Live τώρα    
28°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
28 °C
26.5°C28.5°C
3 BF 50%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Σποραδικές νεφώσεις
27 °C
24.3°C28.3°C
2 BF 62%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
26 °C
23.0°C27.6°C
2 BF 56%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
26 °C
24.3°C26.1°C
3 BF 64%
ΛΑΡΙΣΑ
Σποραδικές νεφώσεις
25 °C
24.9°C26.8°C
0 BF 57%
Ο αγγλικός εθνικισμός, σπαζοκεφαλιά για τους Συντηρητικούς που τον στηρίζουν
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ο αγγλικός εθνικισμός, σπαζοκεφαλιά για τους Συντηρητικούς που τον στηρίζουν

Επιμέλεια: Βασίλης Παπακριβόπουλος

Με τις επικρίσεις για τα στραβοπατήματά του να συνεχίζονται, ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον βρίσκεται ανάμεσα στις συμπληγάδες δύο φαινομένων που τον έφεραν στην εξουσία: της βούλησης των Λονδρέζων οπαδών του ελεύθερου εμπορίου να αποκτήσει το βασίλειο ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές και του αισθήματος κοινωνικής καταβαράθρωσης στις περιοχές της βόρειας Αγγλίας. Δύο αντίρροπες δυνάμεις, που ωστόσο τροφοδοτούν τον αγγλικό εθνικισμό, καθεμία με τον τρόπο της.

Οι Γάλλοι σχεδόν πάντα αποκαλούν «Άγγλους» τους Βρετανούς γείτονές τους. Παρ' όλο που το Ηνωμένο Βασίλειο, μια ένωση τεσσάρων εθνών (Αγγλία, Ουαλία, Σκωτία και Βόρεια Ιρλανδία) υπό την αιγίδα του Κοινοβουλίου του Ουέστμινστερ, αποτελεί μια τεράστια επικράτεια με πολλαπλές διαφοροποιήσεις. Η γλωσσική αυτή κατάχρηση αναμφίβολα δικαιολογείται λόγω του δημογραφικού και οικονομικού ειδικού βάρους της Αγγλίας: εκεί συγκεντρώνεται περίπου το 84% του πληθυσμού και το 86% του ΑΕΠ του Ηνωμένου Βασιλείου. Ωστόσο, στα τέλη του 20ού αιώνα, η ένωση της Αγγλίας με την Ουαλία (το 1536), τη Σκωτία (το 1707) και, τέλος, με τη Βόρεια Ιρλανδία (το 1801 με ολόκληρο το νησί και, μετά την αγγλο-ιρλανδική συνθήκη του 1921, με 6 από τις 9 κομητείες της επαρχίας του Όλστερ, στο βόρειο τμήμα του νησιού) αρχίζει να παρουσιάζει ρωγμές. Δύο φαινόμενα λειτούργησαν ως καταλύτες της εξέλιξης αυτής: η χειραφέτηση της Σκωτίας και της Ουαλίας και, στη συνέχεια, το Brexit.

Κατά τη δεκαετία του 1960, η ενίσχυση του σκωτσέζικου και, σε μικρότερο βαθμό, του ουαλικού εθνικισμού αποτέλεσε ένα πολιτικό επίδικο που το Εργατικό Κόμμα, με την ισχυρή παρουσία του στη Σκωτία, αξιοποίησε. Στις βουλευτικές εκλογές του 1997, όπου επικράτησε το κόμμα του Τόνι Μπλερ, το εκλογικό μανιφέστο των Εργατικών προέβλεπε ένα σύνολο συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, με σκοπό οι πολίτες να αποκτήσουν μεγαλύτερο λόγο στις αποφάσεις και να έρθουν πιο κοντά στους θεσμούς. Τον Σεπτέμβριο του 1997, η διοργάνωση δύο δημοψηφισμάτων, σε Σκωτία και Ουαλία, επέτρεψε τη συγκρότηση του Κοινοβουλίου της Σκωτίας και της Εθνοσυνέλευσης της Ουαλίας, σωμάτων στα οποία εκχωρήθηκαν νομοθετικές εξουσίες για θέματα όπως οι μεταφορές, η υγεία και η εκπαίδευση (1).

Η διαδικασία χαρακτηρίζεται από ασυμμετρία: ένα σκωτσέζικο Κοινοβούλιο (Holyrood) που διαθέτει αρμοδιότητες επιβολής φορολογίας και μια ουαλική Εθνοσυνέλευση (Senedd) που ακόμη δεν έχει τέτοιες εξουσίες, αλλά καμία αμιγώς αγγλική Εθνοσυνέλευση, τη στιγμή μάλιστα που η Αγγλία κυριαρχεί σε δημογραφικό και οικονομικό επίπεδο. Η κατάσταση αυτή -το αποκαλούμενο West Lothian question- προκαλεί την εχθρική αντίδραση των Συντηρητικών. Θεωρούν απαράδεκτο η Σκωτία, με δεδομένο ότι διαθέτει δικό της Κοινοβούλιο, να έχει λόγο σε ζητήματα αποκλειστικά αγγλικού ενδιαφέροντος, μέσω των βουλευτών που εξακολουθεί να εκλέγει για το Κοινοβούλιο του Ουέστμινστερ.

Με την εκλογή του Ντέιβιντ Κάμερον το 2010 και την επιστροφή τους στην εξουσία, οι Συντηρητικοί προωθούν την πολιτική «Αγγλικές ψήφοι για τους αγγλικούς νόμους». Ο μηχανισμός αυτός, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή το 2010, προβλέπει ότι τα νομοσχέδια που αφορούν αποκλειστικά την Αγγλία θα πρέπει να εγκρίνονται μόνο από την πλειοψηφία των βουλευτών των εκλογικών περιφερειών της Αγγλίας. Μετά από διάφορες αναθεωρήσεις, η συγκεκριμένη διάταξη καταργήθηκε τον Ιούνιο του 2021 προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στο Κοινοβούλιο να απαντήσει πιο αποτελεσματικά στην πανδημία. Η πρωτοφανής απόφαση των Συντηρητικών να δημοσιοποιήσουν ένα εκλογικό μανιφέστο ειδικά για την Αγγλία στις βουλευτικές εκλογές του 2015 -έναν χρόνο μετά το δημοψήφισμα για την πλήρη ανεξαρτησία της Σκωτίας, το οποίο οργάνωσε το Holyrood και στο οποίο το «όχι» επικράτησε με μικρή διαφορά- αποτυπώνει τη δέσμευση των Συντηρητικών για καλύτερη πολιτική εκπροσώπηση της Αγγλίας.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2010, οι συζητήσεις γύρω από την παραμονή του Ηνωμένου Βασιλείου στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρόξυναν το αγγλικό εθνικό αίσθημα, το οποίο είχε ερεθιστεί από τη θεσμική αναδιάρθρωση του Ηνωμένου Βασιλείου το 1997. Η μεταβίβαση εξουσιών και το Brexit προκαλούν δύο αντιδράσεις στην Αγγλία: από τη μία πλευρά, εκείνο που οι ερευνητές Άιλσα Χέντερσον και Ρίτσαρντ Ουίν Τζόουνς ονομάζουν «άγχος μπροστά στη μεταβίβαση εξουσιών» (2) και, από την άλλη, τον ευρωσκεπτικισμό. Δύο διαφορετικές αντιδράσεις, στηριγμένες σε ανταγωνιστικές θεωρήσεις του αγγλικού έθνους. Η πρώτη, στραμμένη προς το εσωτερικό, στηρίζεται στην ιδέα των «τεσσάρων εθνών χωρίς κράτος» (3) που επί αιώνες υπήρξαν οι συνιστώσες ενός ενιαίου κράτους. Η δεύτερη, στραμμένη προς το εξωτερικό για τους οπαδούς του Brexit και του ελεύθερου εμπορίου, υπερασπίζεται την κυριαρχία του βρετανικού έθνους - κράτους. Γεννώντας το ακόλουθο παράδοξο: πώς να υπερασπιστεί κάποιος την αρχή της εθνικής κυριαρχίας, ακόμη και της ανεξαρτησίας, του Ηνωμένου Βασιλείου απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς όταν την αρνείται σε ιστορικά έθνη, όπως η Σκωτία;

Καθώς βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της αντίφασης, η Αγγλία ωθείται την ίδια στιγμή προς δύο αντίθετες τροχιές. Η μία περιστρέφεται γύρω από την επιθυμία της για πολιτική εκπροσώπηση σε ένα πλαίσιο διευρυμένης μεταβίβασης εξουσιών. Η άλλη κινείται από την επιδίωξή της για άνοιγμα στον υπόλοιπο κόσμο, πέραν της Ευρώπης. Οι δύο αυτές τροχιές αποτυπώνονται στα αφηγήματα της Little England («Μικράς Αγγλίας») και της Global Britain («Παγκόσμιας Βρετανίας»), που κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση από το Brexit και μετά. Οδηγούν σε δύο θεωρήσεις -τη μινιμαλιστική και τη μαξιμαλιστική- της Αγγλίας, με την πρώτη να είναι συναισθηματική και τη δεύτερη χρησιμοθηρική: ενώ η Μικρά Αγγλία (που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε και «βαθιά Αγγλία») προϋποθέτει έναν σχεδόν υπαρξιακό δεσμό με το έθνος, μέσα από το πρίσμα πολιτιστικών στερεοτύπων, η εικόνα της Παγκόσμιας Βρετανίας, που διακινείται από τους υποστηρικτές του Brexit από το 2016, βασίζεται σε μια επεκτατική αντίληψη στη βάση οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων. Στο βάθος της, αποκαλύπτει μια μετα-αυτοκρατορική και εμπορική - κερδοσκοπική θεώρηση της χώρας, της οποίας η ισχύς θεωρούν ότι εδράζεται κατά κύριο λόγο στον πλούτο και τον δυναμισμό της Αγγλίας.

Η αντίφαση αυτή εξηγείται από την τρέχουσα -και στρατηγικής σημασίας- σύγχυση μεταξύ αγγλικής και βρετανικής εθνικής ταυτότητας, την οποία συντηρούν οι Άγγλοι εθνικιστές. Όταν οι υποστηρικτές του Brexit κάνουν λόγο για το Ηνωμένο Βασίλειο, η εικόνα που φιλοτεχνούν και η ιστορία που επικαλούνται είναι συχνά εκείνη μιας Αγγλίας που η πρωτοκαθεδρία της σε σχέση με τα αποκαλούμενα περιφερειακά έθνη μοιάζει κεκτημένη και ορίζει πως ό,τι ισχύει για την Αγγλία (53,3% υπέρ του Brexit) ισχύει κατ’ ανάγκην και για τα έθνη που ψήφισαν κατά (όπως η Βόρεια Ιρλανδία με 55,8% και η Σκωτία με 62%). Με αυτόν τον τρόπο, η Αγγλία νοείται στη συμβολική διάστασή της και στη σχεδόν οργανική συγχώνευσή της με τη βρετανική εθνική ταυτότητα. Αυτός είναι και ο λόγος που η Αγγλία, μολονότι γεωγραφικός χώρος με πολύ μεγάλες εσωτερικές διαφοροποιήσεις πέρα από τις πολιτισμικές διαφορές μεταξύ βόρειου και νότιου τμήματος, τις οποίες κρύβει ο διοικητικός υπερσυγκεντρωτισμός της πρωτεύουσας (4), συχνά αντιμετωπίζεται ως ένα μονολιθικό μπλοκ, από όπου υποτίθεται ότι πηγάζει ένα διάχυτο εθνικό αίσθημα που ορίζεται αποκλειστικά μέσω στερεοτύπων (τα τοπία), αξιών (το fair-play) ή του αθλητισμού. Η βρετανική εθνική ταυτότητα, από την πλευρά της, υποτίθεται ότι εκφράζεται μέσω πολιτικών και θεσμικών συμβόλων (η μοναρχία, η κοινοβουλευτική δημοκρατία κ.τ.λ.).

Έτσι, η συνάρθρωση μεταξύ αγγλικής και βρετανικής εθνικής ταυτότητας καταλήγει σε δύο διαφορετικές εκδοχές του βρετανικού εθνικισμού, μία εθνοτική και μία πολιτική. Η πρώτη αποτυπώνεται στην επιστροφή εξτρεμιστικών (και μειοψηφικών) κινημάτων που προτάσσουν την υπεράσπιση της Αγγλίας μέσα από την προώθηση μιας νησιωτικής και, στη ριζοσπαστική παραλλαγή της, λευκής και ρατσιστικής ταυτότητας. Η δεύτερη εκδοχή επικεντρώνεται καταρχάς στο ζήτημα της μεταβίβασης εξουσιών από τη Βρετανία στην Αγγλία, πριν διευρύνει τη θεματολογία της με την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας. Πάντως, οι δύο αυτές εκδοχές του βρετανικού εθνικισμού εξακολουθούν να μην είναι απολύτως διακριτές μεταξύ τους. Αν και οι English Democrats, που ιδρύθηκαν το 2002 για να προωθήσουν την ιδέα ενός αγγλικού Κοινοβουλίου, εμφανίζονται σήμερα ως ένα ακραία ευρωσκεπτικιστικό κίνημα και η English Defence League, που ιδρύθηκε το 2009 βασισμένη σε διάφορους χουλιγκανικούς συνδέσμους, ως ένα ανοιχτά αντι-μουσουλμανικό κίνημα, οι δεσμοί των δύο αυτών οργανώσεων με την Ακροδεξιά, και ιδίως με το British National Party, έχουν επισημανθεί πολλάκις, προκαλώντας μόνο χλιαρές διαψεύσεις από τους ενδιαφερόμενους.

Η μονολιθική και συμβολική αυτή θεώρηση της Αγγλίας αγνοεί ωστόσο τις περιφερειακές διαφοροποιήσεις μιας γεωγραφικής ενότητας που καλύπτει τα δύο τρίτα της επιφάνειας της Βρετανίας. Μολονότι οι συζητήσεις γύρω από τη μεταβίβαση εξουσιών έφεραν στην επιφάνεια τις πολιτιστικές ιδιαιτερότητες της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, η μεγάλη ποικιλομορφία των αγγλικών περιφερειών σπάνια απασχόλησε την πολιτική συζήτηση πριν από τη δεκαετία του 2010, εκτός εάν επρόκειτο να επισημανθούν οι οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες μεταξύ βόρειας και νότιας Αγγλίας ή η αξιοσημείωτη διαφορά μεταξύ του Λονδίνου και της υπόλοιπης Αγγλίας. Και όμως, η ποικιλομορφία αυτή αποτυπωνόταν για πολύ καιρό στον εκλογικό χάρτη του Ηνωμένου Βασιλείου, όπου κάθε εκλογική αναμέτρηση, τουλάχιστον μέχρι το 2019, επιβεβαίωνε τη διαπίστωση ότι υπήρχαν εκλογικά προπύργια των Εργατικών στη βόρεια Αγγλία, κυρίως λόγω της βιομηχανικής ιστορίας της και της ύπαρξης κοινοτήτων ανθρακωρύχων και εργατικών στρωμάτων, ενώ τα στηρίγματα των Συντηρητικών, που διευρύνθηκαν και στα μεσαία στρώματα κατά την περίοδο Θάτσερ (1979-1990), έμοιαζαν να βρίσκονται στη νοτιοανατολική Αγγλία.

Και σε αυτό το ζήτημα, το Brexit ξαναμοίρασε την τράπουλα. Η ενίσχυση του United Kingdom Independence Party (UKIP), του ευρωσκεπτικιστικού κόμματος του Νάιτζελ Φάρατζ, συνέβαλε ώστε να μπουν στο μικροσκόπιο οι παράκτιες περιοχές της βορειοανατολικής Αγγλίας, ιδιαίτερα το Χάμπερσαϊντ, το Λίνκολνσαϊρ στα ανατολικά των Μίντλαντς και, νοτιότερα, η περιοχή του Νόρφολκ, οι οποίες ψήφισαν μαζικά υπέρ της αποχώρησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τις περιοχές αυτές τροφοδοτείται από πολλές μελέτες που υπογραμμίζουν τη συσχέτιση μεταξύ της αντισυστημικής ψήφου και της ψήφου υπέρ του Brexit με τη βιομηχανική παρακμή και την ανεργία (5).

Πράγματι, το Ηνωμένο Βασίλειο είναι από τις δυτικές χώρες με τις βαθύτερες ανισότητες, τόσο μεταξύ των περιφερειών όσο και στο εσωτερικό τους. Οι ανισότητες αυτές είναι εμφανείς σε πολλούς τομείς και βρίσκονται στη ρίζα του φαινομένου που ορισμένοι ερευνητές έχουν ονομάσει «γεωγραφία της δυσαρέσκειας» (6). Έτσι, για παράδειγμα, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ και το κατά κεφαλήν εισόδημα των Λονδρέζων είναι διπλάσιο από τα αντίστοιχα των κατοίκων του βόρειου τμήματος της χώρας, το προσδόκιμο ζωής είναι σχεδόν 10 χρόνια μεγαλύτερο στον Νότο από ό,τι στον Βορρά, ενώ παρατηρείται, μεταξύ των περιφερειών αυτών, και μια διαφορά 8% στα ποσοστά επιτυχίας στις εξετάσεις για το GCSE (το απολυτήριο δίπλωμα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης) (7). Εξάλλου, ενώ ορισμένες περιοχές κατέγραψαν ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και έφτασαν, πριν από τις βουλευτικές εκλογές του 2019, στο οικονομικό επίπεδο όπου βρίσκονταν πριν από την κρίση του 2008, άλλες, όπως τα Ανατολικά Μίντλαντς και ιδίως το βορειοανατολικό τμήμα της Αγγλίας, βίωσαν όξυνση των ανισοτήτων και εκπτώχευση των πιο ευάλωτων στρωμάτων (8).

Οι ενδοπεριφερειακές ανισότητες παραμένουν εξίσου μεγάλες με τις διαπεριφερειακές ανισότητες, ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα ή στη νοτιοανατολική Αγγλία, την πιο πλούσια αγγλική περιφέρεια μετά το Λονδίνο: ενώ τα προάστια γύρω από το Λονδίνο δηλώνουν εισόδημα πολύ μεγαλύτερο από το μέσο αγγλικό εισόδημα, οι κοινότητες της νότιας ακτής υπολείπονται, σε ορισμένες περιπτώσεις, μέχρι και κατά 19% του ίδιου μέσου εισοδήματος (9). Όσο για τις περιφέρειες του Βορρά και των Μίντλαντς, παρότι φτωχές, διαθέτουν επίσης και κάποιες νησίδες ευημερίας (Σόλιχαλ, Τράφορντ, Τσέστερ, Γιορκ κ.τ.λ.) χάρη στα πανεπιστήμια, στον τριτογενή τομέα και στις ξένες επενδύσεις σε ακίνητα. Σε κάθε περίπτωση, σε πολλούς Άγγλους είναι εδραιωμένη η αντίληψη ενός χάσματος μεταξύ Βορρά και Νότου, η οποία καθορίζει εδώ και πολύ καιρό την εκλογική συμπεριφορά τους.

Από τον Νοέμβριο του 2019 και μετά, η βόρεια Αγγλία δεν μπορεί πλέον να παρακαμφθεί. Οι Συντηρητικοί του πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον επικράτησαν στις βουλευτικές εκλογές χάρη στη νίκη τους σε 55 εκλογικές περιφέρειες της βόρειας Αγγλίας (του επονομαζόμενου Red Wall, του «Κόκκινου Τείχους») (10), με νέους ευρωσκεπτικιστές βουλευτές, που ήταν όμως διατεθειμένοι να παροτρύνουν το κράτος να προβεί σε μαζικές επενδύσεις στην περιοχή τους. Από εκεί προέκυψε και η προεκλογική υπόσχεση της «αναβάθμισης» (levelling up) των πιο υποβαθμισμένων περιοχών της χώρας. Το συγκεκριμένο σχέδιο, σε μεγάλο βαθμό ξεχασμένο μετά την άφιξη του Τζόνσον στη Ντάουνινγκ Στριτ, έρχεται ξανά στην επιφάνεια με τη σύσταση ενός ειδικού υπουργείου και τη δημοσίευση μιας Λευκής Βίβλου στις 2 Φεβρουαρίου 2022, σε μια συγκυρία όπου ο πρωθυπουργός επιδιώκει να απαλλαγεί από το σκάνδαλο του «partygate», δηλαδή με τις αποκαλύψεις ότι συμμετείχε σε διάφορες εορταστικές συναντήσεις ενώ η χώρα βρισκόταν σε λοκντάουν.

Ακόμα και σε αυτό το ζήτημα όμως, οι Συντηρητικοί βρίσκονται στριμωγμένοι μεταξύ της δέσμευσης να διοχετεύσουν σημαντικούς πόρους στη βόρεια Αγγλία και της επείγουσας ανάγκης να διαφυλάξουν την ένωση των τεσσάρων εθνών. Έτσι, η υπόσχεση αναπροσανατολισμού των επενδύσεων προς όφελος της βόρειας Αγγλίας έχει ήδη παραμεριστεί, προς όφελος μιας ρητορικής που υπόσχεται την αναβάθμιση του συνόλου του Ηνωμένου Βασιλείου. Παρ' όλο που, από ό,τι φαίνεται, ο ορίζοντας των Συντηρητικών έχει γίνει κυρίως αγγλικός, δεν μπορούν να «αγγλοποιήσουν» και τις υποσχέσεις τους, εκτός εάν θέλουν να χάσουν τους Βρετανούς... και το βασίλειο.

(1) Μετά τον νόμο Scotland Act (1998) για το σκωτσέζικο Κοινοβούλιο, και μετά τον νόμο Government of Wales Act (2006) και το δημοψήφισμα του 2010, το οποίο ακολουθήθηκε από τον νόμο Wales Act (2014) για την ουαλική Εθνοσυνέλευση, που ονομάστηκε Κοινοβούλιο με τον νόμο Senedd and Elections (Wales) Act (2020).

(2) Ailsa Henderson και Richard Wyn Jones, «Englishness. The Political Force Transforming Britain», Oxford University Press, 2021.

(3) Τίτλος βιβλίου του Jacques Leruez: «L’Écosse, une nation sans État», Presses universitaires de Lille, 1983.

(4) UK 2070 Commission, «Make no little plans: Acting at scale for a fairer and stronger future», τελική έκθεση της Επιτροπής, Φεβρουάριος 2020.

(5) Lewis Dijkstra, Hugo Poehlman και Andrés Rodríguez-Pose, «The geography of EU discontent», «Regional Studies», τόμος 54, τ. 6, Λονδίνο, 2020.

(6) Philip McCann, «Perceptions of regional inequality and the geography of discontent: Insights from the UK», «Regional Studies», τόμος 54, τ. 2, 2019.

(7) BBC, «Schools grades linked to where you live», 12 Ιανουαρίου 2016.

(8) Conor D’Arcy, «Regional wealth inequality: A nation divided», 1η Σεπτεμβρίου 2018, www.resolutionfoundation.org.

(9) Βουλή των Λόρδων, «Inequalities of Region and Place», Library Briefing, Λονδίνο, Οκτώβριος 2021.

(10) (ΣτΜ) Με τον όρο Red Wall οι Βρετανοί περιγράφουν τις εκλογικές περιφέρειες της βόρειας Αγγλίας (και της Ουαλίας) που ιστορικά εξέλεγαν Εργατικούς βουλευτές.

* Η Agnès Alexandre-Collier είναι καθηγήτρια Σύγχρονου Βρετανικού Πολιτισμού στο πανεπιστήμιο της Βουργουνδίας. Ο David Fée είναι καθηγητής Σύγχρονου Βρετανικού Πολιτισμού στο πανεπιστήμιο Sorbonne Nouvelle.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL