Live τώρα    
23°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
23 °C
22.0°C23.9°C
1 BF 60%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
22 °C
21.7°C24.4°C
1 BF 68%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
20 °C
20.0°C20.0°C
1 BF 64%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
22 °C
20.0°C22.8°C
2 BF 73%
ΛΑΡΙΣΑ
Σποραδικές νεφώσεις
21 °C
20.0°C21.7°C
0 BF 68%
Οι λεμονιές του Στάλιν (Α΄ μέρος)
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Οι λεμονιές του Στάλιν (Α΄ μέρος)

«Ολοκληρωτική» επιστήμη

Ο γεωργιανής καταγωγής υπήκοος της ρωσικής αυτοκρατορίας, Ιωσήφ Μπεσαριόνις Τσουγκασβίλι, που έγινε γνωστός ως επαναστάτης με το εκρωσισμένο όνομα, Ιωσήφ Βισαριόνοβιτς και έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο Στάλιν, δηλαδή ατσάλινος, υπήρξε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης (ΚΚΣΕ) από το 1922 και επικεφαλής της κυβέρνησης από το 1927, ιδιότητες που διατήρησε έως τον θάνατό του, το 1953. Κατά τη διάρκεια της ηγεσίας του έλαβε αρκετά προσωνύμια, όπως «στυλοβάτης της ειρήνης», «πατέρας των εθνών» και «ηγέτης του παγκόσμιου προλεταριάτου». Μετά τη λήξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, του αποδόθηκε ακόμα ένα προσωνύμιο: «κορυφαίος της επιστήμης». Το τελευταίο προσωνύμιο, ασυνήθιστο για πολιτικό ηγέτη, αποκρυστάλλωνε ίσως με τον πληρέστερο τρόπο τη ρήξη με το προ-επαναστατικό παρελθόν· συμβόλιζε ότι ο ηγέτης κυβερνούσε όχι πια «ελέω Θεού», μα «ελέῳ επιστήμης».

Οι γεννήτορες του διαλεκτικού υλισμού, της κοσμοθεωρίας δηλαδή που ασπαζόταν το ΚΚΣΕ, Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, καθώς και ο ιδρυτής του κόμματος των μπολσεβίκων, Βλαντιμίρ Λένιν, διακήρυτταν την προσήλωσή τους στην επιστήμη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στους σοσιαλισμούς που εμφανίστηκαν στην ιστορία ο μαρξισμός-λενινισμός αυτοπροσδιορίζεται ως «επιστημονικός σοσιαλισμός». Δεν θα πρέπει, συνεπώς, να ξαφνιάζει το γεγονός ότι η ηγεσία της Σοβιετικής Ένωσης εξάρτησε την οικονομική ανάπτυξη της χώρας από την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, με μια μοναδική στην ιστορία της ανθρωπότητας αποφασιστικότητα (Graham, 1967).

Η φράση του Λένιν, «κομμουνισμός είναι σοβιετική εξουσία συν εξηλεκτρισμός όλης της χώρας», δεν αποτελούσε προσπάθεια χειραγώγησης, αλλά προγραμματικό λόγο. Δεν είναι, λοιπόν, τυχαίο ότι ο μακρόπνοος σχεδιασμός της επιστημονικής έρευνας, που στις ΗΠΑ άρχισε να εφαρμόζεται στα τέλη της δεκαετίας του 1950 (Wolfe, 2013) και στην Ευρώπη στη δεκαετία του 1980, στη Σοβιετική Ένωση εφαρμοζόταν από τη δεκαετία του 1920 (Medvedev, 1978). Ούτε θα πρέπει να φαντάζει περίεργο το γεγονός ότι στον τομέα της αγροτικής παραγωγής της Σοβιετικής Ένωσης εφαρμοζόταν, επίσης από τη δεκαετία του 1920, έρευνα με τη μέθοδο που σήμερα θα περιγραφόταν ως «citizen science». Το ΚΚΣΕ όχι απλώς παραχωρούσε το δικαίωμα, αλλά και παρότρυνε τους πολίτες να ανακοινώνουν καινοτόμες πρακτικές καλλιέργειας σε ειδικό έντυπο που κυκλοφορούσε σε όλη την επικράτεια (Ings, 2017).

Η Σοβιετική Ένωση επένδυσε στην εκπαίδευση, όχι μόνο για να χειραφετήσει τους πολίτες της από τον σκοταδισμό του αυτοκρατορικού παρελθόντος, αλλά και για να τους κάνει πιο αποδοτικούς στην εργασία. Ο αναλφαβητισμός στους ενήλικες μεταξύ του 1918 και του 1939 μειώθηκε από το 62% στο 19%. Το 1939 το ποσοστό αναλφαβητισμού μεταξύ ανδρών και γυναικών είχε εξισορροπηθεί, ενώ στις αρχές του εικοστού αιώνα ο αναλφαβητισμός μεταξύ των γυναικών ήταν τριπλάσιος σε σχέση με των ανδρών (Allen, 2008). Κανείς σοβιετικός πολίτης δεν περίσσευε στην προσπάθεια της χώρας να καλύψει το τεχνολογικό χάσμα που τη χώριζε από τον δυτικό κόσμο, λαμβάνοντας υπόψη ότι μεταξύ του 1914 και 1945 η Σοβιετική Ένωση είχε χάσει 74 εκατομμύρια πολίτες, είτε εξαιτίας των πολέμων και του λιμού το 1932, είτε εξαιτίας της υπογεννητικότητας που προκάλεσαν (Davies, 1998).

Το ΚΚΣΕ ενεπλάκη σε επιστημονικές διαμάχες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μέσω του επιστημονικού τμήματος της κεντρικής επιτροπής ή με άμεσες παρεμβάσεις του ίδιου του Στάλιν. Μάλιστα, οι άμεσες αυτές παρεμβάσεις του Στάλιν γίνονταν μέσω συγγραφής επιστημονικών άρθρων και αλληλογραφίας με σοβιετικούς πολίτες και επιστήμονες. Σε αντίστιξη με την παγιωμένη εικόνα του παθολογικά αιμοσταγούς δικτάτορα, ο Στάλιν αντί να χρησιμοποιήσει τους όποιους μηχανισμούς κρατικής επιβολής για να εκμηδενίσει την αντίπαλη στην άποψη του ΚΚΣΕ πλευρά, υποστήριξε τη διεξαγωγή των λεγόμενων «έξι επιστημονικών συζητήσεων», που διενεργήθηκαν από το 1947 ως το 1951. Οι συζητήσεις αυτές είχαν τη μορφή μεγάλων συνεδρίων ή αρθρογραφίας επιστημόνων στην Πράβντα. Κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν η προβολή που έλαβαν από το ΚΚΣΕ, κάτι που σαφώς αντανακλούσε τη μεγάλη επιστημονική, ιδεολογική και πολιτική σημασία που τους αποδίδονταν.

Στόχος αυτού του άρθρου δεν είναι να πείσει τον αναγνώστη ότι όλα ήταν καλώς ή κακώς καμωμένα στη μεταπολεμική Σοβιετική Ένωση. Στόχος του είναι να παρουσιάσει μια αδρή εικόνα της ιδιαίτερης σχέσης ιδεολογίας και επιστήμης στη Σοβιετική Ένωση, καθώς και τον τρόπο που αυτή αντικατοπτριζόταν στη σχέση της επιστημονικής κοινότητας με την ηγεσία του ΚΚΣΕ, ενός ιδεολογικού και πολιτικού σχηματισμού, μοναδικού στην ιστορία, που αξίωνε να έχει λόγο όχι μόνο στη στοχοθεσία και στην οργάνωση της επιστημονικής έρευνας, αλλά και στην ίδια την επιστημολογία. Ως τεκμήριο, θα παρουσιαστεί το πλαίσιο και η κατάληξη των έξι επιστημονικών συζητήσεων, καθώς και ο ρόλος που διαδραμάτισε σε κάθε μια ξεχωριστά το ΚΚΣΕ και ο Στάλιν.

Συζήτηση για τη Φιλοσοφία (Ιανουάριος και Απρίλιος 1947)

Η αφορμή για την έναρξη της διαμάχης στη Φιλοσοφία δόθηκε από την έκδοση του βιβλίου, «Ιστορία της Δυτικοευρωπαϊκής Φιλοσοφίας» του Γκεόργκι Αλεξαντρόφ το 1946, το οποίο έλαβε και το βραβείο Στάλιν για τις επιστήμες την ίδια χρονιά. Η άποψη των υψηλότερων κλιμακίων του ΚΚΣΕ, συμπεριλαμβανομένου του Στάλιν, καθώς και σημαντικής μερίδας σοβιετικών φιλοσόφων, ήταν ότι το βιβλίο είχε τις παρακάτω αδυναμίες: πρώτον, ότι αποτύγχανε να περιγράψει τη συνεισφορά Ρώσων φιλοσόφων στην ανάπτυξη του διαλεκτικού υλισμού, δεύτερον, ότι έδινε υπερβολικά μεγάλη προσοχή στη συνεισφορά γερμανών φιλοσόφων, όπως ο Χέγκελ, στην ανάπτυξη των θεμελίων του διαλεκτικού υλισμού και, τρίτον, ότι η αφήγηση χαρακτηριζόταν από «στείρο ακαδημαϊσμό», δηλαδή από παντελή έλλειψη του, συνηθισμένου για την εποχή, φιλιππικού ύφους.

Οι βαθύτερες αιτίες της κριτικής ήταν πολιτικές, όπως η προσπάθεια δημιουργίας από τη Σοβιετική Ένωση του λεγόμενου «φιλοσοφικού μετώπου», που θα καθοδηγούσε με ιδεολογική σαφήνεια τις αναδυόμενες σοσιαλιστικές χώρες στην Ανατολική Ευρώπη και στην Ασία, καθώς και φιλοσοφικές, όπως η δυσδιάκριτη σχέση επιστήμης και διαλεκτικού υλισμού. Η συζήτηση είχε τη μορφή δύο μεγάλων συνεδρίων, που διενεργήθηκαν τον Ιανουάριο και τον Απρίλιο του 1947, στα οποία πήραν μέρος εκατοντάδες επιστήμονες και μέλη του ΚΚΣΕ.

Ως αποτέλεσμα της κριτικής που δέχτηκε στα συνέδρια, το 1947 ο Αλεξαντρόφ απομακρύνθηκε από επικεφαλής του κρατικού τμήματος προπαγάνδας (Αγκιτ-Προπ) για να διοριστεί διευθυντής του Ινστιτούτου Φιλοσοφίας της σοβιετικής ακαδημίας επιστημών. Με άλλα λόγια, καθαιρέθηκε από μία εξέχουσα θέση στον κρατικό μηχανισμό και ανέλαβε μία άλλη σε κορυφαίο ερευνητικό οργανισμό. Το 1948 με προσωπική, μη δημόσια παρέμβαση του Στάλιν, άρχισε να εκδίδεται το επιστημονικό περιοδικό «Φιλοσοφικά Ερωτήματα», για την ίδρυση του οποίου πίεζαν οι σοβιετικοί φιλόσοφοι (Pollock, 2008). Επίσης, την ίδια χρονιά, το πολιτικό γραφείο του ΚΚΣΕ ανέθεσε σε ομάδα φιλοσόφων τη συγγραφή πολύτομου έργου για την ιστορία της Φιλοσοφίας, το οποίο μετά από πολλές καθυστερήσεις εκδόθηκε στο 1957.

Συζήτηση για τη Βιολογία (Αύγουστος 1948)

Η επιστήμη της Βιολογίας είχε να παίξει τον ρόλο της τροφού των πολιτών της Σοβιετικής Ένωσης. Οι βιολόγοι ήταν χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα: στους υποστηρικτές της γενετικής, που υποστήριζαν ότι η προσαρμογή των ειδών βασίζεται στη διαφοροποίηση του γονιδιώματος, και στους υποστηρικτές του Λαμαρκισμού (από τον Γάλλο ζωολόγο Jean-Baptiste Lamarck, 1744-1829), που υποστήριζαν ότι η διαφοροποίηση των ειδών βασίζεται στην κληρονομικότητα των επίκτητων χαρακτηριστικών - δηλαδή στη θεωρία ότι ένας οργανισμός μπορεί να μεταδώσει στους απογόνους του φυσικά χαρακτηριστικά που ο ίδιος έχει αποκτήσει κατά τη διάρκεια της ζωής του.

Η αντιπαλότητα μεταξύ γενετιστών και λαμαρκιστών δεν είχε μόνο επιστημονικά χαρακτηριστικά. Ο κορυφαίος σοβιετικός λαμαρκιστής, Τοφίμ Λισένκο, καταγόταν από φτωχή οικογένεια, αντλούσε την έμπνευσή του από τον Ρώσο εμπειρικό βιολόγο, Ιβάν Μιτσούριν, συνέδεε την επιστήμη του με τον διαλεκτικό υλισμό και καταπιανόταν αποκλειστικά με πρακτικά προβλήματα· ενσάρκωνε, με άλλα λόγια, το ιδανικό του προλετάριου-επιστήμονα. Από την άλλη, ο πρόγονος των γενετιστών, Γρέγκορ Μέντελ, ήταν ένας ιερέας που είχε γεννηθεί στα εδάφη της αυτοκρατορίας των Αψβούργων, ενώ οι σοβιετικοί οι γενετιστές - όπως και οι συνάδερφοί τους στον υπόλοιπο κόσμο - καταπιάνονταν με πειράματα επάνω στη μύγα Drosophila Melanogaster· ενσάρκωναν, με άλλα λόγια, στα μάτια του ΚΚΣΕ την αποκομμένη από τα προβλήματα του λαού «καπιταλιστικής κοπής» επιστήμη.

Βαθύτερα ιδεολογικά αίτια ίσως να είναι ότι ο λαμαρκισμός προέβλεπε την αλλαγή των οργανισμών εντός μιας και μόνο γενιάς, μέσω της προσαρμογής στο περιβάλλον, πόρισμα που το ΚΚΣΕ επιθυμούσε να εφαρμόσει στοχεύοντας στην αλλαγή της Σοβιετικής κοινωνίας, εντός μίας και μόνο ανθρώπινης γενιάς, μέσω της προσαρμογής της στο σοσιαλιστικό περιβάλλον.

Ενώ η κεντρική επιτροπή του ΚΚΣΕ είχε αποφασίσει να υποστηρίξει τους λαμαρκιστές, διοργάνωσε ένα συνέδριο, στο οποίο υποτίθεται ότι θα επιλυόταν με τρόπο επιστημονικό η διαμάχη μεταξύ γενετιστών και λαμαρκιστών. Μπροστά σε ένα ακροατήριο 700 επιστημόνων ο Λισένκο έκανε την εναρκτήρια ομιλία, η οποία είχε παρεμβάσεις από τον ίδιο τον Στάλιν, που ήταν ένθερμος λαμαρκιστής. Ο Λισένκο, στερούμενος σοβαρών επιστημονικών επιχειρημάτων εναντίον των γενετιστών, τους κατηγορούσε για έλλειψη πατριωτικής και μαρξιστικής συνείδησης.

Το κλειδί όμως της συζήτησης βρισκόταν πέραν των επιστημονικών επιχειρημάτων: ήταν η κρυφή ακόμα θέση του ΚΚΣΕ επάνω στη διαμάχη. Αυτήν τη θέση αναγκάστηκε να τη φανερώσει ο Λισένκο λίγο πριν το κλείσιμο της πολυήμερης συζήτησης για τη Βιολογία, ανακοινώνοντας σκαιά ότι η επιστημονική άποψή του χαίρει της υποστήριξης του ΚΚΣΕ. Η επίλυση, λοιπόν, μιας επιστημονικής διαμάχης τελεσιδίκησε μέσω πολιτικής παρέμβασης. Η σοβιετική Βιολογία πέρασε μερικά πέτρινα χρόνια, με την αποψίλωση των ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων από γενετιστές και την κυριαρχία των θεωριών του λαμαρκισμού στα εκπαιδευτικά εγχειρίδια.

Συζήτηση για τη Φυσική (δεν διεξήχθη)

Η Φυσική αποτελούσε, εκείνη την εποχή, την κορωνίδα των προσπαθειών της Σοβιετικής Ένωσης για την αμυντική της θωράκιση απέναντι στους πρώην συμμάχους της. Καταρχάς, έπρεπε να εξουδετερώσει το στρατηγικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ, της μόνης χώρας που διέθετε πυρηνικό οπλοστάσιο. Επίσης, επιβαλλόταν να αναπτύξει εφάμιλλη, αν όχι καλύτερη, σε σχέση με τις ΗΠΑ, πυραυλική τεχνολογία και αεριοπροώθηση. Ερευνητικά πεδία, δηλαδή, η πρόοδος των οποίων βασίζονταν ως επί το πλείστον στη Φυσική.

Στον απόηχο της συζήτησης για τη Βιολογία, υπήρξαν φυσικοί που ήταν αποφασισμένοι να στήσουν σκηνικό ανάλογο με εκείνο που είχε στήσει ο Λισένκο στη Βιολογία. Αυτή η ομάδα φυσικών, με κορυφαίο τον Αλεξάντερ Μαξίμοφ, εξαπέλυσε την επίθεσή της το φθινόπωρο του 1948, υποστηρίζοντας ότι οι σχετικά νέες θεωρίες της Σχετικότητας και της Κβαντικής Φυσικής ήταν ασυμβίβαστες με τον διαλεκτικό υλισμό. Οι συνθήκες, όμως, σε σχέση με τη διαμάχη στη Βιολογία ήταν διαφορετικές.

Καταρχάς, τα ανοιχτά επιστημολογικά ερωτήματα στη Φυσική ήταν πιο θεμελιώδη, σε σχέση με εκείνα που ταλάνιζαν τη Βιολογία. Επίσης, η ομάδα των φυσικών που τασσόταν υπέρ των δύο νέων θεωριών ήταν αποφασισμένη να δώσει μάχη, χρησιμοποιώντας μάλιστα ως όπλο το γεγονός ότι εργάζονταν για την κατασκευή της σοβιετικής ατομικής βόμβας.

Όμως το χάσμα μεταξύ των αντίπαλων στρατοπέδων ήταν πιο σύνθετο. Σε πολύ αδρές γραμμές, οι πολέμιοι της Σχετικότητας και της Κβαντικής Φυσικής ανήκαν στην πανεπιστημιακή κοινότητα, ήταν σχετικά μικρού βεληνεκούς επιστήμονες, δεν είχαν σπουδάσει ή εργαστεί στο εξωτερικό και ήταν ρωσικής καταγωγής. Οι υπερασπιστές των νέων θεωριών, από την άλλη πλευρά, ανήκαν στην κοινότητα της ακαδημίας των επιστημών, αποτελούσαν τους κορυφαίους φυσικούς της χώρας, είχαν σπουδάσει ή εργαστεί παλιότερα στο εξωτερικό και πολλοί από αυτούς δεν ήταν ρωσικής καταγωγής - με μια σημαντική μερίδα να είναι εβραϊκής καταγωγής.

Η κατάσταση περιπλεκόταν ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι το ΚΚΣΕ δεν είχε λάβει σαφή θέση στη διαμάχη· για την ακρίβεια δεν είχε αποκρυσταλλώσει ακόμα συγκεκριμένη άποψη. Από το φθινόπωρο του 1948 και επί έξι μήνες το τμήμα επιστημών της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΣΕ, με αλλεπάλληλες συναντήσεις με σοβιετικούς φυσικούς και των δύο στρατοπέδων, προσπαθούσε να οργανώσει μια ευρεία συζήτηση, που θα συμπεριλάμβανε και άλλα θέματα, όπως τη διδακτική της Φυσικής. Τελικά, το Μάρτιο του 1949 η συζήτηση αναβλήθηκε επ’ αόριστον, ενώ ο επικεφαλής της ανώτατης εκπαίδευσης, Νικολάι Καφτάνοφ, «έσπασε τη σιωπή» του ΚΚΣΕ.

Με βάση την τοποθέτησή του, η Σχετικότητα και η Κβαντική Φυσική είχαν αποδεδειγμένα μεγάλη αξία, ενώ δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι βρίσκονταν σε αντίθεση με τον διαλεκτικό υλισμό. Μάλιστα, παραλλήλισε την άποψή του για τον Αϊνστάιν με την άποψη του Λένιν για τον Τολστόι, λέγοντας ότι η αξία του ως επιστήμονα δεν μπορεί να επισκιαστεί από τα ενδεχόμενα επιστημολογικά του ατοπήματα. Η συζήτηση έκλεισε για να μην ανοίξει ποτέ ξανά. Στις 29 Αυγούστου του 1949 οι ερημότοποι του Σεμιπαλατίνσκ στο Καζακστάν φωτίζονταν από ένα βραχύβιο άστρο· η πρώτη σοβιετική ατομική βόμβα αποτελούσε γεγονός.

Πηγές

Allen, Robert C. Farm to Factory: A Reinterpretation of the Soviet Industrial Revolution. Princeton University Press 2009, σελ. 97. Davies, Robert W. Soviet economic development from Lenin to Khrushchev. Cambridge University Press 1998, σελ 2. Graham, Loren R. The Soviet Academy of Sciences and the Communist Party, 1927-1932. Princeton University Press 1967, σελ. 32-33. Ings, Simon Stalin and the Scientists: A History of Triumph and Tragedy 1905-1953. Faber and Faber Ltd. 2017, σελ. 205-206. Medvedev, Zhores A. Soviet Science. W.W. Norton & Company Inc. 1978, σελ. 20. Pollock, Ethan Stalin and the Soviet Science Wars. Princeton University Press 2008, σελ 38. Wolfe, Audra J. Competing with the Soviets. John Hopkins University Press 2013, σελ. 48-49.

*Το άρθρο θα ολοκληρωθεί στο επόμενο ΠΡΙΣΜΑ.

** Ο Π. Κάβουρας, Δρ. Φυσικός, είναι ερευνητής στη Σχολή Χημικών Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL