, δεν υπάρχουν και θα πρέπει όλοι μαζί να αναλάβουμε δράση σε άλλη κατεύθυνση. Δεν αρκεί να λέμε «οι κακοί έφηβοι που είναι πιο παραβατικοί απ’ ό,τι η γενιά μας». Οι έφηβοι είναι αυτοί που είναι γιατί κάποιες συνθήκες σήμερα τους οδηγούν εκεί, και γι’ αυτές τις συνθήκες εμείς οι ενήλικες είμαστε υπεύθυνοι. Την ευθύνη για τη ζωή τους την έχουμε εμείς είτε ως γονείς είτε ως δάσκαλοι είτε ως πολίτες ή ως επαγγελματίες. Πρέπει να επικεντρωθούμε στην πρόληψη, εστιάζοντας στις ρίζες του προβλήματος. Στην Ελλάδα δεν έχουμε ούτε μία μελέτη που να μας λέει πώς είναι η παθολογία των παιδιών, έστω σε μία στιγμή του χρόνου. Είμαστε κάθε άλλο παρά παιδοκεντρική κοινωνία.

* Ομότιμος καθηγητής Παιδοψυχιατρικής ΕΚΠΑ, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής

Ανάγκη για υποστήριξη της σχολικής κοινότητας

Του Κωστή Παπαϊωάνου

Υπάρχει μία διάχυση του φαινομένου της παραβατικότητας των ανηλίκων. Αυτό που είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό είναι ότι συμπεριφορές καταφυγής στη βία ή σε μία τραμπούκικη συμπεριφορά έχουν πλέον παιδιά από τις μεγάλες τάξεις του Δημοτικού και το Γυμνάσιο. Τπαοο δεύτερο στοιχείο είναι ότι υπάρχει καταφυγή και σε πιο ακραία βία, με όπλα, μαχαίρια, με ξύλο, το οποίο δεν είναι μια χαμηλής έντασης σωματική κακοποίηση. Η ένταση αυτή έχει αρκετούς εξωγενείς παράγοντες. Σημαντικό ρόλο έπαιξε η διετία της καραντίνας, καθώς αρκετά παιδιά δεν είχαν για μεγάλο διάστημα ένα σταθερό πλαίσιο, μια οριοθέτηση συμπεριφορική. Πολλά από αυτά έμεναν πάρα πολλές ώρες μόνα τους στο σπίτι, χωρίς σταθερή απασχόληση, χωρίς ένα πλαίσιο κανόνων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, και το οποίο διατάραξε κάποια σχετικά ομαλή κοινωνικοποίηση και πορεία προς την εφηβεία. Ένα άλλο στοιχείο είναι η σύνδεση με ζώνες δραστηριοτήτων, σχετικές με τον οπαδισμό και τον νεοφασισμό. Σε κάποιες περιοχές και σχολεία το φαινόμενο έχει κάποια ιδιαίτερα δικά του χαρακτηριστικά, όπως η αντιπαλότητα ανάμεσα σε ομάδες, σχολεία και γειτονιές, που είναι το επόμενο στάδιο του ενδοσχολικού εκφοβισμού.

Είναι εμφανές ότι σε καμία περίπτωση η σχολική κοινότητα δεν είναι οργανωμένη και καταρτισμένη ώστε να διαχειριστεί βαριάς έντασης περιστατικά. Και ειδικά όταν υπάρχει μία συσσώρευση έντασης σ’ ένα σχολικό συγκρότημα, όπως οι περιπτώσεις πριν δυο χρόνια στα ΕΠΑ.Λ. της Θεσσαλονίκης. Εκεί φάνηκε η απουσία ενός πλάνου ενεργειών υποστήριξης της σχολικής κοινότητας από την πλευρά της Πολιτείας. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται αφενός μία αστραπιαία πυροσβεστική παρέμβαση στήριξης της κοινότητας και σε δεύτερο χρόνο μεσοπρόθεσμα προγράμματα εκπαίδευσης στα δικαιώματα, στη συνύπαρξη, στην ειρηνική επίλυση των διαφορών. Σε περιπτώσεις βαριά παραβατικών μελών σχολικής κοινότητας, που χρήζουν ίσως ριζικής αντιμετώπισης, θα χρειαστεί και ένα πρωτόκολλο καταστολής. Απαραίτητη είναι η εμπλοκή των συλλόγων γονέων. Πολλοί γονείς έχουν μία τάση αποστασιοποίησης, δεν θέλουν να εμπλακούν, στη λογική να προστατέψουν το δικό τους παιδί ή στη λογική του μαύρου προβάτου, ότι το πρόβλημα είναι συγκεκριμένα παιδιά και σαν η απομάκρυνσή τους να μπορεί να λύσει ένα πρόβλημα διάχυτης βίας. Δυστυχώς όμως δεν είναι έτσι. Δεν μπορεί μία σχολική κοινότητα να λειτουργήσει όταν ο καθένας περιχαρακώνεται.

Χρειάζονται πολιτικές πρόληψης. Έχουν δοκιμαστεί σε σχολεία ομάδες -των ίδιων των παιδιών- διαμεσολάβησης, που εκπαιδεύονται μέσα από προγράμματα ευαισθητοποίησης στα ζητήματα της ενδοσχολικής βίας και λειτουργούν μετά σαν μέλη της σχολικής κοινότητας τα οποία έχουν την ιδιαίτερη ευθύνη να εντοπίσουν περιθωριοποιημένα, αδύναμα παιδιά, δυνάμει θύματα μπούλινγκ, και να δημιουργήσουν μία πλαισίωση ώστε να τα προστατέψουν από τέτοιες συμπεριφορές. Τέτοια προγράμματα, αν δουλευτούν από τις μικρές ηλικίες, φτιάχνουν έναν κώδικα συνύπαρξης που μπορεί να λειτουργήσει σε μία θετική κατεύθυνση, δημιουργώντας ένα πλαίσιο που μετατρέπει το σχολείο στο κέντρο της κοινωνικής ζωής των παιδιών, προστατεύοντάς το πιο εύκολα από εξωσχολικές παρεμβάσεις.
 

* Εκπαιδευτικός, ιστορικός, συγγραφέας, πρώην πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL