Live τώρα    
21°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
21 °C
17.2°C22.3°C
1 BF 69%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
20 °C
18.6°C21.5°C
1 BF 68%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
18 °C
15.0°C18.2°C
1 BF 64%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
19 °C
18.8°C19.4°C
0 BF 68%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
17 °C
16.9°C19.6°C
0 BF 82%
Η ψυχή και τα κείμενα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η ψυχή και τα κείμενα

Γιάννης Τσαρούχης, Ιππέας και λουόμενος με σπίτι που καθρεφτίζεται, 1965, ακουαρέλα σε χαρτί


ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΛΕΞΙΟΥ, Καρναβα(ρνα)λικά. Μελετήματα για τη βαρναλική ποιητική, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2023, σελ. 232

Ας μου επιτραπεί να θέσω ως αφετηρία του παρόντος εγχειρήματος κριτικής παρέμβασης στην, κατά την αντίληψή μου, εξαιρετική δοκιμή του Βασίλη Αλεξίου για τη βαρναλική ποιητική, το κρισιμότατο ερώτημα του Harold Bloom, το οποίο αφορά άμεσα και με τρόπο επείγοντα την ανάγνωση και επανανάγνωση των κειμένων με τα οποία καταπιάνεται ο συγγραφέας, κειμένων του Βάρναλη καταστατικών θα έλεγα, χωρίς ίχνος υπερβολής, μιας σημαίνουσας ποιητικής εξανάστασης των νεοελληνικών μας: «Τι είναι μια ψυχή και τι πρέπει ένα κείμενο να είναι αν μπορεί να αναπαρασταθεί από μια ψυχή;»

Θέτω το ερώτημα αυτό, διότι πιστεύω ότι ο Αλεξίου, με τον δικό του τρόπο μέσα στη σφαίρα των δικών του ενδιαφερόντων, και πάντως αποσπώμενος ριζοσπαστικά από τη στείρα φιλολογική προοπτική ανάγνωση κειμένων ποιητικών ή άλλων, το προϋποθέτει, έστω και εν αγνοία του, προκειμένου να εισχωρήσει στον δημιουργικό πυρήνα των βαρναλικών θεάσεων, εναισθήσεων και επιδιώξεων, όπως αυτές αναπαρίστανται μέσα στο πολυτάραχο και ποικιλόμορφο έργο του. Και πιστεύω ότι δεν έχω άδικο, και ούτε επιχειρώ να επιθέσω στις αναγνώσεις του Αλεξίου στοιχεία μιας ενδεχόμενης δικής μου εμμονής με ερμηνευτικές διεργασίες ξένες προς την πρόθεση και τον πνευματικό μόχθο του συγγραφέα.

Ως προς τον δεύτερο όρο της σύζευξης του αφετηριακού ερωτήματος, ο Αλεξίου απαντά με τη δυνατότερη σαφήνεια, περιγράφοντας πειστικά τους οδοδείκτες που τον καθοδηγούν στην περιπλάνησή του μέσα στις ατραπούς των βαρναλικών διαδρομών, και συγχρόνως αναγγέλλοντας τους μεθοδολογικούς του ορίζοντες, τους τρόπους και τους τροπισμούς προσέγγισης, και άρα επανανάγνωσης, του βαρναλικού κειμένου: «τα κείμενα», γράφει ο Αλεξίου, «δεν κείτονται απλώς ως νεκρά γράμματα ή ως έπιπλα που κοσμούν τις επιμέρους ειδολογικές ιστορίες ή ανθολογίες, και ούτε είναι απλώς “πράγματα” που μπορούν να συλληφθούν και να κατανοηθούν στο πλαίσιο μιας κατά το μάλλον ή ήττον θετικιστικής ή νεοθετικιστικής θεώρησης. Τα κείμενα είναι, εκτός από προϊόντα και διαδικασίες, ανθρώπινες πρακτικές που δρουν μέσα στην κοινωνία, πρακτικές με προθέσεις […], εξουσία, σκοπούς και σκοπιμότητες, που παράγουν διάλογο κι αντίλογο, δράσεις και αντιδράσεις, αναπαραστάσεις, στάσεις, αντιστάσεις και ενστάσεις».

Άρα, λοιπόν, ο θεμελιώδης οδοδείκτης του Αλεξίου στο εγχείρημά του να επανατάξει τις προσεγγίσεις στα βαρναλικά κείμενα, προσεγγίσεις από διαφορετικές καλλιτεχνικές και αισθητικές οπτικές γωνίες, καθώς και από διαφορετικούς ιδεολογικούς προϊδεασμούς, είναι το ίδιο το κείμενο ως αναπαράσταση. Ή καλύτερα ως μια ιδιάζουσα αναπαράσταση, η οποία, από τη φύση της, γεννά δράσεις και αντιδράσεις, ιδιαίτερα όμως αντιστάσεις και ενστάσεις.  Με λίγα λόγια, αν το βαρναλικό κείμενο δεν δρα έτσι ώστε να προϋποθέτει, ακόμη και δομικά, έναν διακειμενικό διάλογο, αν το ίδιο το κείμενο δεν ανθίσταται στην κάθε είδους και κάθε φορά ανάγνωσή του, τότε δεν είναι κείμενο αλλά απλή παράθεση σκοπών και σκοπιμοτήτων.

Όμως το βαρναλικό κείμενο πάλλεται εντός του διακειμενικού του διαλόγου, εντός της περιοχής της ενεργού δράσης και αντίδρασης, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι κείμενο που εισχωρεί αποφασιστικά στην ανθρώπινη πρακτική, και επιπλέον στο τώρα της ανάγνωσής του, απαιτώντας αυτό το τώρα ως διαρκώς μεταλλασσόμενη αναπαράσταση, πάντως και κυρίως ως αναπαράσταση της δρώσας ενέργειάς του, τόσο στην πρόσληψή του όσο και στη μεταληπτική του ικανότητα, ήτοι στην ικανότητά του να υπερβαίνει την ανάγνωσή του ως απλή κατανάλωση.

Αυτό το γνωρίζει εις βάθος ο Αλεξίου, και είναι αυτό που τον καθιστά «αναλύον υποκείμενο», κατά τη δική του διατύπωση, υποκείμενο το οποίο, όπως ομολογεί «δεν βρίσκεται σε ένα αρχιμήδειο σημείο, αλλά είναι ιστορικά και κοινωνικά προσδιορισμένο και μάλιστα σε σχέση διάδρασης με τα προς ανάλυση κείμενα που, κάνοντας αδύνατη μια πλήρη, τελεσίδικη, τετελεσμένη (όπως θα έλεγε ο Μπαχτίν) εξήγηση και αξιολόγηση των προϊόντων του λόγου, δικαιολογεί τη χρήση του επιθέτου ‘ατελείς’ του υποτίτλου [του κειμένου του συγγραφέα], μια δικαιολόγηση που μας έδωσε τη δυνατότητα επίσης να ασχοληθούμε, έστω και πρόχειρα, με κάποια ζητήματα μεθοδολογίας».

Τώρα, ως προς τον πρώτο όρο της σύζευξης του αφετηριακού ερωτήματος, δηλαδή ως προς το τι είναι μια ψυχή, η οποία αναπαριστώμενη από το κείμενο, δημιουργεί την κειμενικότητα του κειμένου, ήτοι δημιουργεί το βαρναλικό κείμενο μέσα στην πληρότητα της εκφραστικής του δυναμικής, ο Αλεξίου δεν απαντά άμεσα. Απαντά, ωστόσο, έμμεσα, επειδή ακριβώς θέτει τον εαυτό του στη θέση του αναλύοντος υποκειμένου, οπότε θα έλεγα ότι απαντά δια των αναλυτικών προτάσεών του για μια πιθανώς «ατελή» αλλά μεστή ερμηνευτικής επάρκειας διείσδυση στη βαρναλική ποιητική.

Ο Georg Lukács μάς έχει ειδοποιήσει ότι υπάρχουν «δύο τύποι ψυχικής πραγματικότητας: ο ένας είναι η ζωή (γενικά)· ο άλλος είναι η (συγκεκριμένη) ζωή. Και οι δύο αυτοί τύποι είναι το ίδιο πραγματικοί, δεν μπορούν όμως ποτέ να είναι την ίδια στιγμή πραγματικοί. Όλα τα βιώματα των ανθρώπων περιέχουν στοιχεία και από τους δύο τύπους  —αν και, βέβαια, σε διαφορετική ένταση και βάθος». Επομένως, πρέπει να αναρωτηθούμε  με ποιους τρόπους η βαρναλική ψυχή ενσωματώνει πρωτίστως αυτούς τους δύο τύπους, και πώς εν συνεχεία, τους εκπτυχώνει και τους συγκροτεί ως αναπαράσταση, δηλαδή ως κειμενικότητα, ως κείμενο που πρέπει να είναι για να μπορεί να αναπαρασταθεί από την ψυχή.

Με κίνδυνο να φανώ προσκολλημένος στον πρώιμο Βάρναλη του «Προσκυνητή», αγνοώντας τις μετέπειτα ώριμες εκπτυχώσεις της βαρναλικής ποιητικής, θα ήθελα, προκειμένου να επιχειρήσω μια συμπεριληπτική παρέμβαση στις ανωτέρω διερωτήσεις, να υπενθυμίσω τα λόγια του Βάρναλη, στη γνωστή επιστολή του προς τον Γεράσιμο Σπαταλά, το 1919: «Όπου φαίνεται πως μιλώ εγώ, ξέρε το πώς εγώ αληθινά δεν υπάρχω. Αντιπροσωπεύω κάποιον τρίτοˑ ίσως εκείνον που έπρεπε να υπάρχειˑ Κάποτε το εγώ γίνετ’ εμείς· κάμνω τότε την αντίθεση της συνολικής ψυχής απέναντι των μονάδων που παρανοούν το βάθος της. Κι ο πόθος μου είναι, όντας συνεργάτης αυτής της ψυχής, να βρεθώ δημιουργός με τη δύναμή της».

Πιστεύω ότι εδώ, μέσα σε αυτά τα λόγια, βρίσκεται η μορφοποιούσα και αναπαραστατική δύναμη του βαρναλικού έργου. Εδώ, η βαρναλική συνολική ψυχή αναδύεται και διεγείρεται, συμπυκνώνοντας και τους δύο λουκατσιανούς τύπους της ψυχικής πραγματικότητας σε έναν δημιουργικό σολιψισμό, ο οποίος, όντας συνεργάτης της συνολικής ψυχής, ξεκινά το ταξίδι του στην πολιτεία των ποιητικών εναισθήσεων και ενοράσεων, και δρα εντός του κοινωνικού στο όνομα του εμείς της ψυχής, όχι αφανίζοντας το εγώ της ατομικής ψυχής της συγκεκριμένης ζωής, αλλά συνεργαζόμενος με τη ζωή γενικά, γίνεται πράγματι δημιουργός με τη δύναμη της συνολικής ψυχής. Μόνον έτσι η βαρναλική ψυχή παράγει «διάλογο και αντίλογο, δράσεις και αντιδράσεις, αναπαραστάσεις, στάσεις, αντιστάσεις και ενστάσεις», κατά την εύστοχη διατύπωση του Αλεξίου.

Βέβαια, όπως επίσης μας έχει ειδοποιήσει ο Lukács, η ποίηση δεν γνωρίζει ερωτήματα: «δεν μπορεί κανείς», γράφει. «να απευθύνει ερωτήματα  στα καθαρά πράγματα παρά μόνο στις συνάφειές τους. Διότι, όπως στα παραμύθια έτσι και εδώ [στην ποίηση], κάθε ερώτηση παράγει κι αυτή με τη σειρά της κάποιο πράγμα, όμοιο με εκείνο που την προκάλεσε». Κατά τη γνώμη μου μια από τις θεμελιώδεις αρετές του εγχειρήματος του Αλεξίου να εισέλθει στη βαρναλική ποιητική είναι ακριβώς αυτή:  ότι διασχίζοντας το βαρναλικό ποιητικό universum δεν προσέρχεται με τρόπο ερωτηματικό, αλλά αναμετράται καταφάσκοντας με ό,τι μπορεί να είναι η ποιητικότητα της ποιητικής του Βάρναλη, δηλαδή το «καθαρό πράγμα» πάνω στο οποίο η βαρναλική ποιητική οικοδομείται. Εξ ου και ορθά καταφεύγει σε κατηγορίες ετερολογίας, ή σε μπαχτινικές ενοράσεις, απολύτως κατάλληλες να αναδείξουν τις συνάφειες της βαρναλικής γραφής.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη αναφορά στο ερμηνευτικό εγχείρημα του Αλεξίου, θα ήθελα να προβώ σε μιαν ομολογία, η οποία έμμεση σχέση έχει με τις εργασίες του Αλεξίου για τον Βάρναλη, έχει, όμως, άμεση σχέση με την ποιητική του Βάρναλη. Είναι σωστό ότι ο Βάρναλης, στην πολυδαίδαλη ποιητική του διαδρομή, πάντα μπροστά του είχε τον Σολωμό και τις σολωμικές ψυχικές αναταράξεις. Γι’ αυτό και επιχείρησε, με γνώση και πάθος, να απαλλάξει τον Σολωμό από τις παραποιήσεις ενός χοντροκομμένου ιδεαλισμού, ο οποίος είχε, στην εποχή του, διαστρέψει τόσο τη σολωμική ψυχή όσο και τα σολωμικά κείμενα. Το έργο του Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική υπήρξε, και εξακολουθεί να είναι, θεμελιώδες για της σολωμικές σπουδές και για κάθε μελλοντική ερμηνευτική απόπειρα των σολωμικών σπαραγμάτων που σήμαναν τη χαραυγή του νεοελληνικού μας ποιητικού λόγου και συγχρόνως την κορύφωσή του.

Καταθέτοντας τις δικές μου ερμηνευτικές δοκιμές για τη σολωμική ψυχή και τα σολωμικά σπαράγματα, αδίκησα κατάφωρα τον Βάρναλη και την ποιητική του. Έγραψα τότε, επιχειρώντας να αποβάλω τις παραποιήσεις για τις οποίες έκανα λόγο πιο πάνω, ότι ο Βάρναλης μάς παρέδωσε έναν Σολωμό αποστεωμένο. Είχα λάθος. Ο Βάρναλης θα μου απαντούσε με τις ποιήσεις του. Αυτός, ωστόσο, που με το ευγενικό του ήθος μου απάντησε ήταν, πολύ αργότερα, ο Αλεξίου. Γράφοντας κριτικά για τη δική μου ερμηνευτική συμβολή στα ποιητικά συνθέματα του Σολωμού και για την προσπάθειά μου να εισέλθω σε αυτά, στηρίζοντας τη θέση μου ότι τα σολωμικά συνθέματα είναι πρωτίστως και κατ’ εξοχήν μια αναπαράσταση της αποκαλυμμένης ψυχής ως ανθρωποφάνειας του ποιητικού σολωμικού σώματος, παρατήρησε: «Αλλά ο Ροζάνης στην άψα τής (ποιητικής) πολεμικής του μοιάζει να έχει ‘εύκολο το χείλο’ και να ξεχνά ότι ο στόχος του Βάρναλη στον δικό του Σολωμό χωρίς μεταφυσική δεν είναι ο Σολωμός, αλλά, με αφορμή το βιβλίο του Γιάννη Αποστολάκη, όλος ο ‘κούφιος σαντιμενταλισμός, η μεταφυσική, η ανεπιστημοσύνη και η ακρισία’ [τα λόγια είναι του ίδιου του Βάρναλη] της νεοελληνικής λογοτεχνικής κριτικής του καιρού του. Και ακριβώς γι’ αυτό ο –πάντα αυστηρότατος με τον εαυτό του– Βάρναλης θα πετάξει, στην ξαναπλασμένη συγκεντρωτική έκδοση των Σολωμικών του (το 1957) το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου ως ‘υπερβολικό και άδικο’».

*Ο Στέφανος Ροζάνης είναι καθηγητής φιλοσοφίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL