Live τώρα    
27°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
27 °C
23.6°C27.9°C
3 BF 44%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
25 °C
22.9°C25.6°C
4 BF 52%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
27 °C
23.0°C27.1°C
2 BF 62%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
25 °C
24.8°C26.1°C
3 BF 54%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
22 °C
21.9°C23.4°C
2 BF 78%
Πώς ο Σρέντερ έφερε πίσω τον κόκκινο Όσκαρ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Πώς ο Σρέντερ έφερε πίσω τον κόκκινο Όσκαρ

ΣΡΕΝΤΕΡ

Επιμέλεια: Θανάσης Κούτσης

Την περασμένη εβδομάδα παρουσιάσαμε την ιταλική Αριστερά μαζί με μια αναδρομή στο 2008, όταν η κατάρρευσή της ήταν ήδη καθ’ οδόν και ο Μπερλουσκόνι κέρδιζε πανηγυρικά τις εκλογές. Την ίδια ακριβώς περίοδο, στη Γερμανία, η Αριστερά γνωρίζει μία από τις καλύτερες περιόδους της, χάρη στη δεξιά στροφή του Γκέρχαρντ Σρέντερ. Στις ομοσπονδιακές εκλογές του 2009 κερδίζει 3 ποσοστιαίες μονάδες φτάνοντας το 11,9% και τους 76 βουλευτές. Το καλύτερο ποσοστό της και υπερδιπλάσιο του 4,9% που πήρε το 2021. Επιστροφή μέσα από το αρχείο μας στη «χρυσή» εκείνη για την Αριστερά περίοδο, κατά την οποία όμως οι εσωτερικές έριδες ήταν παρούσες.

Στον τοίχο του γραφείου του Κλάους Λέντερερ είναι κρεμασμένη μια ελαιογραφία με κάπως ξεθωριασμένα χρώματα: πρόκειται για ένα πορτρέτο του Καρλ Μαρξ. Κάθε φορά δε που ο υπεύθυνος του Die Linke στο Βερολίνο θέτει σε λειτουργία τον υπολογιστή του, εμφανίζεται ως φόντο της οθόνης η φωτογραφία ενός πολύχρωμου πλήθους να διαδηλώνει στον δρόμο.

Για τους δεξιούς Γερμανούς, αυτή η εικόνα είναι απωθητική σαν σκιάχτρο: ο Μαρξ, ο οποίος από την επανένωση της Γερμανίας κι έπειτα θεωρούνταν βυθισμένος οριστικά στη λήθη, ξανάρχεται στην επικαιρότητα. Όσο για τις διαδηλώσεις, οι οποίες δεν ενδιέφεραν πλέον κανέναν, κατά τη διάρκεια των δύο δεκαετιών που ακολούθησαν το τέλος της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΛΔΓ), έγιναν και πάλι της μόδας στη χώρα. Όμως, στην αριστερή πτέρυγα του Die Linke, όλο αυτό το ντεκόρ προκαλεί τελείως διαφορετικούς φόβους: μήπως σε λίγο καιρό ο Μαρξ και οι λαϊκές διαδηλώσεις θα υπάρχουν μονάχα στους τοίχους και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές των γραφείων των βουλευτών; Μήπως το τίμημα της ολοένα μεγαλύτερης επιτυχίας του κόμματος συνίσταται στην εγκατάλειψη των σοσιαλιστικών ιδεωδών του;

Οι ανησυχίες των μεν και των δε είναι εύλογες. Το πρώην Κόμμα του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού (PDS), το οποίο ιδρύθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1990 πάνω στα ερείπια του Ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας (SED) (1) και ήταν ισχυρό στις ανατολικές περιοχές της Γερμανίας αλλά σχεδόν ανύπαρκτο στις δυτικές, έκανε ξαφνικά αισθητή την παρουσία του σε ολόκληρη τη χώρα. Η αποτυχία του στις εκλογές του 2002, όταν είχε αποσπάσει μονάχα το 4% των ψήφων -τη στιγμή που το εκλογικό όριο για τη Βουλή είναι 5%-, φαινόταν να αποτελεί ταφόπλακα για το πολιτικό του μέλλον. Μάλιστα, εκείνη η αναμέτρηση οδήγησε στην επάνοδο του Γκέρχαρντ Σρέντερ στην πρωθυπουργία.

Η δεξιά -και πρώτη η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) και η βαυαρική «θυγατρική» της, η Χριστιανοκοινωνική Ένωση (CSU)- χαιρέτισε το τέλος των κομμουνιστών. Το αμάλγαμα ανάμεσα σε PDS, ΛΔΓ και δικτατορία αποδείχτηκε καταστρεπτικό για την εκλογική επιτυχία του κόμματος. Εξάλλου, ακόμα και στο εσωτερικό του κόμματος πυροδοτήθηκε μια τρομερή διαμάχη, καθώς οι μεν θεωρούσαν ότι για την ήττα ευθυνόταν η κομμουνιστική πτέρυγα, ενώ άλλοι έριχναν την ευθύνη στον υπερβολικό πραγματισμό των Βερολινέζων του Λέντερερ.

Κατά παράδοξο τρόπο, η πανηγυρική επιστροφή της Αριστεράς οφείλεται στην κυβέρνηση Σρέντερ: ο καγκελάριος προώθησε την Ατζέντα 2010, η οποία περιόρισε τόσο πολύ την κοινωνική προστασία ώστε, την άνοιξη του 2004, να έχουν δημιουργηθεί ταυτόχρονα δύο αριστερές οργανώσεις στο δυτικό τμήμα της χώρας: η Πρωτοβουλία, Εργασία και Κοινωνική Δικαιοσύνη και το Δίκτυο Για μια Εκλογική Εναλλακτική Λύση. Λίγο αργότερα, αυτές οι δύο ομάδες συγχωνεύτηκαν και δημιουργήθηκε η Εκλογική Εναλλακτική Λύση Εργασία και Κοινωνική Δικαιοσύνη (στα γερμανικά WASG, από τα αρχικά του Wahlalternative Arbeit und Soziale Gerechtigkeit).

Ο Σρέντερ συνέβαλε και πάλι -χωρίς, βέβαια, να το επιδιώκει- στην ενδυνάμωση της νέας Αριστεράς, όταν, στις 22 Μαΐου του 2005, το βράδυ της εκλογικής ήττας του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) στις τοπικές εκλογές της Βόρειας Ρηνανίας και Βεστφαλίας, προκήρυξε πρόωρες εκλογές. Πίστευε ακόμα ότι θα μπορούσε να εξουδετερώσει τους δύο καινούργιους αριστερούς ανταγωνιστές του: καθώς το PDS φαινόταν υπερβολικά δογματικό και το WASG υπερβολικά ανοργάνωτο, θεωρούσε ότι κανένα από τα δύο δεν θα κατόρθωνε να συγκεντρώσει το ποσοστό του 5% που απαιτείται για την είσοδο στο Κοινοβούλιο.

Όμως, παρά το γεγονός ότι οι δύο πολιτικοί σχηματισμοί έμοιαζαν τόσο διαφορετικοί, προχώρησαν σε μια εσπευσμένη προσπάθεια ενοποίησης, η οποία τους επέτρεψε, στις 18 Σεπτεμβρίου του 2005, να εισέλθουν στη Βουλή υπό την κοινή ηγεσία του Γκρέγκορ Γκίζι και του Όσκαρ Λαφοντέν: το νέο Linkspartei συγκέντρωσε το 8,7% και εξέλεξε 54 βουλευτές. Τον Ιούνιο του 2007, το κόμμα επέλεξε την απλούστερη ονομασία Die Linke και πέτυχε διαδοχικές εκλογικές επιτυχίες που του επέτρεψαν την είσοδο στα τοπικά κοινοβούλια των ομόσπονδων κρατιδίων της Βρέμης, της Έσσης, της Κάτω Σαξονίας και του Αμβούργου. Εκτός όμως από την εδραίωσή του στο δυτικό τμήμα της χώρας, πέτυχε την πλήρη ενοποίησή του και μετατράπηκε έτσι σε πολιτικό σχηματισμό που διαθέτει ισχυρή παρουσία σε ολόκληρη την επικράτεια του ομοσπονδιακού κράτους.

Ο φόβος της αριστερής πτέρυγας του κόμματος είναι παλαιότερος από τους φόβους του πολιτικού και δημοσιογραφικού κόσμου. Το 1998, η συμμαχία του PDS με το SPD στην κυβέρνηση του κρατιδίου του Μεκλεμβούργου - Δυτικής Πομερανίας (πρώην ΛΔΓ), κι ύστερα, το 2001, η συμμαχία στο κρατίδιο του Βερολίνου έθεσαν στην αριστερή πτέρυγα ένα ζήτημα αρχής: Είχε άραγε το δικαίωμα να κυβερνάει; «Ο κόσμος μας φοβάται μήπως το κόμμα μας καταντήσει σαν το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα επί Μιτεράν » σχολιάζει ο Λέντερερ, ο οποίος ηγείται από το 2005 του κόμματος στο Βερολίνο. Και συνεχίζει: «Τι θέλετε να κάνουμε όταν επί οκτώ χρόνια συνηθίσαμε να ασκούμε κριτική και, ξαφνικά, είμαστε σε θέση να συμμετάσχουμε στην κυβέρνηση;» Και παραπέμπει -πάντα κάτω από το πορτρέτο του Μαρξ και με την εικόνα της διαδήλωσης στην οθόνη του υπολογιστή του- στη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Για τη μεγάλη Γερμανίδα κομμουνίστρια, το Κοινοβούλιο αντιπροσώπευε «το κατάλληλο πεδίο που θα επέτρεπε στους σοσιαλιστές να διεξαγάγουν συστηματική αντίσταση στην κυριαρχία των αστών».

Αυτή, ακριβώς, η αντίσταση βρίσκεται στο επίκεντρο των συζητήσεων τις τελευταίες εβδομάδες στο Βερολίνο, καθώς έχει αναπτυχθεί ένας εξαιρετικά έντονος διάλογος στο εσωτερικό του Die Linke σχετικά με τη στάση που πρέπει να υιοθετηθεί απέναντι στις μισθολογικές διεκδικήσεις και τις απεργίες των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αντιδράσει το κόμμα τους -το οποίο συγκυβερνάει το Βερολίνο μαζί με το SPD- στα αιτήματα των δημοσίων υπαλλήλων οι οποίοι, έπειτα από χρόνια παραίτησης, διεκδικούν αυξήσεις 12%.

Μερικές φορές, την ίδια μέρα, εκδίδονται δύο διαφορετικά δελτία Τύπου: για παράδειγμα, στο ένα, ο εκπρόσωπος του κόμματος στο Βερολίνο που είναι αρμόδιος για τα συνδικαλιστικά ζητήματα εκφράζει τη συμπαράστασή του στους απεργούς των μέσων μαζικής μεταφοράς. Στο άλλο, ο εκπρόσωπος της κοινοβουλευτικής ομάδας στη Γερουσία του Βερολίνου και αρμόδιος για τα οικονομικά ζητήματα απαιτεί να ληφθεί εξίσου υπόψη τόσο η άποψη των εργαζομένων όσο και η άποψη του εργοδότη, δεδομένου ότι ο Δήμος του Βερολίνου οφείλει να συνεχίσει την προσπάθεια για την εξυγίανση των οικονομικών του. Ο Λέντερερ αναγνωρίζει το δίλημμα και το σχολιάζει ως εξής: «Όσο οι θέσεις μας δεν θα είναι πιο αριστερές από εκείνες των συνδικάτων, θα μας ασκείται κριτική».

Άλλες φορές, η διαμάχη έλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε οι τενόροι του κόμματος, ο Λαφοντέν, ο Γκίζι και ο Λόταρ Μπίσκι, αναγκάστηκαν να δώσουν στη δημοσιότητα μια κοινή δήλωση για να υπενθυμίσουν στη βάση τους όλα όσα πέτυχε η κυβέρνηση συνασπισμού στο κρατίδιο του Βερολίνου: τη δημιουργία -παρ’ όλα τα σοβαρά εμπόδια- ενός ευρύτατου τομέα θέσεων εργασίας που χρηματοδοτούνται με δημόσια κονδύλια, το γεγονός ότι ο δήμος συνεργάζεται μονάχα με επιχειρήσεις που πληρώνουν ελάχιστο ωρομίσθιο 7,5 ευρώ. Κι ο Λέντερερ προσθέτει, επικαλούμενος τη δήλωση των ηγετών του κόμματος: «Δεν ενεργούμε με ανήθικο τρόπο, αντίθετα, κάτω από τις παρούσες συνθήκες, προσπαθούμε να επιτύχουμε ό,τι είναι δυνατόν».

Μερικές φορές, το εύρος των ανοιγμάτων του Die Linke εκπλήσσει. Έτσι, ο Ούλριχ Μάουρερ, γραμματέας της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος, δήλωσε ότι «το πρόγραμμα του κινήματος των μισθωτών για τις εκλογές του 2005 για την Bundestag, θα μπορούσε, χωρίς κανένα πρόβλημα, να προσυπογραφεί από τους υποψήφιους και τις υποψήφιες του Linkspartei».

Η αντιμετώπιση του Die Linke με χοντροκομμένα αντικομμουνιστικά επιχειρήματα δεν είναι πλέον αρκετή. «Είμαι εναντίον των ταμπού», δήλωσε ο Κλάους Βοβερέιτ, δήμαρχος του Βερολίνου (SPD), όταν ρωτήθηκε για τις σχέσεις του κόμματός του με το Die Linke. Την προηγούμενη ημέρα, η υπηρεσία για την Προστασία του Συντάγματος εξέφρασε αμφιβολίες για το κατά πόσον είναι δικαιολογημένη η αστυνομική παρακολούθηση των δραστηριοτήτων του κόμματος, ενώ, μέχρι πολύ πρόσφατα, φαινόταν λογικό να υποπτεύονται κάθε άτομο που βρίσκεται αριστερότερα του SPD, ότι μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το δημοκρατικό πολίτευμα. Παράλληλα, ακόμα και στο εσωτερικό της CDU-CSU αρχίζουν να εκφράζονται διαμαρτυρίες για τη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική που ακολουθείται.1

Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, το Die Linke θα μπορούσε να φτάσει το 14%. Αν επιβεβαιωθεί μια τέτοια πρόβλεψη, το Die Linke θα οφείλει πολλά στην προσωπική στράτευση του Λαφοντέν, ο οποίος υπήρξε πρόεδρος του κρατιδίου του Σάαρ την περίοδο 1985-1998, στη συνέχεια πρόεδρος του SPD, υποψήφιος του κόμματος για την πρωθυπουργία και υπουργός Οικονομικών. Τελικά παραιτήθηκε από το κόμμα, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πολιτική που ακολουθούσε ο Σρέντερ.

Από τον Ιούλιο του 2007, ο πρώην σοσιαλδημοκράτης ηγέτης είναι ένας από τους δύο προέδρους του Die Linke. Προβαίνει δε σε έναν ενθουσιώδη απολογισμό: «Είχαμε υποσχεθεί στον εαυτό μας να ιδρύσουμε ένα κόμμα το οποίο θα ήταν ικανό να εδραιώσει μόνιμα την ισχύ του σε ολόκληρη τη Γερμανία και να αλλάξει την πολιτική που εφαρμόζεται στη χώρα. Και οι δύο στόχοι μας έχουν επιτευχθεί, και μάλιστα πιο γρήγορα απ’ ό,τι περιμέναμε». Κι επιπλήττει με πάθος τους αμφισβητίες, οι οποίοι, στο εσωτερικό του κόμματος, εκφράζουν τη λύπη τους για την έλλειψη προγράμματος: «Μα εμείς εφαρμόζουμε την πολιτική του πραγματικού! Αυτό κι αν είναι πρόγραμμα! Όταν απαιτούμε την καθιέρωση ελάχιστων μισθών και επιδιώκουμε να εμποδίσουμε την ιδιωτικοποίηση του σιδηροδρόμου, όταν απαιτούμε την αποχώρηση των στρατευμάτων μας από το Αφγανιστάν, όλα αυτά είναι πρόγραμμα!».

Το «πρόγραμμά» του ο Λαφοντέν το είχε εκθέσει, μία εβδομάδα πριν από την εκλογή του στην προεδρία του Die Linke, σε άρθρο του στην «Frankfurter Allgemeine Zeitung» με τίτλο «Η ελευθερία μέσα από τον σοσιαλισμό». Μεταξύ άλλων, απαιτούσε «να παραμείνουν υπό τον έλεγχο του κράτους οι οικονομικοί τομείς που εξασφαλίζουν την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του πληθυσμού». Επίσης, διακήρυσσε την ανάγκη της ενίσχυσης της νομοθεσίας για τα καρτέλ και τους κατώτατους μισθούς, την εγκατάλειψη της Ατζέντας 2010, την αναγνώριση του δικαιώματος στη γενική απεργία, και παρέθετε τα εξής λόγια του Ερμαν Έσε: «Στη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, ο σοσιαλισμός είναι όντως το μοναδικό δόγμα που προτείνει μια σοβαρή κριτική των θεμελίων της ψεύτικης κοινωνίας και του τρόπου ζωής μας».

1 Δημιουργήθηκε το 1946 με τη συγχώνευση των κομμουνιστών και των σοσιαλδημοκρατών της «σοβιετικής κατεχόμενης ζώνης» της Γερμανίας, η οποία, το 1949, μετατράπηκε σε ΛΔΓ.

* Ο Peter Linden είναι δημοσιογράφος

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στη διεύθυνση: https://monde-diplomatique.gr/pos-o-srenter-efere-piso-ton-kokkino-oskar/

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL