Οι ευρωεκλογές είναι και μια προσφορά προσωπικοτήτων. Αυτό συμβαίνει και στις 27 χώρες. Στην πραγματικότητα, η εικόνα των ψηφοφόρων για το τι ακριβώς κάνουν οι εκλεκτοί τους στις Βρυξέλλες και στο Στρασβούργο είναι αρκετά θολή. Οπότε αυτό που μετράει είναι τα πρόσωπα. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά για τη γερμανική Αριστερά, ειδικά αυτή τη φορά, όπου πρώτη φορά κατέρχεται στις εκλογές ένα κόμμα που προέκυψε από τις τάξεις της και έχει ως τίτλο του ένα όνομα με μεγάλη πολιτική εμπειρία.
Συμμαχία Ζάρα Βάγκενκνεχτ (BSW). Το κόμμα που μετράει μόνο λίγους μήνες ζωής φαίνεται ότι βρίσκεται μπροστά από την Die Linke, συνεχιστή μιας πολυτάραχης παράδοσης, που παλεύει να ξεπεράσει την πρόσφατη διάσπασή του. Η Die Linke έχει και αυτή να προτείνει τις δικές της προσωπικότητες, παρά τις αναταράξεις που ακολούθησαν την αποχώρηση της Ζ. Βάγκενκνεχτ. Επικεφαλής του ψηφοδελτίου είναι η Κάρολα Ρακέτε, η γνωστή ακτιβίστρια για το περιβάλλον και στη συνέχεια για τη διάσωση προσφύγων στη Μεσόγειο με το πλοίο «Sea Watch 3». H 36χρονη παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής στις τάξεις της νεολαίας, που τοποθετεί τον εαυτό της στον χώρο της κοινωνικής Αριστεράς και εστιάζει σε ζητήματα οικολογίας, μετανάστευσης και κοινωνικών δικαιωμάτων. Δεν είναι μέλος του κόμματος, κίνηση που, όπως λέει, θέλει να τονίσει πόσο ανοιχτό είναι αυτό σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται να ασχοληθούν ενεργά με την πολιτική χωρίς περιορισμούς, και θεωρεί ότι μετά το ξεκαθάρισμα που προκάλεσε η αποχώρηση όσων εντάχθηκαν στην BSW η Die Linke βρίσκεται πάλι σε πορεία ανόδου.
Συν-επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο είναι ο Μάρτιν Σίρντεβαν, ο οποίος είναι και συν-πρόεδρος στο κόμμα αλλά και στην ευρωπαϊκή Αριστερά ως ευρωβουλευτής από το 2017. Ο 48χρονος είναι αναμφίβολα ένα ελκυστικό και αξιόπιστο πρόσωπο. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, η Die Linke ουσιαστικά επαναπροσδιορίζεται και παρουσιάζεται στη γερμανική κοινωνία ως το μόνο κόμμα που δεν χρηματοδοτείται από επιχειρήσεις και έχει ως προτεραιότητά του την κοινωνική δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη, την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης με κοινωνικό πρόσημο και τον αντιφασισμό. Το ερώτημα, βεβαίως, είναι αν το αντιλαμβάνονται έτσι και οι ψηφοφόροι. Το «ανακουφιστικό» των ευρωεκλογών αυτών είναι ότι δεν υπάρχει ποσοστό «κατώφλι» για την εκλογή ευρωβουλευτών, συνεπώς η εξασφαλισμένη παρουσία του στις Βρυξέλλες φαντάζει ως ευκαιρία ανασυγκρότησης ενόψει των ερχόμενων εθνικών εκλογών του 2025.
Η νοσταλγία ως πολιτικό πρόγραμμα
Απέναντι στην Κ. Ρακέτε και στον Μ. Σίρντεβαν η BSW ποντάρει, φυσικά, στην αρχηγό της, για την οποία έτσι κι αλλιώς έχουν γραφτεί πολλά. Ενδιαφέρον, όμως, έχει και ο «δεύτερος ρόλος» στη σκηνοθεσία των ευρωεκλογών. Ο Φάμπιο ντι Μάζι είναι επικεφαλής του ψηφοδελτίου, ένας πρώην βουλευτής με βαρύ βιογραφικό, που είχε εγκαταλείψει την Die Linke το 2021 για προσωπικούς λόγους, όπως είχε πει τότε, αλλά ουσιαστικά διαφωνώντας σε αρκετά σημεία με την κατάσταση στο κόμμα. Ο Ντι Μάζι είχε ξεχωρίσει για τις έρευνές του σε μια σειρά από οικονομικά σκάνδαλα και θεωρείται ως ένα ισχυρό χαρτί για το νέο κόμμα. Το ενδιαφέρον είναι ότι στις τοποθετήσεις του διαφοροποιείται αρκετά, τουλάχιστον φραστικά, από τη Ζ. Βάγκενκνεχτ. Σχηματικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι αποτελεί το αριστερό αντίβαρο σε ένα πρόγραμμα της BSW, που, για παράδειγμα, η Tageszeitung είχε αποκαλέσει «ιδανικό για όσους φοβούνται τις διαρκείς αλλαγές και επιλέγουν πολιτικά με κριτήριο τη νοσταλγία άλλων εποχών».
Η Z. Βάγκενκνεχτ δείχνει συχνά να ποντάρει ακριβώς σε αυτά τα μεσαία και χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, που τρομάζουν μπροστά σε έναν κόσμο που αλλάζει. Πολλοί από αυτούς έχουν στραφεί στην κούφια ρητορική της Ακροδεξιάς, αλλά θα μπορούσαν, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, να ψηφίσουν ένα κόμμα που αυτοπαρουσιάζεται ως αριστερό, αλλά στην ουσία εκφράζει συντηρητικές θέσεις με πυρήνα την «ασφάλεια». Η BSW ποντάρει στα φιλορωσικά αισθήματα ενός ανατολικογερμανικού κυρίως ακροατηρίου και ζητά διαπραγματεύσεις με τον Βλ. Πούτιν, χωρίς πάντως να δικαιολογεί αν ο Πρόεδρος της Ρωσίας επιθυμεί κάτι τέτοιο και κυρίως υπό ποιες προϋποθέσεις. Μιλάει για ελεγχόμενη μετανάστευση, αγγίζοντας μια από τις πιο ευαίσθητες χορδές της κοινωνίας, αφήνει υπονοούμενα αμφισβήτησης της σοβαρότητας της κλιματικής κρίσης, κλείνει το μάτι σε όσους θεωρούν ως παραβίαση ατομικού δικαιώματος την κατάργηση των κινητήρων εσωτερικής καύσης, βάζει στο στόχαστρο τις «ελίτ», ποντάροντας σε αντανακλαστικά θυμωμένων μικροαστών.
Ολα αυτά φαίνεται ότι αποδίδουν βραχυπρόθεσμα. Η BSW είναι σαφώς πάνω από την Die Linke στις δημοσκοπήσεις με ποσοστά μέχρι και 7%. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι ποια προοπτική μπορεί να έχει ένα κόμμα που βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη νοσταλγία περασμένων, ανέμελων εποχών. Ο Ντι Μάζι δείχνει να έχει συνειδητοποιήσει αυτό το ζήτημα, αποφεύγοντας να επαναλάβει κάποια από τα παραπάνω και εστιάζοντας κυρίως σε θέματα οικονομίας και κοινωνικών ανισοτήτων. Αποφεύγει, μάλιστα, να απαντήσει όταν τον ρωτούν για αυτή του την τάση να κρατά αποστάσεις από θέσεις που ουσιαστικά μπήκαν στον δημόσιο διάλογο από την Ακροδεξιά και τώρα η Ζ. Βάγκενκνεχτ δείχνει να πιστεύει ότι μπορεί να τους αλλάξει πρόσημο.
Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών δεν θα καθορίσει μόνο ποια δύναμη θα επικρατήσει σε επίπεδο περιστασιακής δημοφιλίας στον συγκεκριμένο χώρο. Θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό ποια κατεύθυνση θα χαράξει ο έτσι κι αλλιώς συρρικνωμένος προοδευτικός χώρος στη Γερμανία. Και κυρίως αν αυτή η συρρίκνωση μπορεί τελικά να φτάνει μέχρι και τη μετατροπή του σε αμελητέα πολιτικά ποσότητα.