Live τώρα    
21°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Σποραδικές νεφώσεις
21 °C
20.0°C22.8°C
3 BF 56%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
23 °C
21.1°C23.9°C
3 BF 49%
ΠΑΤΡΑ
Ελαφρές νεφώσεις
20 °C
17.8°C23.0°C
2 BF 46%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
23 °C
21.1°C24.4°C
3 BF 73%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
22 °C
22.0°C22.2°C
2 BF 53%
Ο Μίλτος Γαρίδης και τα ερμάρια του χρόνου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ο Μίλτος Γαρίδης και τα ερμάρια του χρόνου

Το 1942, όταν φωτογραφήθηκε μπροστά στα σιδερένια κάγκελα (εικ.1), ο Μίλτος Γαρίδης ήταν 16 ετών (εικ.1)

Του Νίκου Χατζηνικολάου

Η Αγγελική Γαρίδη δεν είναι ιστορικός. Μπορεί και μερικές ιστορικές εκτιμήσεις και χρονολογίες στο βιβλίο της να πρέπει να ξανακοιταχτούν. Όμως, κι αυτό μας ενδιαφέρει, κατέγραψε μια σκέψη που είναι σκέψη ιστορικού, όταν αναφέρθηκε «στα γραπτά ίχνη της εποχής εκείνης, αλλοιωμένα από τη λογοκρισία και την αυτολογοκρισία». Το βιβλίο της ξεκινάει με μια προειδοποίηση:

«Πώς μπορεί κανείς να ανασυγκροτήσει τη ζωή ενός ανθρώπου μόνο με αποσπάσματα τραβηγμένα από τη μνήμη συγγενών και φίλων, ψαχουλεύοντας των αναμνήσεων τη σκόνη; Πώς να διηγηθεί κάτι με βάση μερικά λόγια, αντιφάσεις ή σιωπές; Τι μπορεί να καταλάβει κανείς από την σκοτεινή και περίπλοκη ιστορία της Ελλάδας του πολέμου, του Εμφύλιου και των δικτατοριών, μέσα από ελάχιστες και υπαινικτικές μαρτυρίες, λογοκριμένα γράμματα από φυλακές κι εξορίες, διάσπαρτες σημειώσεις που βρίσκει κατά τύχη; Πώς να κατανοήσει, μετά από τόσα χρόνια, τις επιλογές των ανθρώπων που προτίμησαν τη φυλακή, τα βασανιστήρια, ακόμη και τον θάνατο, παρά να απαρνηθούν τις ιδέες τους;»

Το 1942, όταν φωτογραφήθηκε μπροστά στα σιδερένια κάγκελα (εικ.1), ο Μίλτος Γαρίδης ήταν 16 ετών. Αυτός είναι ο πατέρας της Αγγελικής στα 16 του χρόνια. Είδαμε πώς ξεκινάει το βιβλίο. Με την αγωνία να ανακαλύψει τον πατέρα της. Με την επίγνωση των δυσκολιών. Της αστάθειας του εδάφους στην εξερεύνηση που αποτόλμησε.

Το βιβλίο όμως ετούτο, το τόσο προσωπικό, όπου η συγγραφέας κολυμπάει στα βαθιά νερά της ιστορίας των χρόνων 1940-1960, έρχεται σε μια εύφορη στιγμή. Η ιστορική έρευνα στη χώρα μας έχει κάνει μεγάλα βήματα. Η περίοδος της Κατοχής και της Αντίστασης καθώς και η περίοδος της αγγλικής στρατιωτικής επέμβασης και του Εμφυλίου έχουν βρεθεί στο επίκεντρο της επιστημονικής έρευνας τις τελευταίες δεκαετίες και τα συμπεράσματα αναίρεσαν σταδιακά τα συμπεράσματα της προπαγανδιστικής ιστοριογραφίας των νικητών του Εμφυλίου. Ένας νέος αέρας πνέει. Στους εορτασμούς του ΟΧΙ του Μεταξά προστέθηκαν, για πρώτη φορά, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, οι εορτασμοί για την Απελευθέρωση της Αθήνας. Σ’ αυτή την νέα ιστορική στιγμή δημοσιεύεται στα ελληνικά το βιβλίο της Αγγελικής Γαρίδη.

Η συγγραφέας αναφέρεται και στη μητέρα της Νέλλη, γεννημένη στο Παρίσι το 1929 από γονείς από την Τρανσυλβανία, που ήρθαν μετανάστες στη Γαλλία, και στην περίοδο της Κατοχής συμμετείχαν στην Αντίσταση κατά των γερμανών κατακτητών.

Ο Μίλτος γνωρίζει την Νέλλη το καλοκαίρι του 1956 λίγους μόλις μήνες αφότου βγήκε απ’ τη φυλακή. Νάτοι εδώ, σε μια φωτογραφία της 31ης Ιουλίου 1956, σε μια ταβέρνα στο Τουρκολίμανο (εικ. 2). Η Νέλλη δεξιά, ο Μίλτος μπροστά αριστερά. Το πιστεύει άραγε ότι έχει βγει απ’ τη φυλακή; Ότι αυτό δεν είναι όνειρο που ζει;

Το 1958 φεύγει για να εγκατασταθεί στο Παρίσι και να ζήσει με τη Νέλλη, τη σύντροφο της καινούργιας του ζωής, για τα επόμενα 38 χρόνια, μέχρι την δεύτερη εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς στην οποία υπέκυψε. Λίγο πριν την επέμβαση τον συναντήσαμε με την Άλκη: «Είμαι έτοιμος», μας είπε, «δεν φοβάμαι τον θάνατο».

Μια οικογένεια διχασμένη

Η οικογένεια Γαρίδη (εικ. 3): αριστερά όρθια η Ελένη, δίπλα της, καθισμένη, η μητέρα και γιαγιά της Αγγελικής, δίπλα η Σούλα, στη μέση όρθιος ο Νιόνιος, δίπλα ο πατέρας του Μίλτου και παππούς της Αγγελικής, δίπλα του η Μάντα όρθια, καθισμένη στο πάτωμα η Κατίνα, στη μέση το μικρότερο παιδί, ο Μίλτος.

Να ο ορισμός του Εμφύλιου. «Όπως σ’ όλη την διχασμένη Ελλάδα», γράφει η Αγγελική, «στο πατρικό σπίτι ο πατέρας είναι βασιλικός, η μητέρα επικεντρωμένη στα πνευματικά και θρησκευτικά θέματα, τρία από τα παιδιά τους είναι μέλη της Αριστεράς, κομμουνιστές, ο μεγάλος αδελφός μάλλον δεξιός και οι άλλες δύο αδελφές απλές αστές χωρίς κατασταλαγμένες πολιτικές πεποιθήσεις – αλλά μοιράζονται τον πόνο όλων.»

Τα τρία αυτά παιδιά, η Ελένη, που γίνεται κομμουνίστρια πολύ νωρίς, η Κατίνα και ο Μίλτος θα περάσουν χρόνια της ζωής τους στις φυλακές και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης κάτω από αφόρητες συνθήκες ώστε να εξαναγκαστούν να υπογράψουν δήλωση μετανοίας και να απαρνηθούν τις ιδέες τους. Η Ελένη συλλαμβάνεται τον Μάρτη του 1948. Στην αρχή θα εξοριστεί στην Ικαρία και από τις 23 Αυγούστου του 48 θα μεταφερθεί σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Χίο. Στην κυριολεξία της λέξης «αιχμάλωτη» του καθεστώτος, δεν θα δικαστεί ποτέ, αλλά θα παραμείνει εξόριστη, ως «επικίνδυνη», με διοικητική απόφαση, επί οκτώ χρόνια. Τον Αύγουστο του 1956 θα απελευθερωθεί.

Η Κατίνα συλλαμβάνεται τον Οκτώβριο του 1948 και εξορίζεται αρχικά στη Χίο, στο ίδιο στρατόπεδο με την Ελένη. Θα περάσει το μεγαλύτερο διάστημα στις φυλακές Αβέρωφ μέχρι την αθώωση της από το Εφετείο τον Δεκέμβρη του 1953.

Ο Μίλτος συλλαμβάνεται στις 14 Μαρτίου 1949. Είναι 23 ετών. Θα απελευθερωθεί τον Μάρτιο του 1956. Τα επτά αυτά χρόνια θα τα περάσει ως πολιτικός κρατούμενος κυρίως σε φυλακές (Βούρλων, Αβέρωφ, Αίγινας, Κεφαλονιάς, Καλαμιού, Κέρκυρας), αλλά και στις φυλακές στρατοπέδων συγκέντρωσης (Γυάρος, Μακρόνησος). Για κανέναν από τους τρεις δεν υπήρχαν σοβαρά ενοχοποιητικά στοιχεία. Αυτό δεν εμπόδισε τον Επίτροπο στην πρώτη δίκη του Μίλτου, που έγινε τον Ιούλιο 1949, λίγες μέρες πριν τη λήξη των εχθροπραξιών στον Γράμμο, να ζητήσει για τον νεαρό κρατούμενο την ποινή του θανάτου.

Η δήλωση μετανοίας

Τρία-τέσσερα θέματα μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση όταν διάβαζα Τα ερμάρια του χρόνου. Κανένα δεν μου ήταν τελείως άγνωστο ή ξένο. Όμως, διαβάζοντας τις περιγραφές της Αγγελικής ήταν σαν να τα άκουγα για πρώτη φορά. Θα ξεκινήσω με τη δήλωση μετανοίας, την απαίτηση του καθεστώτος από τους πολίτες-αιχμαλώτους που κρατούσε στα χέρια του, να αποκηρύξουν τις πολιτικές πεποιθήσεις τους και να δηλώσουν δημόσια ότι μετανοούν γι’ αυτές.

Η συγγραφέας επανέρχεται συχνά στο θέμα. Χάρη στην ευαισθησία της και στο προσεχτικό διάβασμα των επιστολών που έστελναν «οι ελεύθεροι» (οι γονείς και οι δύο αδελφές) στους «έγκλειστους» (στα τρία αδέλφια) ένα θέμα γνωστό και χιλιοσυζητημένο πήρε εδώ εφιαλτικές διαστάσεις. Οι αρχές πίεζαν τους συγγενείς των κρατουμένων, που τους έβλεπαν πόσο υπέφεραν, να πιέσουν κι εκείνοι τους κρατούμενους να υπογράψουν. Το ζητούμενο ήταν «να σπάσει» ο αιχμάλωτος και να υπογράψει τη δήλωση μετανοίας. Η σχέση των φυλακισμένων και εκτοπισμένων με ό,τι πίστευαν, με τις ιδέες τους και με το Κόμμα, οι αντοχές του σώματός τους, η σχέση της ηγεσίας του ΚΚΕ με τα κρατούμενα μέλη του κόμματος, η σχέση των ελεύθερων μελών των οικογενειών με τους έγκλειστους ανθρώπους τους, η, ενδεχόμενη, περηφάνια γι’ αυτούς, από τη μια, αλλά ταυτόχρονα και η επιθυμία να τους πείσουν να υπογράψουν για να πάψουν να υποφέρουν και «να γυρίσουν πίσω στο σπίτι», αυτός ο φαύλος κύκλος των αντιφάσεων και των αντιστάσεων, ήταν γεμάτος απίστευτες δοκιμασίες. Κάποια στιγμή, πάντως, εκείνοι που είχαν υπογράψει ήταν πολύ περισσότεροι από εκείνους που αρνιόντουσαν να υπογράψουν.

Ο μηχανισμός άσκησης φυσικής και ψυχολογικής βίας πάνω στους αιχμαλώτους λειτουργούσε αποτελεσματικά. Όλα αυτά είναι γνωστά. Αλλά στις συγκεκριμένες λεπτομέρειές τους είναι φρικτά και άγνωστα. Στην περίπτωση της οικογένειας του βασιλικού και μέλους μιας Μασονικής Στοάς της πόλης των Αθηνών Κώστα Γαρίδη, πατέρα τού Μίλτου, τα πράγματα σε ορισμένα σημεία ξεφεύγουν κατά πολύ από τους μέσους όρους. Σε άλλα πάλι η οικογένεια είναι τελείως αντιπροσωπευτική. Πού ξεφεύγουν; Μα στο, τουλάχιστον σπάνιο, σε μια οικογένεια που έχει τρία παιδιά στις φυλακές κανένα από τα τρία να έχει υπογράψει δήλωση μετανοίας. Χωρίς τυμπανοκρουσίες. Μέσα στη σιωπή του προσωπικού αγώνα. Μιας αναμέτρησης τις μορφές της οποίας εμείς δεν θα μάθουμε ποτέ.

Η οικογένεια πιέζει τα παιδιά να υπογράψουν. Στις 20 Ιουλίου 1949 η μάνα παρακαλεί την Ελένη: «Γράψε, Ελένη μου, ό,τι μπορείς της Κατίνας, να καλυτερεύσει τη θέση της, αλλιώς θα πάει χαμένη με τα μυαλά που’ χει αυτή κι’ όλες εκεί μέσα που δεν ξέρουν τι γίνεται εδώ έξω και ζούνε με όνειρα, έχεις υποχρέωση να το κάμεις».

30 Αυγούστου 1949: «Σε πόνεσα Ελένη μου, σας πόνεσα και σας πεθύμησα όλα, δεν μπορώ να τη νοιώσω ζωή εγώ αυτή που κάνετε. Σκεφθείτε βαθύτερα και πάρτε το δρόμο για το σπίτι σας που σας περιμένει μ’ αγάπη. […] Ο πατέρας σου δεν σου συγχωρεί την επιμονή σου. Δεν φαντάζομαι ώς το τέλος να κρατήσεις». Και η Αγγελική σχολιάζει: «Η Ελένη “κράτησε”. Έμεινε με τις τελευταίες στο νησί, τις “επικίνδυνες”, τις αδιάλλακτες».

Ένα παράπονο φτάνει σαν βουητό στις φυλακές και στα ξερονήσια από τα σπίτια των κρατουμένων, που μερικές φορές αγγίζει τον ηθικό εκβιασμό: «Αχ! Πόσο μας σακατέψατε, μωρέ παιδιά, θα μείνουμε δίχως μυαλό» (24 Φεβρουαρίου 1950).

Στη φοβερή ετούτη πίεση, που ασκείται με τις πιο ανθρώπινες και κατανοητές προθέσεις, έχουμε δύο γραπτές αντιδράσεις του Μίλτου. Στις 21 Νοεμβρίου 1949 γράφει απ’ τις φυλακές της Γυάρου στην αδελφή του Ελένη, που βρίσκεται στο Τρίκερι: «Εσύ πώς τα περνάς; Διαβάζεις; Κάθομαι και μελετώ όσο μπορώ και όσο προφταίνω. Σκέφτομαι πολύ το σπίτι. Είναι όλοι τους πολύ θλιμμένοι κι αισθάνομαι λίγο υπόλογος γι’ αυτό».

Σε μια επιστολή της 12ης Αυγούστου 1952, γραμμένη στο Τμήμα Μεταγωγών Αθήνας, ο Μίλτος γράφει στην Ελένη: «Αύριο πάω για δίκη. Ξέρεις ότι αυτό είναι ευκαιρία για να μου κάνουν πολλές πιέσεις από το σπίτι. Αυτό μου δημιουργεί άσχημη κατάσταση γιατί καταλαβαίνω τον πόνο τους. Κι εγώ πολύ θάθελα να βρισκόμουν κοντά τους, αλλά…». Απ’ ό,τι φαίνεται είχε πάρει την απόφαση ν’ αντισταθεί και να μην υπογράψει δήλωση. Κι ενώ στη δίκη παρόλα αυτά όλα πήγαιναν καλά γιατί δεν υπήρχαν επιβαρυντικά στοιχεία εναντίον του, ρωτήθηκε ξαφνικά «αν ήταν κομμουνιστής» οπότε και έδωσε την αποστομωτική απάντηση: «Ήμουν, είμαι και θα είμαι», με αποτέλεσμα να φάει άλλα 20 χρόνια φυλακής, που προστέθηκαν στα είκοσι χρόνια της πρώτης δίκης.

Ο απελευθερωτικός ρόλος της γνώσης

Το δεύτερο φαινόμενο, που τραβάει ιδιαίτερα την προσοχή του αναγνώστη διαβάζοντας Τα ερμάρια του χρόνου, είναι αυτό που θα αποκαλέσω ο «απελευθερωτικός ρόλος της γνώσης».

Ο Μίλτος και οι δύο αδελφές του ήταν για πολλά χρόνια κρατούμενοι: 8 χρόνια η Ελένη, 7 ο Μίλτος, 5 η Κατίνα. Το θέμα του «τι κάνει ο καθένας, τι κάνει η καθεμιά στη φυλακή», τίθεται συνεχώς στην αλληλογραφία τους. Φαίνεται πως και τα τρία παιδιά διαβάζουν. Δεν είναι όμως αυτό κάτι που προκύπτει από την οικογενειακή-κοινωνική τους κατάσταση. Είναι κάτι που χαρακτηρίζει όλους τους πολιτικούς κρατούμενους. Η απασχόληση του μυαλού είναι κάτι το αυτονόητο. Τί είδους «απασχόληση του μυαλού» εξαρτάται φυσικά και από την παιδεία που είχαν την ώρα που φυλακίστηκαν, την ηλικία τους όταν τους συνέλαβαν, κτλ. Πάντως, το ερώτημα «τί διαβάζεις;» τίθεται συνεχώς στην αλληλογραφία των τριών παιδιών της οικογένειας Γαρίδη. Μένω στον Μίλτο που υπάρχουν στοιχεία.

Υπέροχη η φύση του Ανθρώπου! Κλεισμένος σ’ ένα κελί φυλακής διαβάζει ιστορία και γεωγραφία και μαθαίνει ξένες γλώσσες. Δεν υπάρχουν όρια στη θέληση. Οι έγκλειστοι έλληνες κομμουνιστές παλεύουν να μάθουν. Ο Μίλτος, κλεισμένος σ’ ένα κελί, άρχισε, ανάμεσα σε άλλα, να μαθαίνει κινέζικα. Η απέραντη, η ανεξάρτητη απ’ τον Οκτώβρη του 1949 Κίνα του Μάο Τσε Τούνγκ, μέσα στο κελί του! Ποιοι τοίχοι; Ποια όρια, όταν ως κομμουνιστής πιστεύεις στην Ανθρωπότητα; Από την Ακροναυπλία ξεκινάνε αυτά. Όταν αγράμματοι άνθρωποι απ’ τα χωριά μαθαίνουν γράμματα και συζητάνε με τους σπουδαγμένους συντρόφους τους. Ο Μίλτος, ως διανοούμενος, διευρύνει συνεχώς τους ορίζοντές του.

Ο γλύπτης Μίλτος όμως, ο μαθητής του Απάρτη στα χρόνια μετά την Κατοχή, δουλεύει συνεχώς στη φυλακή, συνήθως χωρίς τα κατάλληλα εργαλεία και υλικά. Μέχρι το 1953 οι αιτήσεις του για πηλό σχεδόν κάθε φορά απορρίπτονται από τον διευθυντή της φυλακής. Κι όμως, όλο και δημιουργεί. Τουλάχιστον «κάθε σύντροφος που αποφυλακιζόταν έπαιρνε μαζί την προτομή του τυλιγμένη σ’ ένα πανί». «Ο Περικλής Παπακώστας, που ήταν δάσκαλος σ’ ένα σχολείο πριν φυλακιστεί, έμεινε στην οικογενειακή μνήμη χάρη σ’ ένα γλυπτό», γράφει η Αγγελική.

Βγαίνοντας απ’ τη φυλακή ο Μίλτος εργάσθηκε ως τεχνοκριτικός στην Αυγή επί δύο χρόνια, μέχρις ότου έφυγε για το Παρίσι και μάλιστα, για ένα διάστημα, συνέχισε και από εκεί ως ανταποκριτής της εφημερίδας. Μετά τα εφτά χρόνια που είχε περάσει έγκλειστος και τα δύο χρόνια στην Αθήνα μετά την απελευθέρωσή του, αρχίζει μια καινούργια ζωή στη γαλλική πρωτεύουσα: με τη Νέλλη (εικ. 4), στο ατελιέ του γλύπτη Collamarini στην Ecole des Beaux-Arts (εικ. 5), και με σπουδές αρχαιολογίας και ιστορίας της τέχνης στη Σορβόννη.

Ο καθηγητής André Grabar τον εκτιμά και τον στηρίζει. Το 1966, μόλις δέκα χρόνια έχουν περάσει αφότου βγήκε απ’ τη φυλακή, υποστηρίζει το Δοκτορά Γ΄κύκλου και προσλαμβάνεται ως ερευνητής στο CNRS, στο γαλλικό Εθνικό Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών. Ο Μίλτος έγινε ειδικός της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής τέχνης.

Το Doctorat d’ Etat που υποστήριξε στη Σορβόννη το 1981, μεταφράστηκε από την Αγγελική στα ελληνικά: Μεταβυζαντινή ζωγραφική (1450-1600) - Η εντοίχια ζωγραφική μετά την πτώση του Βυζαντίου στον ορθόδοξο κόσμο και στις χώρες υπό ξένη κυριαρχία. Θέλω να τονίσω την ματιά που είχε πια διαμορφώσει και που πιστεύω πως ήταν η συνέπεια των εμπειριών και των διαβασμάτων του ως διανοούμενου αγωνιστή της Αριστεράς. Ο συγγραφέας, αντί να μείνει στο κλειστό κελί της ελλαδικής πραγματικότητας και να κοιτάζει από κεί τον μεταβυζαντινό κόσμο, άφησε το μάτι του να περιηγηθεί, μελέτησε και θαύμασε τις ανθρώπινες δημιουργίες στον χώρο της μεταβυζαντινής εντοίχιας ζωγραφικής και σε άλλες περιοχές.

Διαβάζω από το προλογικό σημείωμα της Ελένης Δεληγιάννη-Δωρή: «Κυρίαρχο στοιχείο στην προσέγγιση του Μίλτου Γαρίδη είναι η καθολική ματιά σε ολόκληρη την ορθόδοξη Βαλκανική, όπως και στην ορθόδοξη Γεωργία. […] Η προσέγγισή του στο αντικείμενό του είναι πολυδιάστατη.» Ανάλογες είναι οι εκτιμήσεις των γάλλων καθηγητών βυζαντινής αρχαιολογίας στο Paris I: «… την εποχή που την υποστήριξε η ευρύτατη αυτή εργασία ήταν έργο προδρομικό [une oeuvre de précurseur], συμπεριλάμβανε στην έρευνά του όλα τα εδάφη υπό ξένη κυριαρχία (κυρίως οθωμανική), όπως τα Βαλκάνια, τα ελληνικά νησιά, την Κύπρο, την Μικρά Ασία και την Γεωργία», έγραψε ο Jean-Pierre Sodini, ενώ ο Léon Pressouyre αναφέρεται «στις πολύ προσωπικές επιστημονικές επιλογές του ερευνητή, συχνά σε διάσταση με τα ακαδημαϊκά σχήματα που προέρχονται από τις εθνικές παραδόσεις».

Ένας νέος τύπος διανοουμένων διαμορφώθηκε εκείνα τα χρόνια στον χώρο της ελληνικής αριστεράς, οι οποίοι πάλεψαν με αξιοθαύμαστο φρόνημα σε πολιτικά και κοινωνικά αντίξοες και ενίοτε απάνθρωπες συνθήκες. Στη Μακρόνησο, στην Τασκένδη και στις φυλακές σφυρηλατήθηκαν προσωπικότητες που άφησαν πίσω τους τεράστιο επιστημονικό έργο. Είναι μέρος της κληρονομιάς μας.

Η απομόνωση στη φυλακή

Το τρίτο φαινόμενο που η κόρη του Μίλτου έθεσε με έμφαση, χωρίς να γνωρίζει λεπτομέρειες, είναι η απομόνωσή του στη φυλακή όταν, απ’ ό,τι φαίνεται, άρχισε να ασκεί κριτική στην καθοδήγηση του κόμματος.

Πότε εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια μιας τόσο ριζικής μεταστροφής δεν το γνωρίζουμε. Τρεις είναι οι πολιτικοί πυρήνες που δημιουργούν τις μεγαλύτερες εντάσεις και αντιπαραθέσεις εκείνη την εποχή: η ήττα του Δημοκρατικού Στρατού είναι αναμφισβήτητα ο κυρίαρχος εσωτερικός παράγοντας, το γιουγκοσλαβικό καθεστώς μετά την ανεξαρτητοποίηση του Τίτο και την εκδίωξη τού γιουγκοσλαβικού κομμουνιστικού κόμματος από την Κομινφόρμ το 1948 είναι ο δεύτερος και, τρίτος, το τροτσκιστικό κίνημα. Δεν έχει νόημα να πιάσουμε αυτή τη στιγμή το θέμα. Στο βιβλίο αναφέρονται μερικά πράγματα αλλά όχι αρκετά συγκεκριμένα για να μπορούν να γίνουν, έστω, υποθέσεις ως προς το τί πίστευε ο Μίλτος και ποιες συγκεκριμένες μορφές πήρε η απομόνωση.

Κάποιοι σύντροφοι άρχισαν να τον κακολογούν και δέχτηκε και απειλές από ανθρώπους της καθοδήγησης. Αυτό είναι σίγουρο. Ας κρατήσουμε όμως το βασικό: ότι ο άνθρωπος που δεχόταν πιέσεις από τους δεσμοφύλακές του απ’ τη μια, κι απ’ τους δικούς του απ’ την άλλη, για να υπογράψει δήλωση, είχε και το επιπρόσθετο πρόβλημα ότι οι σύντροφοί του, του έκαναν τη ζωή στη φυλακή ακόμα πιο δύσκολη, για να εκφραστώ όσο το δυνατόν πιο ήπια μπορώ.

Δεν μπορούμε αυτή τη στιγμή να πούμε κάτι παραπάνω για το θέμα. Η Καίτη Δρόσου, στον πρόλογό της στην έκδοση της αλληλογραφίας του Ρίτσου με την ίδια και τον Άρη Αλεξάνδρου, έδωσε επαρκή στοιχεία για την κριτική που άσκησε ο Αλεξάνδρου, κρατούμενος τότε στο στρατόπεδο του Μούδρου στη Λήμνο, στην Εισήγηση του Νίκου Ζαχαριάδη που διαβάστηκε και, υποτίθεται, συζητήθηκε στις οργανώσεις, όπως και για την διπλή απομόνωση που έζησε στη συνέχεια. Μακάρι να μιλήσουν και άλλοι που ζουν ακόμη, γιατί τα χρόνια περνάνε.

Η μοναχική πορεία ενός ασυμβίβαστου

Ένα γενικό σχόλιο, τελειώνοντας, για την πολιτική διαδρομή του Μίλτου.

Υπάρχει στο ξεκίνημά του μια αναμφισβήτητη προσήλωση στο ΚΚΕ και στην ηγεσία του. Όπως ήδη αναφέρθηκε άρχισε να ασκεί κριτική στην πολιτική της καθοδήγησης όταν ήταν ακόμα μέσα στη φυλακή! Η έκθεση Κρούστσεφ στο ΧΧο Συνέδριο του σοβιετικού κομμουνιστικού κόμματος τον Φεβρουάριο 1956, που προκάλεσε έναν πραγματικό σεισμό στις συνειδήσεις των κομμουνιστών, έγινε γνωστή πολύ αργότερα, όταν εκείνος ήταν πια έξω. Η διετία στην Αθήνα μετά την αποφυλάκιση (Μάρτιος 1956), που, αναπόφευκτα, τον έφερε σε επαφή και με άλλους διαφωνούντες, πρέπει να ενδυνάμωσε την κριτική του στάση. Τόσο, ώστε τον Φεβρουάριο του 1968, με τη διάσπαση του ΚΚΕ, να πάρει άμεσα θέση, όπως και η πλειοψηφία της οργάνωσης της ΕΔΑ Παρισιού, υπέρ των «διασπαστών», Παρτσαλίδη, Δημητρίου και Ζωγράφο.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα, πότε πικρόχολα, πότε επιθετικά, σχόλια του Μίλτου στις κομματικές συνεδριάσεις αναφορικά με την τότε ηγεσία του ΚΚΕ και τη θερμή του συνηγορία υπέρ της ριζικής ανανέωσης του κόμματος. Αναφέρομαι στα χρόνια 1968- τέλη 1973, αρχές 1974.

Ας προσθέσω ότι λόγω της έντονης κριτικής που ασκούσαμε ο Μίλτος είχε στενές φιλικές σχέσεις με μας τους νεότερους και κατά συνέπεια με την λεγόμενη «οργάνωση των φοιτητών».

10 έως 15 χρόνια διαφοράς ηλικίας είναι καθοριστικά. Τόσα μας χώριζαν κι απ’ τον Δεσποτίδη, τον Πατρίκιο ή τον Σπάθη. Τον Δεκέμβρη του 44, όταν ο Μίλτος ήταν 18 ετών, ο Άγγελος Ελεφάντης, ο μεγαλύτερος από την παρέα τη δική μας, ήταν 8. Το 1949, με τη λήξη του Εμφυλίου, ο Μίλτος ήταν 23 ετών και ο Άγγελος 13.

Υπήρχε, εκ των πραγμάτων, μια σαφέστατη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σ’ εκείνους που «έζησαν και συμμετείχαν στα γεγονότα» στην Κατοχή και στον Δεκέμβρη και σ’ εκείνους που είχαν ακούσει και διαβάσει γι’ αυτά. Και τούτο βέβαια ίσχυε και για την επόμενη φάση μ’ εκείνους που είχαν ζήσει τον Εμφύλιο ή βρέθηκαν στις φυλακές και στα ξερονήσια.

Να προσθέσω ακόμη ότι ο Μίλτος, με τις τραυματικές εμπειρίες του αλλά και την προσωπική επαφή που είχε με πολλά στελέχη, ήταν αρκετά επιφυλακτικός απέναντι σε πολλούς «ανανεωτές», και δεν αναφέρομαι μόνο σε στελέχη που ήταν στο Βουκουρέστι, στη Βουδαπέστη ή στο Ανατολικό Βερολίνο, αλλά και σε «Αθηναίους» και σε «Παριζιάνους». Το 1967, με την επιβολή της δικτατορίας, κατέφυγε στο Παρίσι ο Άρης Αλεξάνδρου με τη γυναίκα του. Εκεί ολοκλήρωσε και Το Κιβώτιο. Η φιλική σχέση με το ζεύγος Γαρίδη εξελίχθηκε σε στενή φιλία. Η Αγγελική αναφέρεται στο βιβλίο της «στην Καίτη Δρόσου και στον Άρη Αλεξάνδρου, τους φίλους από την παριζιάνικη ξενιτιά, που συνόδεψαν τα παιδικά μου χρόνια.» Μια πορεία μοναχική ενός ασυμβίβαστου.

Ας κοιτάξουμε το πρόσωπό του (εικ. 6). Στη φωτογραφία του 1952 ή του 1953, ο Μίλτος, 26-27 ετών, φυλακισμένος, μοιάζει με ώριμο άνδρα. Πιο δυνατός, πιο σκληρός, πιο αποφασισμένος, ύστερα από 4-5 χρόνια κράτησης στις φοβερές φυλακές, λεπτός, με το καθαρό, το ευγενικό του πρόσωπο. Ένας αθώος, αιχμάλωτος. Η Αγγελική γράφει πως διάλεξαν με τη μητέρα της μερικούς στίχους για να συνοδέψουν την αγγελία θανάτου τού πατέρα της :

«Μην καρτεράτε να λυγίσουμε, μήτε για μια στιγμή, μηδ’ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι. Έχουμε τη ζωή πολύ, πάρα πολύ αγαπήσει».

Ο Μίλτος. Όπως γράφει η Αγγελική, «εύθραυστος και αδιάλλακτος».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL