Ο Μυστικός πράκτορας (The Secret Agent)
Σκηνοθεσία: Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου
Πρωταγωνιστούν: Βάγκνερ Μόουρα, Αλίς Καρβάλο, Γκαμπριέλ Λεόνε, Μαρία Φερνάντα Καντίντο, Ούντο Κίερ
Στο δικτατορικό καθεστώς της Βραζιλίας του 1977 ένας μυστηριώδης άνδρας επιστρέφει στην πατρίδα του, το Ρεσίφε. Θα μείνει σε ένα κτίριο που φιλοξενεί αντιφρονούντες, χωρίς να ξέρει ότι έχει γίνει στόχος παρακρατικών δολοφόνων και σύντομα θα καταλάβει ότι η πόλη του δεν είναι το καταφύγιο που αναζητούσε.
⭐⭐⭐⭐☆
Όπως και σε άλλες ταινίες του Μεντόνσα Φίλιου, έτσι και στον «Μυστικό Πράκτορα» η γεωπολιτική της Βραζιλίας, οι ταξικοί αγώνες, η τοπική κουλτούρα και οι προσωπικές μνήμες διασταυρώνονται ζωντανά. Ο τίτλος προσδίδει στον ήρωα μια αύρα pulp μυθιστορήματος ή μιας ιστορίας κατασκοπικής ίντριγκας, όμως αυτή η ταινία ξεδιπλώνει μια σειρά από θαύματα όσο εκτυλίσσεται σε όλη τη σκηνοθετική της μεγαλοπρέπεια και χωρίς να χάσει ούτε στιγμή την ψυχραιμία της. Ο κεντρικός ήρωας είναι πράκτορας· αλλά ένας άνθρωπος που αναγκάζεται να ζει σαν κυνηγημένος. Από την πρώτη κιόλας σκηνή σε ένα ερημικό βενζινάδικο, η ταινία ξεκαθαρίζει το διακύβευμα: ένα πτώμα μένει αδιάφορο στο έδαφος, ενώ η αστυνομία ελέγχει σχολαστικά τον ζωντανό. Είναι 1977 στη δικτατορική Βραζιλία, όπου η εξουσία δεν αναζητά ενόχους· τους κατασκευάζει.
Η σημασία της αμερικανικής επιρροής στην ποπ κουλτούρα είναι πανταχού παρούσα, ιδίως όταν τα «Σαγόνια του καρχαρία» προβαλλόταν στους κινηματογράφους, όπως και «Η Προφητεία», ενώ το «If You Leave Me Now» των Chicago και η ντίσκο της Donna Summer ακούγονται στο ραδιόφωνο - όλα αυτά με φόντο το σκοτεινό και επικίνδυνο Ρεσίφε στα τέλη της δεκαετίας του ’70. Τα πλήθη γεμίζουν τις αίθουσες γιατί υπάρχει μια παρηγοριά στο να φοβάσαι κάτι απτό, όπως ένα σατανικό παιδί ή ένα ζώο του ωκεανού, αντί να αντιμετωπίσεις τις διάχυτες απειλές της εξουσίας που διαβρώνουν και ματώνουν την καθημερινή ζωή. Με τη μνήμη του Μπολσονάρου και τις εθνικιστικές παρυφές του βραζιλιάνικου πολιτικού φάσματος να μην είναι μακριά, το The Secret Agent επαναφέρει τους πανεπιστημιακούς ερευνητές -τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος- στο επίκεντρο του καθημερινού ηρωισμού.
Ο Φίλιου μας επιτρέπει να κατασκευάσουμε εμείς την πλοκή στο μυαλό μας, χωρίς να μας φορτώνει με πληροφορίες, προκαλώντας έτσι την περιέργεια του θεατή να ανακαλύψει περισσότερα για την ταραγμένη αυτή εποχή. Ο Μεντόνσα σκηνοθετεί χωρίς θόρυβο. Η ένταση γεννιέται από παύσεις, βλέμματα, μικρές διαδικασίες: ένα τηλεγράφημα που φτάνει ήδη ανοιγμένο, μια συνάντηση όπου μια θανατική απειλή διατυπώνεται σχεδόν ψιθυριστά. Η παράνοια δεν κραυγάζει. Αυτό που απεικονίζει η ταινία δεν είναι μια χώρα που κυβερνάται από ιδιοφυείς κακούς, αλλά από μια κλίκα αιμοβόρων ηλιθίων και άπληστων καθαρμάτων που δρουν ανεξέλεγκτα. Κι όμως, η πόλη σφύζει από ζωή και γιορτάζει το καρναβάλι κι ας καραδοκεί ο φόβος κάτω από τις σερπαντίνες.
Ο ήρωας πιάνει δουλειά σε μια υπηρεσία ταυτοτήτων, ειρωνική επιλογή για έναν άνθρωπο που πρέπει να διαγράψει την ταυτότητά του για να επιβιώσει. Και ψάχνει στα αρχεία όχι μόνο για να βρει κάλυψη, αλλά για να εντοπίσει τις ρίζες του. Γύρω του άνθρωποι της αντίστασης κρατούν ζωντανή μια υπόγεια αλληλεγγύη. Οι εξομολογήσεις τους δεν είναι απλώς διάλογοι· είναι συντήρηση της μνήμης. Και στο κέντρο όλων, ο Βάγκνερ Μόουρα («Narcos») που δίνει μια αλάνθαστη ερμηνεία στον ρόλο ενός ανθρώπου διχασμένου, πιεσμένου, αλλά που αρνείται να λυγίσει. Μπορεί η αφηγηματική γενναιοδωρία του σκηνοθέτη κάποιες στιγμές να βαραίνει το σύνολο της ταινίας, όμως εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα «καθαρό σινεμά» που αναμετράται με την ιστορία μιλώντας για τη συλλογική ευθύνη των ιδεών και για το τί σημαίνει να παραμένεις άνθρωπος, όταν ο ευκολότερος δρόμος είναι η συνενοχή. Σπάνια το αμιγώς πολιτικό σινεμά έχει υπάρξει τόσο πλούσιο και βιωματικό.
Λατινική Αμερική, χούντες και τρομοκρατία
«Κάρλος, το Τσακάλι» (Carlos, 2010)

Πολυεπίπεδη πολιτική τοποθέτηση, επιδέξια αναπαράσταση εποχής και καταιγιστικός ρυθμός συνθέτουν αυτή τη βιογραφία που σκηνοθέτησε ο Ολιβιέ Ασάγιας, η οποία αφορά τον Ίλιτς Ραμίρεζ Σάντσες από τη Βενεζουέλα, έναν από τους πιο διαβόητους καταζητούμενους τρομοκράτες. Ο Κάρλος, γνωστός και ως Τσακάλι, αποτέλεσε έναν μύθο χωρίς ταυτότητα που προκαλούσε εφιάλτες. Ο Κάρλος με την παρανοϊκή του δράση μετατόπισε άρδην τη συζήτηση για το τι σημαίνει ένοπλη πάλη στη σύγχρονη ιστορία, ενώ η σύλληψή του σήμανε το τέλος του πιο αιματηρού κύκλου της στρατευμένης τρομοκρατίας. Το νήμα της δράσης ξετυλίγεται συναρπαστικά στην κινηματογραφική εκδοχή, αλλά ακόμη πιο συναρπαστική είναι και η πλήρης τηλεοπτική εκδοχή διάρκειας πεντέμισι ωρών.
«No» (2012)

Όταν το 1988 ο δικτάτορας της Χιλής Πινοσέτ προκηρύσσει δημοψήφισμα για την παραμονή του στην εξουσία, η αντιπολίτευση προσλαμβάνει έναν ανερχόμενο διαφημιστή για να εκπονήσει την προεκλογική της καμπάνια. Ο Πάμπλο Λαρέν σκηνοθετεί τον Γκαέλ Γκαρσία Μπενράλ σε μια ευρηματική και άκρως ψυχαγωγική σάτιρα της πλάνης που είναι σε θέση να δημιουργήσουν τα μεγάλα media, όταν η δημοσιογραφία εξαφανίζεται και τη θέση της παίρνει η πανίσχυρη διαφήμιση και όταν το marketing γίνεται φορέας της πολιτικής.
«Argentina, 1985» (2022)

Η στρατιωτική δικτατορία που επέβαλε το πραξικόπημα του Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα το 1976 τελείωσε με τις εκλογές του 1983, όμως εκκρεμούσε η δίκη των στρατηγών και των υπόλοιπων ενορχηστρωτών του πραξικοπήματος. Αυτή την πολιτική δίκη αναβιώνει η ταινία μέσα από τον αγώνα ενός βετεράνου εισαγγελέα να δικαιώσει τα θύματα με τα μάτια μιας βαθιά διχασμένης κοινωνίας να έχουν πέσει πάνω του.
