Live τώρα    
31°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
31 °C
29.2°C32.4°C
4 BF 26%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
31 °C
27.6°C34.4°C
2 BF 45%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
33 °C
33.2°C35.4°C
3 BF 27%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
27 °C
26.8°C29.3°C
5 BF 53%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
32 °C
30.1°C31.9°C
0 BF 31%
Συνέδριο Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς / 9 παρεμβάσεις στην «Α»
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Συνέδριο Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς / 9 παρεμβάσεις στην «Α»

ΕΡΓΑΣΙΑ

Ένα ενδιαφέρον τριήμερο συνέδριο, με βασικά χαρακτηριστικά τη διεπιστημονική προσέγγιση, τη σύζευξη θεωρητικής ανάλυσης και πρακτικής εφαρμογής, τόσο από την οπτική των επιστημών όσο και από αυτήν της πολιτικής, αλλά και την αναζήτηση απαντήσεων και προτάσεων που θα μπορούσαν να ανανεώσουν και να εκδημοκρατίσουν και τα δύο αυτά πεδία

Δανάη Κολτσίδα
Δανάη Κολτσίδα

Το συνέδριο «Επιστήμη και πολιτική. Πεδία σύμπραξης και έντασης, φορείς και πρακτικές», που πραγματοποιήθηκε στις 16-18 Μαρτίου, αποτέλεσε για το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, που συμπληρώνει φέτος 25 χρόνια λειτουργίας, τον καλύτερο τρόπο να τιμήσει την επέτειο αυτή, με ένα θέμα τόσο επίκαιρο όσο και διαχρονικό, που εξ ορισμού βρίσκεται στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων του. Ταυτόχρονα όμως αποτέλεσε και μια ισχυρή δήλωση για το μέλλον, αφού ανέδειξε τον κομβικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει το Ινστιτούτο, φέρνοντας σε επαφή την επιστημονική κοινότητα, εκπροσώπους θεσμών και επίσημων φορέων, κοινωνικά κινήματα, αλλά και τα κόμματα και τους/τις πολιτικούς της Αριστεράς και των άλλων προοδευτικών δυνάμεων, και την ικανότητά του να παρεμβαίνει σε θέματα αιχμής στη δημόσια συζήτηση, διατυπώνοντας σύγχρονους προβληματισμούς, ιδέες και προτάσεις.

Το συνέδριο εξελίχθηκε σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον τριήμερο συζητήσεων, με βασικά χαρακτηριστικά τη διεπιστημονική προσέγγιση, τη σύζευξη θεωρητικής ανάλυσης και πρακτικής εφαρμογής, τόσο από την οπτική των επιστημών όσο και από αυτή της πολιτικής, αλλά και την αναζήτηση απαντήσεων και προτάσεων που θα μπορούσαν να ανανεώσουν και να εκδημοκρατίσουν και τα δύο αυτά πεδία. Από τον πλούτο των εβδομήντα περίπου παρεμβάσεων, Ελλήνων και Ελληνίδων αλλά και ξένων ομιλητών και ομιλητριών, είναι σχεδόν αδύνατο να καταλήξει κανείς σε μία σύνοψη, αξίζει ωστόσο να κρατήσουμε ορισμένα βασικά στοιχεία.

Βρισκόμαστε, μάλλον κατά κοινή ομολογία, σε μια νέα ιστορική περίοδο, κατά την οποία -παράλληλα προς τα επιστημονικά και τεχνολογικά άλματα- έχει συντελεστεί μια θεμελιώδης μεταβολή: η επιστήμη, λόγω της πρόσδεσής της με την πολιτική, έχει υποκαταστήσει τον ρόλο που έπαιζε παλαιότερα η θρησκεία και έχει χάσει στη συνείδηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας την κριτική και χειραφετητική της διάσταση. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την πολυδιάστατη κρίση αντιπροσώπευσης, τη βαθμιαία υποκατάσταση των δημοκρατικών πολιτικών διαδικασιών από «ειδικούς» και «ανεξάρτητες αρχές» και, εν γένει, την αποπολιτικοποίηση της πολιτικής εξηγεί σε μεγάλο βαθμό το γιατί μεγάλο μέρος της κοινωνίας δυσπιστεί και αντιδρά όχι μόνο προς τους πολιτικούς θεσμούς, αλλά και προς τον επιστημονικό λόγο. Επομένως, είναι αναγκαίο να συζητήσουμε εκ νέου για την επιστήμη, την πολιτική και τη μεταξύ τους σχέση, με τους όρους ενός νέου διαφωτισμού.

Στο πλαίσιο αυτό, κομβικό ρόλο διαδραματίζει η δημόσια πολιτική που ασκείται στο πεδίο της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης και της έρευνας. Η κυρίαρχη σήμερα αγοραία αντίληψη που διαπερνά όλο τον χώρο αυτόν, από τις επιστημονικές δημοσιεύσεις μέχρι τους όρους εργασίας των νέων ερευνητών/τριών, ευνοεί συγκεκριμένα πεδία και τάσεις έναντι άλλων και ασκεί σημαντικές πιέσεις στα πανεπιστήμια και στα δημόσια ερευνητικά κέντρα. Είναι, επομένως, ιδιαίτερα σημαντικός ο σχεδιασμός και η υλοποίηση δημόσιων πολιτικών για την έρευνα που θα λειτουργούν αντίρροπα προς τις τάσεις αυτές και θα διαμορφώνουν όρους πολυφωνίας - τόσο ως προς τα επιστημονικά πεδία που προωθούνται, ώστε να μην είναι οι ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες «ο φτωχός συγγενής», όσο και ως προς το περιεχόμενο και τις κατευθύνσεις της έρευνας, ώστε να μην αποκλείονται φωνές που αμφισβητούν το σήμερα κυρίαρχο παράδειγμα.

Όλα τα παραπάνω -και πολύ περισσότερα- αποτέλεσαν το αντικείμενο μιας ιδιαίτερα γόνιμης συζήτησης που διαρθρώθηκε σε 10+2 στρογγυλά τραπέζια, επιχειρώντας να φωτίσει από όσο περισσότερες πλευρές γινόταν το ζήτημα της επιστήμης και της πολιτικής. Το περιεχόμενο των συζητήσεων αυτών είναι μια σημαντική παρακαταθήκη που το επόμενο διάστημα θα αξιοποιηθεί, θα αναδειχθεί και θα δουλευτεί ακόμη περισσότερο σε πιο συγκεκριμένη κατεύθυνση.  Όλο το υλικό είναι διαθέσιμο στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου (www.poulantzas.gr).

* Η Δανάη Κολτσίδα είναι διευθύντρια του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς

Ακρίτας Καϊδατζής
Ακρίτας Καϊδατζής

Επιστήμες, δημοκρατία, τεχνοκρατία

Του Ακρίτα Καϊδατζή*

Μια σημαντική διάσταση που αναδείχθηκε στο συνέδριο είναι η σχέση της επιστήμης (ή των επιστημών) με τη δημοκρατία. Η σχέση αυτή είχε πάντοτε δύο όψεις, σαν Ιανός. Από τη μια, οι επιστήμες είναι μηχανισμός χειραφέτησης των μαζών, σχολείο δημοκρατίας και όπλο κατά της κάθε είδους δεσποτείας -αυτό υπήρξε το μήνυμα του Διαφωτισμού, που σε μας το εξέφρασε υπέροχα με το έργο του ο Ρήγας Βελεστινλής. Από την άλλη, όμως, οι επιστήμες μπορούν να γίνουν επίσης θεραπαινίδες της εξουσίας και των ισχυρών, εργαλεία καταπίεσης και χειραγώγησης.

Η επιστήμη ως τεχνοκρατία, η “τυραννία των ειδικών”, υπήρξε καταλυτική για την εξέλιξη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας στη νεωτερική εποχή. Η συνταγματική Δημοκρατία χαρακτηρίστηκε από μία διαρκή -αν και όχι γραμμική, ούτε πάντοτε ομαλή- διαδικασία εκδημοκρατισμού με την έννοια της διεύρυνσής της: επέκταση των δικαιωμάτων πολιτικής συμμετοχής στους μη έχοντες, στις γυναίκες, στους νέους κ.λπ. Από ένα σημείο και ύστερα ωστόσο (σχηματικά, μετά τον Β' παγκόσμιο πόλεμο) η τεχνοκρατία αποτέλεσε τροχοπέδη στο αίτημα εκδημοκρατισμού με την έννοια της εμβάθυνσης της δημοκρατίας. Τρεις διαδοχικές τάσεις -ο "εκδικαστισμός" (judicialization) των κοινωνικών συγκρούσεων∙ οι ανεξάρτητες αρχές, ιδίως οι ρυθμιστικές και κατεξοχήν οι κεντρικές τράπεζες∙ η θεοποίηση των “ειδικών”- αφαίρεσαν σημαντικά πεδία της κοινής συμβίωσής μας από την εμβέλεια της πολιτικής αντιπαράθεσης και, άρα, από τον έλεγχο των δημοκρατικών πλειοψηφιών. Πρόκειται για την, κεντρική στον νεοφιλελευθερισμό, λογική του “There Is No Alternative”.

Στο επίκεντρο μιας αριστερής και προοδευτικής αντιπρότασης θα πρέπει να βρίσκεται το αίτημα για επαναπολιτικοποίηση των πεδίων κοινωνικής σύγκρουσης που έχουν εξαιρεθεί από την πολιτική αντιπαράθεση. Αυτό δεν συνεπάγεται την “εκδίωξη” των επιστημών από τον χώρο της δημοκρατικής πολιτικής, αλλά το ακριβώς αντίθετο: την ενσωμάτωσή τους στην πολιτική σύγκρουση με τρόπο πλουραλιστικό, αντί της μονοκρατορίας της εκάστοτε επιστημονικής (οικονομικής, νομικής κ.λπ.) ορθοδοξίας. Αν κάτι μας διδάσκει η επιστήμη, είναι ότι There Is Always An Alternative.

Στο σημείο αυτό ανακύπτει κι ένα ειδικότερο ζήτημα. Η υπερ-ειδίκευση και ο κατακερματισμός της επιστημονικής γνώσης έχουν ως αποτέλεσμα ο επιστημονικός λόγος να επιφυλάσσεται σε μια ελίτ. Πρόκειται για λόγο που αποκλείει, που δεν είναι προσιτός και προσβάσιμος για τους πολλούς. Μια αριστερή και προοδευτική προσέγγιση οφείλει να επιδιώκει τον εκδημοκρατισμό της επιστημονικής γνώσης. Πρόκειται για ένα αίτημα δημοκρατικού λαϊκισμού: εκλαΐκευση του επιστημονικού λόγου, ώστε να μπορούν να επωφεληθούν απ' αυτόν οι πολλοί, οι δημοκρατικές πλειοψηφίες.

* Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι επίκουρος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, πρ. γενικός γραμματέας της Κυβέρνησης

Cornelia Hildebrandt
Cornelia Hildebrandt

Τα ευρωπαϊκά πολιτικά ινστιτούτα σε περιόδους πολέμου και κρίσεων

Της Cornelia Hildebrandt*

Η εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με τίποτα και θα αλλάξει οριστικά την Ευρώπη και τις παγκόσμιες πολιτικές εξελίξεις. Τι σημαίνει αυτό για τα προοδευτικά ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα στην Ευρώπη;

Τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα βρίσκονται μεταξύ της επιστήμης, της πολιτικής και της κοινωνίας των πολιτών. Είναι φορείς δικτύωσης, πολιτικής εκπαίδευσης και δεξαμενές σκέψης. Σε αντίθεση με τα κόμματα, μπορούν να εργάζονται με μακροπρόθεσμους όρους πέρα από την πολιτική καθημερινότητα, ενώ πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους ότι συνδέονται με μια ολόκληρη κομματική οικογένεια και το αντίστοιχο κάθε φορά ευρωπαϊκό κόμμα.

Ενα πρώτο καθήκον των προοδευτικών ευρωπαϊκών πολιτικών ιδρυμάτων σήμερα είναι να κάνουν τα πάντα για να σταματήσει ο πόλεμος. Πρέπει να χρησιμοποιήσουν τις δυνατότητές τους ως χώροι διαλόγου και ως ενδιάμεσοι θεσμοί μεταξύ του κράτους, της ακαδημαϊκής κοινότητας και της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και την ικανότητά τους να εργάζονται διεπιστημονικά. Μπορούν να αποτελέσουν γέφυρες πέρα από κομματικές γραμμές μπροστά στις νέες παγκόσμιες προκλήσεις και συγκρούσεις και έχουν τη δυνατότητα, μέσω των οργανώσεων-μελών τους, να συνδέουν τις εθνικές και ευρωπαϊκές πολιτικές.

Επίσης, υπάρχει ανάγκη για ευρωπαϊκή και διεθνή έρευνα επί του πώς μπορούν να διαμορφωθούν ειρηνικές σχέσεις μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. και της Ρωσίας υπό τις παρούσες συνθήκες. Πρέπει να αναρωτηθούμε: Σε ποια φάση της παγκόσμιας πολιτικής βρισκόμαστε; Είμαστε ακόμα σε ένα μεταβατικό interregnum ή έχει προ πολλού παγιωθεί η τάση προς αυταρχικά συστήματα; Πώς είναι δυνατή μια βιώσιμη ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και πολιτική γειτονίας με τη Ρωσία μετά από αυτόν τον πόλεμο; Τι σημαίνει ασφάλεια στον 21ο αιώνα; Πώς μπορεί να μειωθεί ο κίνδυνος πυρηνικού πολέμου; Ποιοι είναι οι ακρογωνιαίοι λίθοι μιας στρατηγικής για την ειρήνη με την υποστήριξη της κοινωνίας και πώς μπορεί να εφαρμοστεί;

Τα ευρωπαϊκά πολιτικά ιδρύματα των προοδευτικών κομμάτων θα πρέπει να αναπτύξουν νέες μορφές διαλόγου που, αφενός, θα καθιστούν ορατές τις υπάρχουσες πολιτικές διαφορές, αφετέρου θα υποστηρίζουν κοινές προσπάθειες απέναντι στις νέες κλιμακώσεις, πολέμους και κρίσεις, στην κλιματική αλλαγή και στην αναδυόμενη ψηφιοποίηση της εργασίας και της ζωής. Το δίκτυο Transform! φέρνει σε αυτόν τον διάλογο τις θέσεις της Αριστεράς, με επίγνωση της πολυφωνίας της, και καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις για μια ευρωπαϊκή πολιτική ειρήνης και ασφάλειας.

* Η Cornelia Hildebrandt είναι συμπρόεδρος του δικτύου Transform! Europe

Γεράσιμος Κουζέλης
Γεράσιμος Κουζέλης

Να επιδιώξουμε τη δημοκρατική κοινωνικοποίηση της επιστήμης

Του Γεράσιμου Κουζέλη*

Η κοινωνική συγκυρία ανέδειξε μια νέα συνάρθρωση επιστήμης και πολιτικής, υπαγορευμένη από μια πολλαπλή κρίση, αλλά και μια συνάρθρωση σε κρίση. Από τη σκοπιά της κριτικής κοινωνικής στάσης, η σχέση μεταξύ επιστήμης και πολιτικής εμφανίζεται διττή: είμαστε ασυζητητί με τον διαφωτισμό, γνωρίζοντας όμως και τη «διαλεκτική» του.

Μυθική είναι η διάσταση της τυφλής εμπιστοσύνης σε μια άδολη και εξ ορισμού προοδευτική επιστήμη. Μυθική είναι όμως κυρίως η απροβλημάτιστη αποδοχή του ισχυρισμού μιας πλήρους ανεξαρτησίας της επιστημονικής γνώσης από την πολιτική, μιας αυτόματης παραγωγής προόδου διά της επιστήμης, χωρίς κριτικό έλεγχο των συνεπειών και των εφαρμογών της.

Η σημερινή νεοφιλελεύθερη εκδοχή αυταρχικής άσκησης της εξουσίας χαρακτηρίζεται από σχέσεις ρύθμισης και ελέγχου. Πρόκειται για ένα καθεστώς που νομιμοποιήθηκε εύκολα και εντάθηκε στο έπακρο υπό τις συνθήκες της πανδημίας και θα ενισχυθεί ακόμα περισσότερο με την ευκαιρία που του δίνει ο νέος πόλεμος. Είδαμε πώς σε ένα τέτοιο πλαίσιο η πολιτική επικαλείται αλλά και αξιοποιεί εργαλειακά τις επιστήμες.

Η δική μας οπτική δεν μπορεί παρά να οδηγεί στην αντιστροφή της σχέσης που επιβάλλεται: αντί για την αυταρχική «επιστημονικοποίηση» της πολιτικής, να επιδιώξουμε τη δημοκρατική κοινωνικοποίηση της επιστήμης. Μια τέτοια κριτική στάσης θα είχε τρεις άξονες:

Πρώτον, τον κοινωνικό έλεγχο των όρων παραγωγής και κυκλοφορίας των επιστημονικών αγαθών. Εφόσον η επιστήμη αποτελεί τόσο παραγωγική δύναμη όσο και μέσο παραγωγής, το ζήτημα του ελέγχου της τίθεται επιτακτικά - χωρίς όμως ταυτοχρόνως να αίρεται το καθεστώς της αυτονομίας των εσωτερικών κριτηρίων αληθείας των αποφάνσεών της.

Δεύτερον, την ένταξη της παραγωγής επιστημονικής γνώσης στο κοινωνικό πλαίσιο, που επιτρέπει την κατανόηση και εκτίμηση της αξίας των προϊόντων της. Το τι εμβόλια, ποιες εναλλακτικές πηγές ενέργειας και βεβαίως τι είδους χρηματοοικονομικά εργαλεία χρειάζεται να φτιαχτούν εξαρτάται από την κοινωνία που θα τα υποδεχτεί. Και προϋπόθεση για μια τέτοια επίγνωση είναι η πλήρης άρση της απαξίωσης των κοινωνικών επιστημών.

Τρίτον, τη δημοκρατική οργάνωση των διαδικασιών επιλογής των προβλημάτων που απευθύνονται προς επίλυση στην επιστήμη. Ο δημοκρατικός έλεγχος προϋποθέτει εδώ μια δημοσιότητα που σε διαδικασίες ανοικτής διαβούλευσης, αντιπαράθεσης επιχειρημάτων και διερευνητικής θεμελίωσης ορίζει τα προς επίλυση προβλήματα, βάσει κοινωνικών αναγκών.

* Ο Γεράσιμος Κουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Επιστημολογίας και Κοινωνιολογίας της Γνώσης, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μέλος του Δ.Σ. του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς

Κώστας Ελευθερίου
Κώστας Ελευθερίου

Για ένα πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού

Του Κώστα Ελευθερίου*

Κάποιες αρχές διευθέτησης της σχέσης μεταξύ κομμάτων, ειδημοσύνης και γνώσης:

Πρώτον, η ειδημοσύνη θα πρέπει να θεωρείται ως μια ποιότητα και μια διαδικασία που υπηρετεί μια συγκεκριμένη στρατηγική. Υπ' αυτήν την έννοια, θα πρέπει να επικοινωνεί με μια συλλογική δέσμευση ενταγμένη σε ένα σύστημα εσωκομματικής δημοκρατίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να αμφισβητηθεί η αυτονομία της. Θα πρέπει όμως, στον βαθμό που συμμετέχει ή ακόμα και καθοδηγεί τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο κόμμα και στην κυβέρνηση, να εντάσσεται και να αλληλεπιδρά με τη συλλογικότητα.

Δεύτερον, η ειδημοσύνη πρέπει να οριοθετεί μεν το εφικτό και το εφαρμόσιμο, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να διερευνά και τις δυνατότητες διεύρυνσής του. Να αναγνωρίζει τους περιορισμούς του θεσμικού περιβάλλοντος, αλλά και να μεθοδεύει τη διεύρυνσή τους. Αυτό είναι επιτεύξιμο, εφόσον αναφέρεται στη στρατηγική -του μετασχηματισμού εν προκειμένω- και είναι ενταγμένη στις συλλογικές διαδικασίες.

Τρίτον, η στελέχωση της ειδημοσύνης πρέπει να ανταποκρίνεται σε συμπεφωνημένα και διαφανή κομματικά και ενδοοργανωτικά κριτήρια. Η προσέλκυση «ουδέτερων» τεχνοκρατών για την κρατική διαχείριση χωρίς πολιτικοϊδεολογικά κριτήρια σημαίνει την ουσιαστική αποδοχή της παρακμής του παράγοντα «πολιτικό κόμμα», αλλά και τη διάψευση της προοπτικής υλοποίησης έστω ορισμένων οριακών μετασχηματισμών. Είναι μια επιλογή που συρρικνώνει τη δημοκρατία.

Τέταρτον, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η γνώση στις σημερινές κοινωνίες παράγεται σε πολλαπλές εστίες, οι οποίες αναπόδραστα επηρεάζονται από τον τρέχοντα και μεταβαλλόμενο καταμερισμό εργασίας. Επομένως, η πολιτικοποίηση -με την έννοια της πολιτικής αξιοποίησής τους- αποκτά μεγαλύτερη επιτακτικότητα. Το κόμμα της Αριστεράς χρειάζεται εσωκομματικούς θεσμούς καταγραφής και αξιοποίησης της παραγόμενης γνώσης και διαδικασίες στρατολόγησης και εκπαίδευσης του αντίστοιχου προσωπικού ειδημόνων. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να εντοπίζει εστίες γνώσης στον κινηματικό χώρο, με τις οποίες θα πρέπει να ανοίγει διαύλους επικοινωνίας.

Τέλος, θα πρέπει να κατανοήσει τη γνώση όχι μόνο σαν αφηρημένη θεωρία ή σαν επιστημονική και ερευνητική πρακτική, ή ακόμα και καταγραφή απόψεων στη δημόσια σφαίρα, αλλά κατά κύριο λόγο σαν απαύγασμα της πρακτικής εμπειρίας των κοινωνικών υποκειμένων. Το πώς θα κατορθώσει το κόμμα να πολιτικοποιήσει την κοινωνική εμπειρία, αλλά και ταυτόχρονα να κοινωνικοποιήσει την περισσότερο κατεστημένη γνώση, αποτελεί, ενδεχομένως, και το κλειδί για να διαμορφωθεί ένα πρόγραμμα που θα υπηρετήσει μια στρατηγική κοινωνικού μετασχηματισμού.

* Ο Κώστας Ελευθερίου είναι δρ Πολιτικής Επιστήμης, συμβασιούχος διδάσκων, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ

Ο Steffen Lehndorf
Ο Steffen Lehndorf

Η αλληλεπίδραση μεταξύ της κοινωνικής έρευνας και των συνδικάτων

Του Steffen Lehndorff*

Η αλληλεπίδραση μεταξύ της κοινωνικής έρευνας και των συνδικάτων μπορεί να αναδειχθεί από δύο αντίθετα παραδείγματα από τη Γερμανία.

Το πρώτο ήταν οι λεγόμενες «μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας» στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι οποίες διαφημίστηκαν αργότερα ως πρότυπο για άλλες χώρες της Ε.Ε. κατά τη διάρκεια της κρίσης της Ευρωζώνης. Ο πυρήνας τους ήταν η αποδυνάμωση της ασφάλισης έναντι της ανεργίας και η προώθηση της επισφαλούς απασχόλησης, η οποία διαμόρφωσε έναν μεγάλο χώρο χαμηλόμισθης απασχόλησης στη Γερμανία. Τα χρόνια που προηγήθηκαν της μεταρρύθμισης αυτής, η έρευνα σχετικά με τις ανεπάρκειες των υφιστάμενων υπηρεσιών της αγοράς εργασίας ήταν πολύ αδύναμη για να αντιμετωπίσει το νεοφιλελεύθερο αφήγημα περί του μισθολογικού κόστους ως το βασικό πρόβλημα της γερμανικής αγοράς εργασίας. Τα συνδικάτα, με τη σειρά τους, ήταν εν μέρει αδύναμα απέναντι στη νεοφιλελεύθερη επίθεση, δεδομένου ότι αυτές οι «μεταρρυθμίσεις» προωθήθηκαν από μια σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση.

Δέκα χρόνια αργότερα, το σκηνικό είχε αλλάξει. Μια μικρή ομάδα ερευνητών είχε παράσχει έγκυρη εμπειρική τεκμηρίωση σχετικά με τα οφέλη ενός θεσμοθετημένου κατώτατου μισθού σε άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ. Μετά από μια σειρά εσωτερικών συζητήσεων, τα συνδικάτα ήταν πλέον έτοιμα να επωφεληθούν από αυτές τις συμβουλές και τελικά υιοθέτησαν το αίτημα για έναν κατώτατο μισθό. Καθώς αυτή τη φορά οι σοσιαλδημοκράτες ήταν στην αντιπολίτευση, προσχώρησαν σε αυτή την έκκληση, ενώ οι νεοφιλελεύθεροι προέβλεπαν την απώλεια εκατομμυρίων θέσεων εργασίας. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβη όμως όταν ο κατώτατος μισθός θεσπίστηκε μετά τις εκλογές του 2013. Σε κάποιο βαθμό, το νεοφιλελεύθερο ρεύμα πτοήθηκε από αυτή την ήττα και η ανακοίνωση της σημερινής κυβέρνησης για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 12 ευρώ αντιμετωπίζει πολύ πιο αδύναμη αντίσταση από τη Δεξιά.

Η ουσία αυτής της εμπειρίας είναι διττή: Πρώτον, οι προοδευτικοί ερευνητές χρειάζονται μια ενεργητική προσέγγιση που να υπερβαίνει την απλή υπεράσπιση των υφιστάμενων θεσμών της αγοράς εργασίας. Δηλαδή θα πρέπει να σκεφτούν για μεταρρυθμίσεις αυτών των θεσμών που παρέχουν καλύτερες απαντήσεις στα επιτακτικά προβλήματα της αγοράς εργασίας στη θέση των νεοφιλελεύθερων απορρυθμίσεων που κάνουν κατάχρηση του όρου «μεταρρύθμιση». Δεύτερον, αυτού του είδους η κοινωνική έρευνα θα πρέπει να θεωρηθεί από τα συνδικάτα ως ευκαιρία. Εξαρτάται, όμως, από αυτά αν θα εκμεταλλευτούν την ευκαιρία να αξιοποιήσουν την προσφορά αυτή.

* Ο Steffen Lehndorff είναι δρ Οικονομικών, ερευνητής, Ινστιτούτο Εργασίας και Επαγγελματικών Προσόντων, Πανεπιστήμιο Duisburg-Essen

Ελένη Μουγιάκου
Ελένη Μουγιάκου

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή “για ποιους”. Το δικαίωμα στην κλιματική ανθεκτικότητα

Της Ελένης Μουγιάκου*

Μέσα από την εμπειρία από το πεδίο του σχεδιασμού και της εφαρμογής μέτρων και δράσεων για την προσαρμογή των πόλεων στην κλιματική αλλαγή αναδεικνύεται η σημασία της έννοιας της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, με στόχο την κλιματική ανθεκτικότητα, ιδιαίτερα για μια χώρα σαν την Ελλάδα. Παρότι οι προσπάθειες για μετριασμό των αιτιών που προκαλούν το φαινόμενο της υπερθέρμανσης είναι σημαντικές, αυτές πρέπει να συνδυάζονται με συγκεκριμένες ενέργειες για την προσαρμογή για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στους ανθρώπους και τα οικοσυστήματα.

Η ίδια η έννοια της κλιματικής ανθεκτικότητας εμπεριέχει την ερώτηση «για ποιους». Ο σχεδιασμός πολιτικών προσαρμογής ξεκινά από την εκτίμηση των επιπτώσεων και την ανάλυση τρωτότητας. Το IPCC ορίζει ότι η τρωτότητα ενός συστήματος στην κλιματική αλλαγή εκτιμάται ως συνάρτηση της έκθεσης σε κλιματικά ερεθίσματα, της ευαισθησίας του συστήματος στα κλιματικά ερεθίσματα και της ικανότητας προσαρμογής. Η έννοια της ευαισθησίας μπορεί να εμπεριέχει μεταβλητές όπως ευάλωτος πληθυσμός, προστατευόμενα είδη, ποιότητα πρασίνου και δημοσίου χώρου, πρόσβαση σε νοσοκομεία κ.ά. Αντίστοιχα, η προσαρμοστική ικανότητα προσεγγίζει την ικανότητα του δήμου, της περιφέρειας, του φορέα διαχείρισης να ανταποκριθεί στις προσκλήσεις σήμερα, αλλά και στο μέλλον. Την προσαρμοστική ικανότητα μπορεί να επηρεάζει ο αριθμός και η κατάρτιση των υπαλλήλων, η χρηματοδότηση, η ύπαρξη κανονιστικού πλαισίου και αρμοδιότητας.

Ύστερα από διερεύνηση ευρωπαϊκών πόλεων, από την άποψη σχεδίων και στρατηγικών προσαρμογής ή/και ανθεκτικότητας η Ελλάδα βρίσκεται σε μια μέση θέση. Διαθέτουμε Εθνική Στρατηγική και 13 Περιφερειακά Σχέδια - ΠεΣΠΚΑ (υπό έγκριση) και ελάχιστα Τοπικά Σχέδια ή Στρατηγικές. Η πλειοψηφία των αστικών δήμων έχει υπογράψει τη Συμφωνία των Δημάρχων για την Ενέργεια και το Κλίμα, ενώ έχει εκπονήσει Σχέδιο Δράσης Αειφόρου Ενέργειας και Κλίματος (ΣΔΑΕΚ). Αναδεικνύεται η ανάγκη τεκμηριωμένων τοπικών σχεδίων προσαρμογής που βασίζονται σε ανοιχτά, επικαιροποιημένα δεδομένα σε κατάλληλη κλίμακα (περιφερειακή, τοπική, γειτονιάς), έγκυρα, συνεκτικά και συγκρίσιμα. Πρόκειται για απαραίτητα δεδομένα βάσης σχετικά με την ισχύουσα και την υφιστάμενη κατάσταση σχετικά με το περιβάλλον, τη χωροταξία, το πράσινο, το έδαφος, το νερό, το δομημένο περιβάλλον, αλλά και πληθυσμιακά, κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα. Δεσπόζουσα θέση στη διεθνή βιβλιογραφία και πρακτική έχει και η πολυεπίπεδη εμπλοκή και συμμετοχή των αρμοδίων, των πολιτών, των ειδικών και των εμπλεκομένων φορέων, τόσο στο στάδιο της εκτίμηση των κινδύνων, της προτεραιοποίησης των μέτρων, αλλά και στον σχεδιασμό των έργων.

Είναι απαραίτητη η αλλαγή στις προδιαγραφές τόσο των μελετών όσο και των κατασκευών. Σε αυτή την κατεύθυνση βρίσκεται και η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τις «Τεχνικές κατευθυντήριες οδηγίες σχετικά με την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδομών στην κλιματική αλλαγή κατά την περίοδο 2021-2027 (2021/C 373/01)». Παρ’ όλες τις αξιόλογες προσπάθειες εφαρμογής που γίνονται σε εθνικό (π.χ. LIFE-IP AdaptInGR), τοπικό και περιφερειακό επίπεδο (πιλοτικές εφαρμογές Περιφέρειας Αττικής), για την αποτελεσματική εκτέλεση μέτρων, έργων και δράσεων προσαρμογής, είναι κρίσιμη η ενσωμάτωση και εναρμόνιση των σχεδίων αυτών τόσο στον χωρικό όσο και στον αναπτυξιακό σχεδιασμό.

* Η Ελένη Μουγιάκου είναι γεωπόνος, ειδική Αστικού Πρασίνου και Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών, ιδρυτικό μέλος της Commonspace, συντονίστρια participatory LAB

Μανώλης Πλειώνης
Μανώλης Πλειώνης

Επιβάλλεται συστράτευση επιστήμης - Πολιτείας για την κλιματική κρίση

Του Μανώλη Πλειώνη*

Τα τελευταία 150 χρόνια ο πλανήτης μας γνωρίζει μια συστηματική αύξηση της θερμοκρασίας (κατά μέσο όρο περίπου 1 βαθμού Κελσίου), με τη δεκαετία 2010-2020 να είναι η θερμότερη καταγεγραμμένη δεκαετία στην πλανήτη μας από την προ-βιομηχανική περίοδο, με δραματική αύξηση των δασικών πυρκαγιών, των πλημμυρικών φαινομένων, της τήξης των πάγων, αλλά και με σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία, την υγεία, την επισιτιστική ασφάλεια, στα οικοσυστήματα, όπως αναφέρει και η πρόσφατη έκθεση του IPCC. Με τις νέες δεσμεύσεις που πάρθηκαν στη συνάντηση COP26 του OHE στη Γλασκώβη, τόσο στον τομέα της απανθρακοποίησης όσο και στον τομέα της μείωσης εκπομπών μεθανίου, ακόμα και αν τηρηθούν πλήρως (μάλλον ευσεβής πόθος), θα μπούμε σε τροχιά αύξησης της θερμοκρασίας κατά 1,8 βαθμούς Κελσίου μέχρι το τέλος του αιώνα, όπως δήλωσε ο εκτελεστικός διευθυντής Φατίχ Μπιρόλ του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ).

Η υπέρβαση του ορίου των 2 βαθμών αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας σε σχέση με την προβιομηχανική περίοδο, που έχει θέσει η Συμφωνία των Παρισίων ως όριο πέραν του οποίου η κλιματική καταστροφή θα είναι εφιαλτική, έχει αρχίσει να φαντάζει απειλητικά πιθανή. Επιπλέον η περιοχή της Μεσογείου είναι, δυστυχώς, από τις πιο ευάλωτες παγκοσμίως στα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής, όπως προβλέπουν τα κλιματικά μοντέλα, αλλά πιστοποιείται με αδιαμφισβήτητο τρόπο μέσω μετρήσεων του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών (ΕΑΑ), που δείχνουν αύξηση της μέσης θερμοκρασίας στην περιοχή μας τα τελευταία 40 χρόνια κατά 1,5 βαθμό, όταν μεσοσταθμικά η παγκόσμια αύξηση θερμοκρασίας την ίδια περίοδο ήταν 0,5 βαθμός. Οι μελέτες του Ινστιτούτου Ερευνών Περιβάλλοντος και Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΕΑΑ προβλέπουν για την Ελλάδα και για ένα «μέσο» σενάριο αύξηση της θερμοκρασίας περί τους 3.5-5.0º C μέχρι το τέλος του αιώνα, με μείωση έως και κατά 30% της χειμερινής βροχόπτωσης, με αύξηση των πυρκαγιών, με δραματικές επιπτώσεις για την πανίδα και τη χλωρίδα, τη βιοποικιλότητα, τις καλλιέργειες, τα αποθέματα γλυκού νερού, αλλά και για την υγεία του πληθυσμού λόγω αναμενόμενης αύξησης των ασθενειών που προκαλούνται από φορείς.

Οι συνθήκες αυτές επιβάλλουν τη συστράτευση της επιστημονικής κοινότητας και της Πολιτείας για την κατανόηση των φαινομένων και τη μελέτη των αναμενόμενων αποτελεσμάτων της κλιματικής κρίσης στη χώρα μας και εύρεση λύσεων τόσο στον τομέα της προστασίας των πολιτών και του περιβάλλοντος όσο και στον τομέα της οικονομίας και της παραγωγής ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό ξεκίνησε το 2017 ο σχεδιασμός μιας εμβληματικής πρωτοβουλίας από μεριάς της Πολιτείας, σε συνεργασία με το EAA, για τη σύσταση του Δικτύου για την Κλιματική Αλλαγή και τις Επιπτώσεις της - CLIMPACT. H χρηματοδότησή του υπεγράφη στο τέλος του 2019 και λειτουργεί πλέον με πολύ αποδοτικό τρόπο.

Κλείνω αναφέροντας επιγραμματικά κάποια στοιχεία για την επιτυχημένη δράση του CLIMPACT:

1. Συγκέντρωσε και δικτύωσε -για πρώτη φορά- όλα τα μεγάλα ακαδημαϊκά και ερευνητικά ιδρύματα μιας χώρας που ασχολούνται με τη μελέτη, την πρόληψη και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.

2. Οι υπηρεσίες και τα εργαλεία που παράγει το CLIMPACT χρησιμοποιούνται ήδη επιχειρησιακά από αρχές πολιτικής προστασίας (π.χ. Πυροσβεστική) και τοπικές αρχές (π.χ. Περιφέρεια Αττικής και Δήμο Μάδτρας).

3. Το Δίκτυο CLIMPACT συλλέγει και παρέχει ανοιχτή πρόσβαση στα κλιματικά δεδομένα που παράγονται από τα μεγάλα ακαδημαϊκά και ερευνητικά ιδρύματα της Ελλάδας, μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας του (www.climpact.gr).

4. Το δίκτυο έχει ξεκινήσει να παρέχει εμπειρογνωμοσύνη στην Πολιτεία, στους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και στην κοινωνία των πολιτών για θέματα μετριασμού και προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και των σχετιζόμενων με αυτή φυσικών καταστροφών. Εμπλέκει όλους τους σχετικούς φορείς (stake holders) για τη διαμόρφωση σχεδίων δράσης για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή, σε εθνικό επίπεδο, μέσω μιας ποικιλίας θεματικών ανοιχτών φόρουμ διαλόγου που διοργανώνει τακτικά.

* Ο Μανώλης Πλειώνης είναι καθηγητής Φυσικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, πρόεδρος Δ.Σ. και διευθυντής Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών (ΕΑΑ), Εθνικό Δίκτυο για την Κλιματική Αλλαγή

Ελένη Ρεθυμιωτάκη
Ελένη Ρεθυμιωτάκη

Επιστήμη και Πολιτική. Μαθήματα από την πανδημία

Της Ελένης Ρεθυμιωτάκη*

Η πανδημία επαναπροσδιορίζει δυναμικά τις σχέσεις επιστήμης και πολιτικής. Είναι ακόμα μία κρίση που αποτιμά το κατά πόσο νομιμοποιούνται και μπορούν να συναποφασίζουν αποτελεσματικά για θέματα ζωής, υγείας και ασθένειας-θανάτου σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Αναδεικνύει τους θεσμικούς πόλους που διαμεσολαβούν τις σχέσεις τους, όπως διεθνείς φορείς, φαρμακευτικές εταιρείες, ερευνητικά δίκτυα, ΜΜΕ και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Καθιστά προφανείς τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συνιστώσες της επιστήμης, γεγονός που υπό «κανονικές» συνθήκες συσκοτίζεται. Η αποτίμηση δείχνει ότι στην πράξη η επιστήμη έπραξε όσα όφειλε, αλλά αποδείχτηκε πως η εποχή που λειτουργούσε ως θρησκευτική αυθεντία έχει παρέλθει. Στο δημόσιο βήμα των ΜΜΕ προβαλλόταν περισσότερο ο κίνδυνος, η αβεβαιότητα και οι επιστημονικές διαμάχες, παρά η παντοδυναμία της. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης διαχέονταν η δυσπιστία και η αμφισβήτηση. Από τη μεριά της πολιτικής, η προσπάθεια της εκτελεστικής εξουσίας να διαχειριστεί την πανδημία με επιστημονικά τεκμηριωμένες αποφάσεις ήταν ένα τεστ αντοχής για το κατά πόσο μπορεί να αξιοποιήσει τη βιοϊατρική ειδημοσύνη ως μια αντικειμενικά αληθή και αδιαμφισβήτητη βάση για να νομιμοποιήσει τις αποφάσεις της.

Αν και στην αρχή φάνηκε ότι πέτυχε τον στόχο της, στην πορεία φάνηκαν τα προβλήματα αναποτελεσματικότητας και απονομιμοποίησης. Η μελλοντική πρόκληση συνίσταται στον εκδημοκρατισμό της σχέσης της επιστήμης με την πολιτική και την (επανα)κοινωνικοποίησή τους μέσω των αρχών της διαβούλευσης και της συμμετοχής, καθώς και της διαφάνειας και της λογοδοσίας.  Άμεσα καλούμαστε να «μπολιάσουμε» τη ρυθμιστική επιστήμη με δημοκρατικούς στόχους για να εξυπηρετηθούν κοινωνικές ανάγκες και να διασφαλιστούν κοινωνικές κατακτήσεις. Προηγουμένως πρέπει να κλονιστεί το στερεότυπο ότι η καινοτόμα γνώση αξιοποιείται μόνο άμεσα για να παραχθούν κερδοφόρες εφαρμογές, ώστε να αναδειχθεί εκ νέου η χειραφετητική δυναμική της επιστήμης, ότι δηλαδή συμμετέχει μακροπρόθεσμα στη χάραξη και τη συνεχή αναπροσαρμογή πολιτικών στρατηγικών με απώτερο στόχο τη συμπεριληπτική κοινωνική ευημερία σε αρμονία με το φυσικό περιβάλλον. Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να στραφούν η οικονομική ανάπτυξη, η πολιτική οργάνωση και η νομική ρύθμιση της βιοϊατρικής, με δεδομένο ότι η πανδημία ανέδειξε τις δύο μείζονες προκλήσεις για το σύγχρονο μοντέλο της: αφενός τον πολυεπίπεδο χαρακτήρα του σε ενωσιακό και διεθνές επίπεδο και αφετέρου τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό του.

* Η Ελένη Ρεθυμιωτάκη είναι αναπληρώτρια καθηγήτρια Κοινωνιολογίας του Δικαίου, Νομική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρ. πρόεδρος Επιτροπής Βιοηθικής

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL