Live τώρα    
7°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
7 °C
5.1°C8.0°C
3 BF 46%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
3 °C
0.8°C4.7°C
3 BF 49%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
6 °C
3.0°C9.0°C
3 BF 52%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
9 °C
7.7°C9.8°C
4 BF 55%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
1 °C
-0.1°C1.6°C
0 BF 58%
H επικαιρότητα του παρελθόντος / Μια αφήγηση για την Ελλάδα του σήμερα από έναν περιηγητή του 19ου αιώνα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

H επικαιρότητα του παρελθόντος / Μια αφήγηση για την Ελλάδα του σήμερα από έναν περιηγητή του 19ου αιώνα

Του Γιώργου Ν. Βλαχάκη

Η παρουσίαση ενός βιβλίου που δεν φαίνεται άμεσα να συνδέεται με την Ιστορία των επιστημών και της τεχνολογίας στις σελίδες αυτού του θεματικού ένθετου ίσως προκαλέσει την απορία του αναγνώστη. Ωστόσο, ο "επιμελής" και συστηματικός επισκέπτης του «Πρίσματος» θα έχει ήδη εντοπίσει ότι αυτό είναι αφιερωμένο (από τον δηλωτικό του υπότιτλο ακόμα) και στην κοινωνία.

Καθώς η Ελλάδα του 19ου αιώνα αποτελεί ολοένα και περισσότερο πεδίο για την έρευνα της Ιστορίας των επιστημών και της τεχνολογίας στη χώρα μας, το συγκεκριμένο βιβλίο μπορεί να προσφέρει μια ενδιαφέρουσα οπτική για τη μικρή ανεξάρτητη Ελλάδα στην οποία φιλοδοξούμε, ως κοινότητα, να διερευνήσουμε την πορεία της επιστήμης και της τεχνολογίας ως στοιχείων του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Ανάμεσα στους ξένους ταξιδιώτες που φτάνουν στην Ελλάδα μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, παρασυρμένοι από μια ιδιότυπη γοητεία που εμείς οι γηγενείς ποτέ μάλλον δεν κατορθώσαμε όχι μόνο να αντιληφθούμε, αλλά ούτε καν να ανιχνεύσουμε, ήταν και ένας Γάλλος δημοσιογράφος και μυθιστοριογράφος, ο Εντμόν Αμπού. Στο μυαλό των περισσότερων από αυτούς τους ταξιδιώτες, αλλά, επιτρέψτε μου να προσθέσω, και στην καρδιά τους, η Ελλάδα δεν ήταν η Ελλάδα που έβλεπαν τα μάτια τους, αλλά η Ελλάδα του αρχαίου κλέους και των σπουδαίων στοχαστών. Η έρημη χώρα που διάβαιναν έμοιαζε να μην τους πολυαφορά. Μόνο η φύση και τα μνημεία ήταν εκείνα που πραγματικά τους ενδιέφεραν. Οι άνθρωποι πολύ λιγότερο - τις περισσότερες φορές τους αντιμετώπιζαν με την ίδια αποικιοκρατική υπεροψία, που αντιμετώπιζαν όσους δεν είχαν γεννηθεί στα όρια των «ευλογημένων» πατρίδων τους.

Ακόμα και όσοι είχαν συμβάλει, με λόγια και έργα, ώστε το όραμα για την ανεξαρτησία του ελληνισμού από την Οθωμανική Αυτοκρατορία να υλοποιηθεί, ίσως είχαν βαθιά μέσα τους την πίστη ότι αγωνιζόντουσαν για την Ελλάδα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, του Περικλή και του Αριστοφάνη.

Ο Αμπού μοιάζει να θέλει να διαφοροποιηθεί από αυτό το στερεότυπο, του κλασικού περιηγητή, κι αυτό φαίνεται σε αρκετά σημεία του βιβλίου του.

Πατάει το πόδι του σ’ αυτή τη γωνιά της Γης το 1852 με μια αδιόρατη ανησυχία για το τι θα βρει, καθώς, όπως ο ίδιος γράφει, «τα καλά που περισσότερο επαινούμε δεν είναι εκείνα που έχουμε, αλλά εκείνα που επιθυμούμε» και μένει για δύο χρόνια περιδιαβαίνοντας τη μικρή χώρα που τα εθνικά της σύνορα δεν έφταναν πάνω από τη Θεσσαλία, εκτελώντας παράλληλα το καθήκον του απέναντι στη Γαλλική Σχολή των Αθηνών για την οποία έρχεται και για την οποία δουλεύει.

Στην περιδιάβασή του αυτή παρατηρεί και συλλαμβάνει όσα διαδραματίζονται γύρω του με την ευκρίνεια που θα του έδινε σήμερα η χρήση μιας εξαιρετικής ψηφιακής κάμερας. Καρπός αυτής της διεισδυτικής οπτικής, που συλλαμβάνει όχι μόνο τις φωτοσκιάσεις του τοπίου αλλά και τις πραγματικές σκοτεινές πλευρές τη ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας, ήταν ένα βιβλίο-χρονικό με τίτλο «La Grece contempotaine», που εκδίδεται στο Παρίσι το 1854 και το 1855. Κατά την άποψή μου δεν πρόκειται απλά για ένα βιβλίο, αλλά για ένα έντυπο ντοκιμαντέρ, το οποίο ο Αμπού κυκλοφορεί στα μέσα του 19ου αιώνα και έχουμε την ευκαιρία να ξαναδούμε, ίσως με καθαρότερη ματιά, ίσως και όχι, μέσα από τη σύγχρονη αναπαραγωγή του στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις Μεταίχμιο και την εξαιρετική σε ύφος και περιεχόμενο μετάφραση της Αριστέας Κομνηνέλλη.

Για λόγους που προφανώς έχουν να κάνουν με τον χρονικό προσδιορισμό της Ελλάδας που περιγράφει ο Αμπού, επιλέχθηκε ο τίτλος «Η Ελλάδα του Όθωνα». Ωστόσο ακόμα κι αν οι εκδότες κρατούσαν τον αρχικό τίτλο, η διαφορά δεν θα ήταν μεγάλη. Ο αναγνώστης πολλές φορές συλλαμβάνει τον εαυτό του να αισθάνεται πως δεν διαβάζει μια περιγραφή που αναφέρεται στο παρελθόν, αλλά μία αδρομερή καταγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας. Εκείνο που διαφοροποιεί την κατάσταση είναι σχεδόν μόνο το σκηνικό.

Ο Αμπού στο βιβλίο αυτό καταφέρνει να συνδυάσει τη διεισδυτική ματιά του δημοσιογράφου με τη γλαφυρή πένα του μυθιστοριογράφου. Μην ξεχνάμε ότι ήταν εκείνος που έγραψε ένα από το πιο δημοφιλή αναγνώσματα λαϊκής λογοτεχνίας παλιότερων εποχών, τον «Βασιλιά των Ορέων», που επίσης ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων την εποχή που εκδόθηκε καθώς θεωρήθηκε ανθελληνικό. Είναι σχεδόν βέβαιο όμως ότι οι αντιδράσεις αυτές, οι περισσότερες διατυπωμένες εν θερμώ, με τη βιασύνη που μας χαρακτηρίζει ως λαό, να ονοματίζουμε εύκολα εχθρούς και φίλους και γρήγορα πάλι να αλλάζουμε άποψη, λίγο θα ενδιέφεραν τον Γάλλο επισκέπτη μας. Μάλλον ένα χαμόγελο ικανοποίησης θα σχηματιζόταν στο πρόσωπό του καθώς θα επιβεβαιωνόταν η άποψή του πως οι Έλληνες μπορεί να θυμώνουν και να διαμαρτύρονται για την πραγματικότητα που ζουν, αλλά δεν δίνουν σε κανέναν ξένο το δικαίωμα να πράξει το ίδιο, αμέσως τον θεωρούν εχθρό τους.

Αναφερθήκαμε στην πένα του Αμπού και στον ζωντανό τρόπο που αφηγείται και κρίνει όσα βλέπει γύρω του, προσπαθώντας να είναι αντικειμενικός, αλλά πάντα με τη ματιά ενός Ευρωπαίου. Τα όσα τον ξενίζουν προσπαθεί να τα κατανοήσει και να τα δικαιολογήσει σε ένα πολιτιστικό πλαίσιο που διαφέρει αισθητά από εκείνο στο οποίο είχε ζήσει ο ίδιος.

Ωστόσο, στο σημείο αυτό πρέπει να βάλουμε μια άνω τελεία. Να συνειδητοποιήσουμε ότι το βιβλίο που κρατάμε στα χέρια μας δεν είναι εντελώς το βιβλίο του Αμπού. Μεταξύ εκείνου και ημών υπάρχει μια διαμεσολάβηση που έχει τη σημασία της. Αναφέρομαι φυσικά στη μετάφραση του βιβλίου για την οποία αξίζει να πούμε περισσότερα από δύο λόγια.

Πάντα, διαβάζοντας ένα βιβλίο που είναι μεταφρασμένο στα ελληνικά από μια ξένη γλώσσα, έχω την αίσθηση ότι μεγαλύτερο βάρος για την επιτυχία του πέφτει στον μεταφραστή από ό,τι στον συγγραφέα. Νομίζω πως δεν διαφωνεί κανείς ότι μια μέτρια ή κακή μετάφραση είναι ικανή να καταστρέψει ακόμα κι ένα αριστούργημα. Να καταντήσει ένα κείμενο που στη μητρική του γλώσσα είναι ζωντανό και ενδιαφέρον εντελώς βαρετό και ανούσιο.

Και φυσικά μπορεί να συμβεί και το αντίθετο. Ένα βιβλίο να απογειωθεί αν ο μεταφραστής ή η μεταφράστρια, όπως στην περίπτωση του βιβλίου στο οποίο αναφερόμαστε, εκτός από την ικανότητά τους στον χειρισμό της γλώσσας, προσεγγίσουν το κείμενο με αγάπη σαν να ήταν εκείνος ή εκείνη ο συγγραφέας. Χάρη στην προσεκτική και, θα χρησιμοποιήσω, όχι καθ’ υπερβολή, τον όρο, εμπνευσμένη μετάφραση της Αριστέας Κομνηνέλλη, μπορούμε να ταξιδέψουμε στην Ελλάδα του Όθωνα και να την παρακολουθήσουμε μέσα από τη ματιά ενός Γάλλου ταξιδιώτη. Η προσθήκη χρήσιμων πληροφοριών με τη μορφή υποσημειώσεων είναι επιπλέον ένα βοήθημα για τον αναγνώστη, που με τον τρόπο αυτό εύκολα απαντά σε ερωτήματα για πρόσωπα και καταστάσεις που αναφέρονται στο βιβλίο και που προφανώς δεν είναι οικεία σε εμάς σήμερα.

Μπορεί να μην είναι η ματιά που ενδεχομένως κάποιοι θα ήθελαν, να υπάρχει κάποιες στιγμές μια αδιόρατη υποψία σνομπισμού από τη μεριά του συγγραφέα, αλλά τελικά πρέπει να πείσουμε πρώτα από όλους τον εαυτό μας ότι η αντικειμενικότητα δεν σημαίνει πάντα και εχθρική στάση.

Το βιβλίο του Αμπού ενδεχομένως να μας βοηθήσει να αποδεχτούμε την παραπάνω άποψη καθώς σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει να αναφέρεται σε ένα παρελθόν που θέλουμε να πιστεύουμε ότι έχουμε αφήσει πίσω μας. Αν το προσλάβουμε ως τεκμήριο Ιστορίας, είναι βέβαιο ότι έχει να μας διδάξει πολλά. Γιατί η Ιστορία δεν είναι μόνο αφήγηση του παρελθόντος, αλλά εν πολλοίς τόσο η καταγραφή μιας εικόνας του παρόντος όσο και μιας ενδεχόμενης πραγματικότητας του μέλλοντος.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL