Live τώρα    
26°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
26 °C
23.9°C28.4°C
2 BF 51%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
24 °C
21.3°C25.5°C
1 BF 61%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
22 °C
21.6°C21.6°C
2 BF 69%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
26 °C
23.6°C28.3°C
1 BF 61%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
23 °C
23.4°C23.4°C
1 BF 67%
Ταβέρνα Ο Πειναλέων / Ταβερνιάρης δεν είναι αυτός που κουβαλάει τις μπριζόλες
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ταβέρνα Ο Πειναλέων / Ταβερνιάρης δεν είναι αυτός που κουβαλάει τις μπριζόλες

Πειναλέοντας

Αν μια πραγματικότητα μας προσγείωνε απευθείας στο τραπέζι της ταβέρνας του, θα ήταν δύσκολο να υποθέσουμε την τοποθεσία του μαγαζιού στον χώρο και τον χρόνο. Από τη μία οι ξύλινοι μπουφέδες και τα κάδρα στους τοίχους με τα κεντήματα και τους καθρέφτες παραπέμπουν στην αισθητική της παλιάς επαρχίας και σε νησιώτικα νοικοκυριά του βόρειου Αιγαίου. Από την άλλη, οι ξύλινες στέγες, η καμινάδα από το τζάκι και μια εσοχή ψηλά που δείχνει να καταλήγει σε παράθυρο σοφίτας δίνουν άρωμα από  Ήπειρο και ορεινά. Μετά είναι τα ρεμπέτικα τραγούδια. Ο κόσμος που περνάει καλά ακούγοντας τα «Μπλε παράθυρα» του Βαμβακάρη και τους «Πέντε μάγκες στον Περαία» που μνημονεύονται στις παρέες από τα μέσα του 1930. Και μετά είναι αν θα φύγει το βλέμμα έξω απ' το παράθυρο και αντιληφθούμε ότι είμαστε ακόμη στην ίδια τσιμεντούπολη του 2021.

Η ιστορία πάνω από τα πιάτα στον Πειναλέοντα γράφεται επί δεκαετίες. Για την ακρίβεια, από το 1978, όταν πάρθηκε η απόφαση από τον Μακάριο Αβδελιώδη και τον ηθοποιό Βασίλη Τσιπίδη να ανοίξουν το μαγαζί τους δίνοντας μια δεύτερη ευκαιρία στο σημείο. Τρία χρόνια νωρίτερα είχαν αποπειραθεί να χαράξουν τη δική τους πορεία ο Αντώνης Φιτσιάδης και η Κλειώ, δημοσιογράφος της ΑΥΓΗΣ (η εφημερίδα μετρούσε ήδη 26 χρόνια ζωής) και σύντροφός του.

«Ο Αντώνης ήταν από το Περιστέρι, τον είχαν πιάσει επί χούντας για αφισοκόλληση στα 18 του και βγήκε από τη φυλακή στα 25.  Έκατσε 7 χρόνια μέσα διότι τον ξέχασαν θεοί και άνθρωποι. Για τους επώνυμους υπήρχε μια αντίδραση. Για τον Αντώνη...» μας λέει ο Μακάριος.

Μετά την αμνηστία Παπαδόπουλου και την πτώση της δικτατορίας, τα δύο νέα παιδιά ξεκίνησαν την προσπάθεια. «Για κάποιους λόγους δεν τους βγήκε. Το δούλεψαν για δύο χρόνια και κάποια μέρα έκλεισαν την πόρτα». Μετά από έναν χρόνο μπήκε πωλητήριο και, με παρότρυνση τότε του Βασίλη, οι δύο φίλοι το πήραν το μαγαζί. «Εγώ τότε ήμουν 22, φοιτητής, ήμουν πέρα βρέχει. Ο Βασίλης ήταν 35 και είχε το άγχος της αποκατάστασης. Βρήκε το μαγαζί εδώ πέρα και μου λέει ‘πάμε;’». Και πήγαν.

Πειναλέοντας

Με τον δίσκο στο χέρι από τα 6 του

Στις 10 του περασμένου Νοεμβρίου ο Μακάριος άνοιξε για 44η τέταρτη φορά τις πόρτες του Πειναλέοντα στην οδό Μαυρομιχάλη 152, στα Εξάρχεια, με την ευχή «να ξεπεραστεί σύντομα η συνθήκη που βιώνουμε». Η πρώτη φορά που συνέβη ήταν στις 23 Σεπτεμβρίου του 1978 και εμπνεύστηκαν το όνομα του μαγαζιού απ' την ομώνυμη και αναγνωρίσιμη φιγούρα του Μποστ, δημιουργία του γελοιογράφου Μέντη Μποσταντζόγλου, που κατέγραψε επίσης θητεία στην ΑΥΓΗ με σκίτσα από το 1963 έως το 1966.

Αν και πιτσιρίκος και ανέμελος, ο Μακάριος ένιωθε ότι το «είχε» και ότι είχε διαλέξει σωστό μονοπάτι. «Γεννήθηκα και έζησα μέχρι τα 18 στο μαστιχοχώρι της Χίου Μέσα Δίδυμο. Από 6-7 χρόνων έκανα βάρδιες στο καφενείο. Ο πατέρας μου ήταν εμποροταχυδρόμος, έπαιρνε δηλαδή εμπορεύματα και τα πήγαινε στα Ψαρά, στις Οινούσσες, στη Σάμο. Την εποχή επίσης που έβγαινε η θρούμπα πήγαινε κι έκανε εμπόριο με ελιές στον Πειραιά.  Όσο έλειπε, έφτιαχνα εγώ τον καφέ. Μου φάνηκε οικείο».

Από το νησί έφυγε όταν πέρασε στην ΚΑΤΕΕ Μηχανολόγων στη Σιβιτανίδειο. «Στην πραγματικότητα αποτέλεσε το πρόσχημα για να φύγω.  Ήταν πολύ στενή η ζωή στο χωριό, έμεναν 120-130 άνθρωποι. Οι νέοι είχαμε την τάση να την κοπανίσουμε».

Το βράδυ που τον σημάδεψε

Υπήρξε, ωστόσο, η στιγμή που κλήθηκε να πάρει την κρίσιμη απόφαση αν θα συνέχιζε στο μαγαζί μόνος. Ο άνθρωπος που τον «έψησε» αποφάσισε ν’ ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο γράφοντας ιστορία σε δύο άλλα σημεία της εξαρχειώτικης επικράτειας. Πρώτα στη Ζωοδόχου Πηγής (έως τον σεισμό του 1999) και μετά στη Διδότου (μέχρι το 2010, που έκλεισε) όπου λειτούργησε το εμβληματικό Μπαράκι του Βασίλη (πέθανε το 2013), μουσική σκηνή και στέκι καλλιτεχνών κι ονειροπόλων.

«Ένα συγκλονιστικό σημείο, που όρισε την επιλογή μου, υπήρξε το βράδυ που ήρθε στο μαγαζί μια κοπελίτσα. Την ήξερα, ήταν πελάτισσα. Κάθεται εκεί πέρα και της λέω 'θέλεις κάτι να φας, κάτι να πιεις;'. Και μου λέει 'πέθανε ο πατέρας μου, πρέπει το πρωί να πάρω το αεροπλάνο και να πάω στη Θάσο. Δεν μπορώ να κάτσω σπίτι μου και ήρθα εδώ, που το νιώθω σαν το σπίτι μου'. Αυτό ήταν ένα σοκ για μένα, γιατί ξαφνικά ανακάλυψα ότι ταβερνιάρης δεν είναι αυτός που κουβαλάει μπριζόλες και κρασιά, αλλά σημαίνει κάτι περισσότερο» θυμάται ο Μακάριος.

Εξω από την ταβέρνα ο χρόνος τρέχει κανονικά. Δίπλα και απέναντι στο νεοκλασικό όπου βρίσκεται η ταβέρνα υπάρχουν πλέον πολυκατοικίες. Το σπίτι αυτό έχει προλάβει μπροστά του χώμα και κάρα με άλογα (χαράχτηκε καρόδρομος το 1860). Και στην αυλή του υπήρχε πηγάδι. Χτίστηκε πριν από το 1920 και οι τοίχοι του παρέμεναν στα πρώτα χρόνια της ταβέρνας σοβατισμένοι με άχυρο και χωματολάσπη. «Δεν είχαν τσιμέντα και το άχυρο ήταν ο συνδετικός ιστός μέσα.  Έβαζες ένα καρφί εδώ κι έπεφτε ο τοίχος απέναντι».

Με τον καιρό τα θεμέλια δυνάμωσαν. Ο Μακάριος έμαθε να είναι καλός όχι μόνο μέσα στην κουζίνα αλλά κι έξω από αυτή, εξελισσόμενος σ’ έναν ικανότατο ξυλουργό, ηλεκτρολόγο και υδραυλικό. Εκείνο που δεν άλλαξε ήταν η ταβέρνα του. Κράτησε το παρελθόν ζωντανό, χωρίς να μείνει προσκολλημένος σ’ αυτό. Κράτησε ζωντανή την επαφή με τη ρίζα εκείνου που μας αρέσει. Δεν έγινε ποτέ γκουρμέ, δεν θέλησε ποτέ να τον αποκαλούν σεφ αντί για μάγειρα. Το αποτέλεσμα ήταν να γεμίζει η ταβέρνα του σήμερα από τα παιδιά των πελατών του.

Πειναλέοντας

Εκεί που έπιναν ο Ελεφάντης κι ο Βέγγος, εκεί και οι παρέες

«Στις καρέκλες του 'Πειναλέοντα' έχει κάτσει όλη η Ελλάδα». Και θα αρκούσε κανείς να το πει αυτό σκεπτόμενος ότι εκεί πραγματοποιήθηκε μία από τις τελευταίες εξόδους του Μανώλη Γλέζου πριν πεθάνει, στα 97 του. Του ανθρώπου που βίωσε στο πετσί του κάθε τραύμα της χώρας.

Μία από τις ιστορίες εκείνες που τον πλήγωσαν στο σώμα τον συνδέει και με τον "Πειναλέοντα". Για την ακρίβεια, μ’ έναν από τους θαμώνες του που μετρά και κελαηδά στο μαγαζί 40 χρόνια, τον Μηλιώτη Κώστα Μπαρμπαντωνάκη. Σημειώνεται ότι ο "Πειναλέοντας" δεν έγινε ποτέ του αμιγώς μουσικό στέκι, προσέφερε όμως πάντα το έδαφος για να βγει μπροστά το μπουζούκι και η κιθάρα απ' τον εκάστοτε φέρελπι μουσικό της παρέας.

Ο Κώστας Μπαρμπαντωνάκης είναι ένας άνθρωπος με ταλέντο στη φωνή που ξεχώρισε κάποτε ο Μίκης Θεοδωράκης, αλλά διάλεξε να μείνει καπετάνιος στο πλοίο για να συντηρεί την οικογένεια με τα δύο παιδιά που είχε. Κάποια στιγμή στο παρελθόν, ο Γλέζος βρέθηκε σε απεργία που γινόταν στα ορυχεία της Μήλου. Έφαγε σωρό μπουνιές, κλωτσιές και τον άφησαν να πεθάνει σ’ ένα χαντάκι. «Εκεί τον βρήκε ένας άνθρωπος, τον πήρε στην πλάτη, τον πήγε σπίτι, τον τάισε, τον ζέστανε, τον περιέθαλψε κι έφυγε. Όταν βρέθηκαν στην Αθήνα, η αδερφή του Κώστα ήταν πια γραμματέας του Γλέζου και η άλλη ήταν στην ΕΔΑ με τον Ηλιού. Κάποια στιγμή έφαγαν οικογενειακά και ο Γλέζος τους έλεγε την ιστορία, όπου περιέγραφε το σπίτι που πήγε: Είχε ένα τζάκι κι ένα χαγιάτι δίπλα... Το σπίτι ήταν το δικό τους. Αυτός που περιέθαλψε τον Γλέζο ήταν ο πατέρας τους».

Ο απόμακρος  Άσιμος

Τις σκέψεις του στα τραπέζια του "Πειναλέοντα" μοιραζόταν επίσης ο Άγγελος Ελεφάντης. Έκανε παρέα με τον Βασίλη Νταλλή, μουσικό που συναντάμε και σήμερα να παίζει εκεί ερασιτεχνικά όποτε υπάρχει κέφι. «Εκείνο που κάνει τον 'Πειναλέοντα' ξεχωριστό είναι ο ψυχισμός που κουβαλά». Κι ένα κομμάτι του ψυχισμού κάθε ανθρώπου που τον επισκέπτεται κατατέθηκε στις παρτιτούρες, με τον Β. Ντάλλη να γράφει ένα τραγούδι - ελεγεία για τον Άγγ. Ελεφάντη, χρησιμοποιώντας έντονα τον παραδοσιακό ήχο που τόσο άρεσε στον τελευταίο.

Σε κάποιο άλλο τραπέζι μπορεί να έβλεπες τον Θανάση Βέγγο. «Ήταν να κάνει μια ταινία με τον αδερφό μου τον Δήμο (σ.σ.: τον γνωστό σκηνοθέτη). Ο Βέγγος ήταν αυτό που ξέρουμε όλοι για τον Βέγγο, ο καλός άνθρωπος που όλοι βλέπαμε κι επί χίλιες φορές καλύτερος. Δεν υπήρχε πιο ευγενική και ήρεμη μορφή, αλλά και δοτικός άνθρωπος. Πήγαμε, θυμάμαι, μια φορά σε διαδήλωση για το ασφαλιστικό το 2004 και ο Βέγγος ήταν με την τραγιάσκα μες τη μέση του προσώπου. Κανείς δεν κατάλαβε γύρω - γύρω ότι ήταν εκείνος. Δεν πήγε με λογική 'κοιτάξτε εδώ τι αγωνιστής που είμαι και τι κάνω'».

Σε κάποιο άλλο τραπέζι, πάλι, πιο πίσω στα χρόνια, θα έβλεπες αραδιασμένες μπροστά τις κασέτες του Νικόλα Άσιμου. «Πούλαγε, έπαιζε κι έφευγε. Ήταν λίγο απόμακρος. Του έλεγα να τον κεράσω κάτι, έλεγε διακριτικά όχι. Εκείνο που έλεγε στο τραγούδι 'κανέναν δεν θα αφήσω εμένα να κερνάει' (σ.σ.: το κομμάτι είναι το ευρέως αγαπημένο και συντραγουδισμένο από τη Σωτηρία Λεονάρδου 'Εγώ με τις ιδέες μου') το είχε και στην πράξη».

Κάθε τόσο, ανάμεσα στη βοή που έφερναν οι συζητήσεις, ξεχώριζαν και κάποιες οικείες σε όλους φωνές. Του Νίκου Παπάζογλου, του Σωκράτη Μάλαμα, του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, του Θανάση. Μετά τις συναυλίες τους πήγαιναν εκεί.

Πήγαν να του πέσουν οι κνίτες στην κουζίνα

Όμως οι αναμνήσεις δεν εξαντλούνται στα καλλιτεχνικά παρεάκια. Ο Μακάριος θυμάται, σαν να ήταν χθες, όταν πήγαν να τους έρθουν στο κεφάλι τα παιδιά της ΚΝΕ με τις καρέκλες τους. «Tα πρώτα χρόνια που δουλεύαμε και το πάνω μέρος, το πάνω τώρα είναι το σπίτι μου, πήγαιναν σε αυτό οι κνίτες του Πολυτεχνείου και ήταν απ’ την άλλη πλευρά 15 άτομα, οι ρηγάδες της Νομικής. Οπότε είχαν αψιμαχίες, ξέρεις, συνθήματα 'μ’ αγώνες κατακτάμε τα κουκιά μας' και 'ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος κάθε σέξι νέος'. Κάποια στιγμή χτυπάγανε τα πόδια τους και γινόταν μια φασαρία απίστευτη, έβλεπα την ταλάντωση στα σανίδια και λέω 'θεέ μου, φαντάσου ν’ ανοίξει το ταβάνι και να μου πέσουν στην κουζίνα 15 κνίτες'».

Και οι ιστορίες είναι ατελείωτες. Πιστοί μάρτυρες αυτών, ένα ζευγάρι παππούδων σε κάδρο. «Μου το έφερε μια πελάτισσα. Μου λέει 'ρε συ, έχω τους παππούδες μου στο πατάρι, να σ' τους φέρω να τους κρεμάσεις εδώ; Καλύτερα θα περνάνε'».

Ο "Πειναλέοντας" είναι ένα μαγαζί χειροποίητο και διαλεγμένο αντικείμενο το αντικείμενο. Η αισθητική του είναι επηρεασμένη απ’ τα φτωχά σπίτια της Χίου, όπως βίωσε τα ντουβάρια τους κάθε ημέρα ο Μακάριος. Εκείνο που κερδίζει τον καθένα είναι η ζεστασιά του, μπερδεύοντας ωστόσο για την προέλευσή της. «Έρχονται παιδιά από επαρχία, ειδικά οι Γιαννιώτες, και λένε πως έχουν την αίσθηση ότι βρίσκονται στα Γιάννενα».

Για λίγο ακόμα το ταξίδι στον χρόνο θα συνεχιστεί, τα ξύλινα παντζούρια θα μείνουν ανοιχτά για έναν τελευταίο χειμώνα. «Φέτος άνοιξα με χαρά, γιατί δύο χρόνια ουσιαστικά ήμουν εκτός εργασίας. Το βλέπω ότι κάνουμε ένα αποχαιρετιστήριο, να μη φύγουμε σαν τους κλέφτες, ας πούμε». Ο αγώνας δόθηκε γενναία. Όταν του ζήτησαν κάποτε, πριν χρόνια, να δώσει το σπίτι για αντιπαροχή, τους έδιωξε με το μαχαίρι. Τα δίπλα, είπαμε. Εκτός ενός, έγιναν όλα πολυκατοικίες.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL