Live τώρα    
Κοσμοδρόμιο / Οι BRICS ως αντίπαλον δέος της Δύσης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Κοσμοδρόμιο / Οι BRICS ως αντίπαλον δέος της Δύσης

133846156_BRICS_PLAGIA.jpg

Οι BRICS έγιναν έντεκα! Στη σύνοδο κορυφής της Πέμπτης στο Γιοχάνεσμπουργκ, ο πολιτικοοικονομικός συνασπισμός των αναδυόμενων οικονομιών του κόσμου, Βραζιλίας, Ρωσίας, Ινδίας, Κίνας και Νότιας Αφρικής, ανήγγειλε πανηγυρικά τον υπερδιπλασιασμό των μελών του. Κάποιες προσχωρήσεις θα πρέπει σίγουρα να προκάλεσαν αμηχανία στην Ουάσιγκτον: Αργεντινή, Αίγυπτος, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία μεταξύ άλλων. Μαζί τους και ο άσπονδος εχθρός των ΗΠΑ, το Ιράν, αλλά και η παλιότερη ανεξάρτητη χώρα της Αφρικής και το πολυπληθέστερο περίκλειστο κράτος του κόσμου, η Αιθιοπία.

«Ένας τρομερός αντίπαλος των δημοκρατικών δυνάμεων της Ομάδας των Επτά (G7) θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει την παγκόσμια οικονομία και τη γεωπολιτική σε μια σειρά θεμάτων, από τον πόλεμο στην Ουκρανία μέχρι την πρωτοκαθεδρία του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος» εκτιμούν εν χορώ οι αναλυτές του Atlantic Council. Η σύνοδος του Γιοχάνεσμπουργκ ήταν η μεγαλύτερη που έχει οργανώσει ποτέ η ομάδα, με περισσότερες από 60 χώρες να συμμετέχουν μαζί με τα ιδρυτικά μέλη. Στο κέντρο της αναμνηστικής φωτογραφίας δέσποζε η φιγούρα του Προέδρου Σι. Πλαισιωμένος από πληθώρα ηγετών αναπτυσσόμενων και αναδυόμενων οικονομιών από όλη την Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική αλλά και τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, ο Κινέζος ηγέτης φάνταζε ο αδιαμφισβήτητος «μαέστρος» αυτής της πολυεθνικής «ορχήστρας» του ανερχόμενου «Παγκόσμιου Νότου».

Η διεύρυνση της ομάδας θεωρείται καθολικά και αναμφισβήτητα μια μεγάλη προσωπική επιτυχία του Σι. Είχε βάλει το ζήτημα στο τραπέζι εδώ και καιρό, πιέζοντας για επέκταση του μπλοκ και της επιρροής του, παρά τις επιφυλάξεις άλλων μελών, όπως η Ινδία και η Βραζιλία. «Αυτή η διεύρυνση κάνει την Κίνα τον αδιαμφισβήτητο νικητή» λέει στο CNN ο Στιν Τσανγκ, διευθυντής του Ινστιτούτου SOAS China στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. «Η ένταξη έξι νέων μελών είναι μια σημαντική κίνηση προς την κατεύθυνση της πορείας που έχει χαραχθεί» συμπληρώνει.

Για το Πεκίνο και τη Μόσχα, η διεύρυνση των BRICS αποτελεί μέρος της προσπάθειάς τους να σφυρηλατήσουν τον χαλαρό οικονομικό όμιλο σε ένα υπολογίσιμο γεωπολιτικό αντίβαρο στην κυριαρχία της Δύσης και των πανίσχυρων θεσμών της, όπως η G7. Η εν λόγω αποστολή απέκτησε ακόμη πιο επείγοντα χαρακτήρα τον περασμένο χρόνο, εν μέσω της κλιμακούμενης αντιπαλότητας της Κίνας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και των επιπτώσεων του πολέμου στην Ουκρανία, που οδήγησαν το Πεκίνο σε περεταίρω αποξένωση από τη Δύση λόγω της υποστήριξής του προς τη Μόσχα. Όπως φαίνεται από τη μεγάλη διεύρυνση και τη μακρά λίστα αναμονής για ένταξη, η προσφορά του Σι για μια εναλλακτική παγκόσμια τάξη πραγμάτων βρίσκει ευήκοα ώτα στον «Παγκόσμιο Νότο», όπου πολλές χώρες παραμένουν περιθωριοποιημένες από ένα διεθνές σύστημα που κυριαρχείται de facto από τις ΗΠΑ και τους πλούσιους συμμάχους τους. Απηχώντας το αίτημά τους για μεγαλύτερο λόγο στις παγκόσμιες υποθέσεις, η διακήρυξη της συνόδου έθεσε επανειλημμένα το ζήτημα της «ευρύτερης εκπροσώπησης των αναδυόμενων αγορών και των αναπτυσσόμενων χωρών» στους διεθνείς οργανισμούς, από τα Ηνωμένα Έθνη και το Συμβούλιο Ασφαλείας μέχρι το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Παγκόσμια Τράπεζα.

Επίκεντρο η Μέση Ανατολή

Η απόφαση να προσκληθούν τέσσερις χώρες της περιοχής -Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Αίγυπτος και Ιράν- υποδηλώνει τη μετατόπιση των γεωπολιτικών ανέμων και αντανακλά την ευκαιρία για στενότερη οικονομική ενοποίηση αυτών των χωρών, επισημαίνει ο Τζόναθαν Πάνικοφ του Προγράμματος Μέσης Ανατολής του Atlantic Council.

Για τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η ένταξη στον όμιλο είναι δυνητικά συμβιωτική, καθώς και οι δύο χώρες επιδιώκουν να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους με εταίρους πέραν της Δύσης και να διαφοροποιήσουν τις διεθνείς οικονομικές σχέσεις τους ως πρόσθετο αντιστάθμισμα στο «μονοπώλιο» των Ηνωμένων Πολιτειών. Ριάντ και Άμπου Ντάμπι βλέπουν την ένταξη στους BRICS ως προώθηση του στόχου τους να αντιμετωπίζονται όχι μόνο ως σημαντικοί περιφερειακοί παίκτες, αλλά και ως παγκόσμιοι. Για τα ιδρυτικά μέλη των BRICS, η συμπερίληψη της Σαουδικής Αραβίας και των ΗΑΕ στην ομάδα δημιουργεί δυνητικά νέες επενδυτικές και εμπορικές ευκαιρίες, καθώς η πρώτη επιδιώκει να «αποσυμπλέξει» ταχύτατα την οικονομία της από το πετρέλαιο, ενώ η δεύτερη αποτελεί εδώ και καιρό τον κορυφαίο οικονομικό κόμβο της περιοχής.

Η Αίγυπτος, που βρίσκεται αντιμέτωπη με χρόνια χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση, δεν συγκαταλεγόταν μεταξύ των υποψήφιων προς ένταξη χωρών, αλλά Μόσχα και Πεκίνο πιθανώς θεώρησαν την πρόσκληση προς το Κάιρο ως ένα είδος στοιχήματος, ελπίζοντας πως έτσι θα ανοίξει ο δρόμος για μόχλευση των αιγυπτιακών περιουσιακών στοιχείων τις επόμενες δεκαετίες. Η μοναδική θέση της Αιγύπτου στον παγκόσμιο στρατηγικό χάρτη, ο έλεγχος της διώρυγας του Σουέζ και τα πρόσφατα ανακαλυφθέντα κοιτάσματα φυσικού αερίου θεωρούνται πιθανώς από την ομάδα δυνητικά προσοδοφόρα στοιχεία, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά.

Για το Ιράν, η απόφαση να συμπεριληφθεί στη «λέσχη» ήταν σχεδόν βέβαιο ότι υπαγορεύθηκε από τη Ρωσία και την Κίνα, και ο λόγος είναι προφανής: τα τεράστια αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου της χώρας. Για το Πεκίνο, αυτό ήταν το δυνατό χαρτί στα χέρια του για να πείσει Βραζιλία, Νότια Αφρική και Ινδία να πουν το «ναι» στην πρόσκληση, παρά το ότι γνωρίζουν ότι θα επηρεαστούν αρνητικά οι διμερείς σχέσεις τους με την Ουάσιγκτον.

Αυτό αφορά ιδιαίτερα τη Βραζιλία, όπου ο Λούλα, πιστός στην ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική του, έχει ενοχλήσει τους Αμερικανούς. Νωρίτερα φέτος, η Βραζιλία επέτρεψε στα ιρανικά πολεμικά πλοία να αγκυροβολούν στα λιμάνια της, γεγονός που προκάλεσε δυσφορία στην Ουάσιγκτον. Μια δυσφορία που σαφώς ενισχύεται και από αυτό που η κυβέρνηση Μπάιντεν θεωρεί ως ανεπαρκή στάση της κυβέρνησης της Μπραζίλια στον πόλεμο στην Ουκρανία, παρά το ότι η Βραζιλία ήταν το μόνο μέλος των BRICS που καταδίκασε ανοιχτά τη ρωσική εισβολή στα Ηνωμένα Έθνη πέρυσι.

Το Ιράν θεωρεί τις σχέσεις του με την Κίνα ως σανίδα οικονομικής σωτηρίας, δεδομένης της κακής κατάστασης της οικονομίας του, η οποία ασφυκτιά από τις συνεχιζόμενες κυρώσεις των ΗΠΑ. Με την πάροδο του χρόνου, ομάδες όπως οι BRICS θα έχουν τη δυνατότητα να υπονομεύσουν την εξουσία της Ουάσιγκτον όταν πρόκειται για την τιμωρία ή την απομόνωση χωρών που ακολουθούν πολιτικές οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τα αμερικανικά συμφέροντα, υπογραμμίζει ο Πάνικοφ. Ειδικά όταν αυτές αναζητούν εναλλακτικά συστήματα και μεθόδους πληρωμών για το διακρατικό εμπόριο, όπου εξ αντικειμένου η Ουάσιγκτον δεν διαθέτει τις ίδιες ικανότητες παρέμβασης που διαθέτει, π.χ., μέσω του SWIFT.

Μια βασική θέση των BRICS, την οποία ασπάζονται και τα νέα μέλη τους, είναι ότι ο περιορισμός της παγκόσμιας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής επιρροής των ΗΠΑ θα δημιουργήσει όρους ανταγωνισμού σε πιο ισότιμη βάση στη διεθνή σκηνή. Την ίδια ώρα, για χώρες όπως το Ιράν, η ένταξη στην ομάδα είναι ένας τρόπος περαιτέρω περιορισμού των επιπτώσεων των κυρώσεων. Όμως για την Ουάσιγκτον, γράφει ο αναλυτής του Atlantic Council, η διεύρυνση των BRICS πρέπει να λειτουργήσει ως προειδοποίηση: η ανάγκη ενίσχυσης και ανανέωσης των σχέσεων με τους συμμάχους δεν ήταν ποτέ πιο επιτακτική.

Ρήγματα και μετατοπίσεις

Το άνοιγμα σε νέα μέλη εγείρει ερωτήματα για τη συνοχή και τη συνεκτικότητα της ομάδας δεδομένων των εδαφικών διαφορών Κίνας και Ινδίας, αλλά και των λεπτών ισορροπιών που κρατούν Ινδία και Βραζιλία έναντι της Δύσης

Από το βήμα της συνόδου κορυφής στο Γιοχάνεσμπουργκ, ο Πρόεδρος Σι επέκρινε την παγκόσμια «ηγεμονία» των ΗΠΑ και χαιρέτισε τη διεύρυνση των BRICS χαρακτηρίζοντάς την «ιστορική» και ως ένα νέο σημείο εκκίνησης στον δρόμο για την παγκόσμια συνεργασία. Οπωσδήποτε οι διακηρύξεις δημιουργούν ατμόσφαιρα, αλλά η πραγματικότητα αποτυπώνεται στις προκλήσεις του εγχειρήματος, κι αυτές είναι μάλλον πολλές.

Ο Χάπιμον Τζέικομπ, καθηγητής Διεθνών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Jawaharlal Nehru του Νέου Δελχί, λέει στο CNN ότι η διεύρυνση της ομάδας προκαλεί μετατοπίσεις στα ρήγματα των γεωπολιτικών ανταγωνισμών, φέρνοντας στο προσκήνιο την Κίνα αλλά και αναδεικνύοντας ταυτόχρονα την «ανομοιογένεια» του συνδετικού «ιστού» των BRICS. Το άνοιγμα σε νέα μέλη εγείρει ερωτήματα για τη συνοχή και τη συνεκτικότητα της ομάδας της οποίας τα υπάρχοντα μέλη διαφέρουν ήδη σε μεγάλο βαθμό ως προς τα πολιτικά συστήματα, την οικονομική ικανότητα και τους διπλωματικούς στόχους τους. «Είμαι δύσπιστος όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του οργανισμού μετά τη διεύρυνσή του και αν τελικά αυτή είναι περισσότερο συμβολική παρά ουσιαστική» λέει με τη σειρά του ο Γιουν Σαν, διευθυντής του προγράμματος για την Κίνα στο Stimson Center της Ουάσιγκτον. «Όσο περισσότερα μέλη υπάρχουν τόσο περισσότερα (αντικρουόμενα) συμφέροντα θα πρέπει να συμφιλιωθούν» επισημαίνει.

Η μέχρι πρότινος πενταμελής ομάδα αντιπροσωπεύει το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πλούτου και αναλογεί στο 42% του παγκόσμιου πληθυσμού. Τώρα, με τη διεύρυνση, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της αλλάζουν δραματικά. Η ανάπτυξη είναι άνιση μεταξύ παλιών και νέων μελών και ανταγωνιστικά συμφέροντα αναδύονται στην επιφάνεια. Η σημασία της Κίνας, η οποία αντιπροσωπεύει το 70% του ΑΕΠ της ομάδας, αποτελεί «πρόβλημα» για την Ινδία, ιδιαίτερα στην τρέχουσα φάση, που η οικονομία της γίνεται ανταγωνιστική της κινεζικής. Ακόμη χειρότερα όταν υπάρχουν ανοιχτές εδαφικές διαφορές ανάμεσα στις δύο πολυπληθέστερες χώρες του κόσμου. Παράλληλα, ορισμένα από τα παλιά μέλη των BRICS, συμπεριλαμβανομένης της Νότιας Αφρικής, θέλουν να διαφυλάξουν τις πολύτιμες εμπορικές σχέσεις τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες και δεν επιθυμούν να συρθούν στη στρατηγική ενός νέου ψυχρού πολέμου που φαίνεται να ακολουθεί η Ρωσία. Από την άλλη, με την ένταξη του Ιράν στην ομάδα πώς θα συμβιβαστούν τα συμφέροντα των Αφρικανών, που θέλουν επίσης να ενταχθούν σ’ αυτή, αλλά θέλουν και να κάνουν μπίζνες με το Ισραήλ, το οποίο με τη σειρά του έχει τελευταία μεγάλη διείσδυση στην Αφρική; Ποια θα είναι η στάση του Ιράν σε τέτοιες διενέξεις συμφερόντων;

Εννοείται ότι η Ουάσιγκτον δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια βλέποντας το έδαφος να κινείται κάτω από τα πόδια της. Δηλώνει «παρούσα», ρίχνοντας στο τραπέζι νέες δελεαστικές προτάσεις. Την ημέρα που άρχιζε η σύνοδος κορυφής στο Γιοχάνεσμπουργκ, η κυβέρνηση Μπάιντεν γνωστοποιούσε την «προθυμία» της να ενισχύσει τις χρηματοδοτικές ικανότητες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας με την ευκαιρία της επόμενης συνόδου κορυφής του G20 στην Ινδία, στις 9 και 10 Σεπτεμβρίου. Το δεξί χέρι του Μπάιντεν, ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζέικ Σάλιβαν, συγκεκριμενοποίησε την «προθυμία» αυτή κάνοντας μάλιστα αναφορά και σε ποσά: «Οι προτάσεις μας για το ΔΝΤ και την Παγκόσμια Τράπεζα θα φέρουν μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες σχεδόν 50 δισεκατομμύρια δολάρια διαθέσιμα για δανεισμό προς μεσαίου εισοδήματος και φτωχές χώρες. Και επειδή η προσδοκία μας είναι ότι οι σύμμαχοι και οι εταίροι μας θα συνεισφέρουν κι αυτοί, βλέπουμε ότι οι προτάσεις μας θα φέρουν τελικά προς αξιοποίηση περισσότερα από 200 δισεκατομμύρια δολάρια».

Η ένταξη νέων μελών στους BRICS θα μπορούσε να απομακρύνει την ομάδα από τον, ως επί το πλείστον, οικονομικό προσανατολισμό της σε έναν πιο γεωπολιτικά «φορτισμένο» οργανισμό, αποτελούμενο από διαφορετικά είδη οικονομιών. Έτσι, η προσπάθεια Κίνας και Ρωσίας να τοποθετηθούν οι BRICS ως αντίβαρο στο G7 μέσω της επιταχυνόμενης διεύρυνσής τους, πιθανόν θα φέρει σε άβολη θέση μέλη όπως η Ινδία και η Βραζιλία, που ακολουθούν μια πολιτική λεπτών ισορροπιών στις σχέσεις τους με τη Δύση. Για τους περισσότερους αναλυτές, το σημείο-κλειδί που θα κρίνει την επιτυχία του εγχειρήματος της διεύρυνσης και της αποτελεσματικότητας των BRICS μακροπρόθεσμα είναι η «ειρήνευση» μεταξύ των δύο ισχυρών ανταγωνιστών που «συμβιώνουν» στους κόλπους τους, της Κίνας και της Ινδίας. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να επιλύσουν τις συνοριακές διαφορές τους και να βρουν κοινό τόπο στην αντιμετώπιση δύσκολων παγκόσμιων προκλήσεων, όχι μόνο οικονομικών.

«Αν η Ινδία πρόκειται πραγματικά να αναλάβει τον ρόλο της “φωνής του Παγκόσμιου Νότου”, η διαχείριση αυτών των αντικρουόμενων συμφερόντων με μια φωνή μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερη πρόκληση απ’ ό,τι η διαδικασία διαπραγμάτευσής τους» λέει χαρακτηριστικά ο Καπίλ Σαρμά, διευθυντής στο Κέντρο Νότιας Ασίας του Atlantic Council. Σε κάθε περίπτωση, με άλλες είκοσι χώρες να έχουν υποβάλει αίτηση για ένταξη και περίπου σαράντα να έχουν εκδηλώσει ενδιαφέρον, το μέλλον θα δείξει κατά πόσο οι BRICS θα γίνουν -ή δεν θα γίνουν- το αντίπαλον δέος της Δύσης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL