Live τώρα    
20°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Σποραδικές νεφώσεις
20 °C
18.6°C21.2°C
3 BF 46%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
21 °C
18.5°C22.0°C
2 BF 36%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
18 °C
18.2°C20.5°C
3 BF 59%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
20 °C
19.8°C20.2°C
5 BF 44%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
20 °C
20.1°C20.1°C
2 BF 47%
Ο Τραμπ, οι «κακοπληρωτές» του ΝΑΤΟ και το προσκλητήριο στον Πούτιν
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Ο Τραμπ, οι «κακοπληρωτές» του ΝΑΤΟ και το προσκλητήριο στον Πούτιν

ΑΝΑΛΥΣΗ

Αν και πολλοί πιστεύουν ότι το «φαινόμενο Τραμπ» είναι τωρινό, σημείο των καιρών κατά κάποιον τρόπο, στην πραγματικότητα έχει τις απαρχές του πολύ πριν από τη σημερινή έκρηξη των πολιτικών παθών στην Αμερική της μετα-παγκοσμιοποίησης. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, πριν ακόμη εξελιχθεί σε πολιτική περσόνα και όντας γνωστή εκκεντρική διασημότητα της κοσμικής Νέας Υόρκης, ο μεγιστάνας των ακινήτων εμφανιζόταν ως καλεσμένος του δημοφιλούς talk show του Ντέιβιντ Λέτερμαν. Μεταξύ του πώς τα κατάφερε στις μπίζνες και του τρόπου που διατηρεί την ιδιόμορφη κώμη του δεν παρέλειπε να πετάει και σφήνες για την «κατάντια» της Αμερικής. Για τον ξεπεσμό της και την ανάγκη να «ανακάμψει» από τα προβλήματα που την ταλαιπωρούν, ένα από τα οποία ότι συνέχιζε να σκορπά τα ωραία της δολάρια εδώ κι εκεί... Δεν είναι ξεκάθαρο αν είχε στο μυαλό του την προεδρία από τότε, ωστόσο η αντίληψη ότι η πολιτική είναι μια επιχειρηματική δραστηριότητα με έσοδα και έξοδα, κέρδη και ζημιές φαίνεται ότι τον ακολουθούσε ανέκαθεν.

Οι πρωτοφανείς δηλώσεις του την περασμένη εβδομάδα σχετικά με την ενθάρρυνση της Ρωσίας να επιτεθεί στους συμμάχους του ΝΑΤΟ που δεν συνεισφέρουν αυτό που ο ίδιος θεωρεί δίκαιο μερίδιο αφήνοντας τις ΗΠΑ να σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος της χρηματοδότησης της συλλογικής άμυνας είναι σε μεγάλο βαθμό ένα φραστικό πυροτέχνημα. Ο λόγος είναι απλός, η συλλογική άμυνα δεν βασίζεται σε κάποιο κοινό ταμείο. Αντιπροσωπεύει τη βασική πολιτική δέσμευση πάνω στην οποία στηρίζεται όλη η συμμαχική αντίληψη. Το ΝΑΤΟ δεν είναι μια υπηρεσία σεκιούριτι που τα μέλη του πληρώνουν ετήσια συνδρομή και δεν οφείλουν οικονομικά στη Συμμαχία τίποτε άλλο εκτός από τις συνεισφορές τους στο διοικητικό ταμείο των Βρυξελλών. Ο Ντ. Τραμπ προφανώς δεν αναφερόταν σε αυτές τις πληρωμές. Το συχνό παράπονό του -όχι πάντως μόνο δικό του- στη διάρκεια της προεδρίας του ήταν ότι οι χώρες του ΝΑΤΟ δεν αυξάνουν όσο θεωρεί η Ουάσιγκτον ότι πρέπει να αυξήσουν τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς τους.

Στόχος το 2% χωρίς ρήτρα συμμόρφωσης

Κι άλλοι Αμερικανοί Πρόεδροι πριν από τον Ντ. Τραμπ είχαν θέσει -πλαγίως μεν, επιτακτικά δε- αυτό το θέμα. Ήταν το 2014, στη διάρκεια της διακυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα που τα μέλη του ΝΑΤΟ συμφώνησαν να προχωρήσουν στην αύξηση των στρατιωτικών δαπανών τους στο επίπεδο του 2% του ΑΕΠ τους μέχρι το 2024 ύστερα από τις επίμονες προτροπές της Ουάσιγκτον. Στη τελευταία τους σύνοδο κορυφής, στη Λιθουανία τον περασμένο Ιούλιο, οι ηγέτες του ΝΑΤΟ προσάρμοσαν αυτή τη δέσμευση συμφωνώντας να δαπανήσουν «τουλάχιστον το 2%» για στρατιωτικούς προϋπολογισμούς, ωστόσο δεν ορίστηκε χρονικό πλαίσιο για την επίτευξη του στόχου. Το 2% είναι ένα σημείο αναφοράς που υποδηλώνει το πόσα πρέπει να δαπανήσει κάθε μέλος για τη δική του άμυνα ώστε να μπορέσει να συμβάλει στην κοινή. Ο στόχος πάντως είναι εθελοντικός και δεν προβλέπεται κάποια ρήτρα μη συμμόρφωσης.

Υπάρχουν πολλά κενά στην υπόθεση ότι ο Ντ. Τραμπ έχει εμμονή με το ΝΑΤΟ και θέλει να το τινάξει στον αέρα παρά τις έγκυρες αναφορές ότι το 2018 παραλίγο να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη Συμμαχία. Και μάλλον αυτά δεν πρέπει να αναζητηθούν στην τάση του απομονωτισμού που εκφράζει διαχρονικά μια μικρή πλην σημαντική ρεπουμπλικανική «μειοψηφία» αλλά ούτε και στην ιδιόμορφη πολιτική περσόνα του. Το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχει υιοθετήσει στη διάρκεια της ύπαρξής του ποικίλες στάσεις στην εξωτερική και αμυντική πολιτική, από τον απομονωτισμό ως τον ασύστολο παρεμβατισμό και την μιλιταριστική εξωτερική πολιτική. Τώρα, «κυριευμένο» ολοκληρωτικά από τον Ντ. Τραμπ, θα πρέπει να ανασυνθέσει όλα αυτά τα στοιχεία σε μια νέα αφήγηση η οποία θα υπακούει και θα εξυπηρετεί την ευρύτερη λαϊκιστική ρητορική του άσχετα από τις ουσιαστικές, διαχρονικές και «αναπόδραστες» πάγιες επιδιώξεις της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Αποκηρύσσοντας τον ριγκανισμό

Πολιτικοί αναλυτές θεωρούν την αλλαγή που σηματοδοτεί ο Ντ. Τραμπ στις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής των Ρεπουμπλικάνων την πιο σημαντική μετά την επικράτηση του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ έναντι των, οπαδών του απομονωτισμού, εσωκομματικών αντιπάλων του για το προεδρικό χρίσμα το 1952. Έκτοτε, η πολιτική του ενεργού ρόλου και του ευθέως παρεμβατισμού των ΗΠΑ αποτέλεσε κεντρικό δόγμα του ρεπουμπλικανισμού. Αυτή η επιλογή θα γνωρίσει το αποκορύφωμά της τις επόμενες δεκαετίες με την επιθετική εξωτερική πολιτική του Ρόναλντ Ρέιγκαν, την υπεράσπιση του ελεύθερου εμπορίου, την πίστη στις αρετές της κινητικότητας και της μετανάστευσης και, αν μη τι άλλο, στην αύξηση της πολιτικής πίεσης στις τότε σοσιαλιστικές χώρες. Μετά τον Μπ. Ομπάμα και για μεγάλο μέρος της τελευταίας δεκαετίας οι κατευθυντήριες αρχές του αμερικανικού παρεμβατισμού έδωσαν τη θέση τους στον λαϊκισμό του «πρώτα η Αμερική». Η παγκοσμιοποίηση -ουσιαστικά ένα πολιτικό κεφάλαιο του αμερικανικού ηγεμονισμού- δαιμονοποιήθηκε και κατακρίθηκε και κηρύγματα-προάγγελοι μιας οιονεί επιστροφής στον απομονωτισμό κυριάρχησαν.

Ο πόλεμος των δασμών και η απομάκρυνση από τη ρεπουμπλικανική ορθοδοξία

Σε συνέντευξή του τον περασμένο Αύγουστο στο Fox Business News, ο Ντ. Τραμπ πρότεινε δασμούς 10% για «όλους» όσοι εξάγουν προϊόντα τους στις Ηνωμένες Πολιτείες και ένα ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό για τις χώρες που επιβάλλουν οι ίδιες υψηλότερους δασμούς στα αμερικανικά προϊόντα. Πρόσφατα, σε άλλη συνέντευξή του πάλι -που αλλού;-στο Fox News, o πρώην Πρόεδρος επιβεβαίωσε αυτό που είχε γράψει προηγουμένως η Washington Post, ότι δηλαδή θα εξετάσει το ενδεχόμενο επιβολής δασμών έως και 60% σε όλες τις κινεζικές εισαγωγές αν ανακτήσει την προεδρία. «Θα έλεγα ότι ίσως είναι και κάτι παραπάνω από αυτό» είπε όταν ρωτήθηκε αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο. Ως Πρόεδρος ο Ντ. Τραμπ επέβαλε δασμούς 25% σε κινεζικά προϊόντα αξίας 50 δισεκατομμυρίων δολαρίων τον Ιούνιο του 2018. Το Πεκίνο επέβαλε με τη σειρά του δικούς του δασμούς και η διελκυστίνδα συνεχίστηκε μέχρις ότου οι δύο χώρες κατέληξαν σε συμφωνία το 2020. Σημειωτέον ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν διατήρησε σε μεγάλο βαθμό τους τιμωρητικούς δασμούς του Τραμπ και παρέμεινε σε αυτή τη σκληρή γραμμή προστασίας της αμερικανικής οικονομίας.

Είναι ξεκάθαρο ότι ο πόλεμος των δασμών και της ύψωσης τείχους προστατευτισμού συνιστά μια αποφασιστική κίνηση απομάκρυνσης από τη ρεπουμπλικανική ορθοδοξία του Ρ. Ρέιγκαν που δήλωνε ότι «η εμπορική πολιτική των ΗΠΑ βασίζεται σταθερά στα θεμέλια των ελεύθερων και ανοιχτών αγορών». Φαίνεται πως αυτή η τάση, μιας σαφώς λιγότερο παρεμβατικής εξωτερικής πολιτικής που δίνει προτεραιότητα στο «πρώτα η Αμερική», είναι πλέον κυρίαρχη στους Ρεπουμπλικάνους. Ακόμη και πολύ νεότεροι ανταγωνιστές του Ντ. Τραμπ την υιοθετούν, ένας από αυτούς ο μέχρι πρότινος συνυποψήφιός του στην κούρσα για το χρίσμα, ο επιχειρηματίας Βιβέκ Ραμασβάμι, γεννημένος το 1985. Εγκατέλειψε τον περασμένο μήνα και τάχθηκε πολιτικά στο πλευρό του μεγιστάνα. Ο 38χρονος Ραμασβάνι επέμεινε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υπερασπιστούν την Ταϊβάν σε ένα σενάριο κινεζικής επίθεσης μόνο εφόσον οι αμερικανικές βιομηχανίες εξαρτώνται από τη βιομηχανία ημιαγωγών του νησιού. Όπως πολλοί άλλοι Ρεπουμπλικάνοι, αμφισβήτησε τη λογική της υποστήριξης της Ουάσιγκτον προς το Κίεβο και μάλιστα αποδοκίμασε «τους χρήσιμους ηλίθιους που κηρύττουν έναν πόλεμο χωρίς να υπάρχει προοπτική νίκης».

Οπως γράφει στο Foreign Affairs o Τζέραλντ Σάιμπ του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών, πολλοί από τους κορυφαίους στοχαστές της εξωτερικής πολιτικής του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, συμπεριλαμβανομένου του κατεστημένου της εθνικής ασφάλειας, πιστεύουν ότι ένα κράμα των σημερινών αντικρουόμενων εσωκομματικών τάσεων και αντιλήψεων είναι και απαραίτητο, και δυνατό. Σε συζητήσεις που είχε ο αρθρογράφος με μέλη αυτής της ομάδας, μεταξύ αυτών σύμβουλοι εθνικής ασφάλειας και πρώην υπουργοί Εξωτερικών και Άμυνας, άκουσε τους περισσότερους να υποστηρίζουν ότι υπάρχει κοινό έδαφος στις αντικρουόμενες τάσεις για την εξωτερική πολιτική δεδομένου ότι τα απλά μέλη του κόμματος πρόσκεινται λιγότερο στον νεο-απομονωτισμό από ό,τι ορισμένοι εκ των ηγετικών στελεχών.

Αναζητώντας τη σύνθεση μέσα στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα

Ο πρώην αντιπρόεδρος Μάικ Πενς, για παράδειγμα, θεωρεί ότι η υποστήριξη πολιτικών κατευνασμού, ακόμα και απομονωτισμού σε αντίθεση με τον απροκάλυπτο παρεμβατισμό της εποχής Ρέιγκαν, αυξάνεται μέσα στο κόμμα σε αυτή τη φάση, αλλά επιμένει ότι τέτοιες απόψεις όσο δυνατές και αν είναι δεν είναι πλειοψηφικές. Ο Στίβεν Χάντλεϊ, που υπηρέτησε ως σύμβουλος εθνικής ασφάλειας υπό τον Πρόεδρο Τζορτζ Μπους τον νεότερο, υποστήριξε ότι οι αλληλοσυγκρουόμενες τάσεις όσον αφορά την εξωτερική πολιτική των Ρεπουμπλικάνων «μπορούν να εξισωθούν και να υπάρξει διάλογος μεταξύ των πτερύγων» του κόμματος. Ομοίως, ο γερουσιαστής Τομ Κότον του Αρκάνσας υποστηρίζει ότι αν και υπάρχει «χτυπητή αντίθεση» μεταξύ των προσεγγίσεων Ρίγκαν και Τραμπ, «στον βαθμό που πρέπει να υπάρξει σύνθεση με την εξωτερική πολιτική του Ρ. Ρέιγκαν λαμβάνοντας υπόψη τις αλλαγές συγκυριών και συνθηκών, αυτό είναι κάτι στο οποίο οι περισσότεροι Ρεπουμπλικάνοι θα συναινούσαν και θα το προσυπέγραφαν».

Οι διαφορές απόψεων στους κόλπους των Ρεπουμπλικάνων σχετικά με την αμερικανική εξωτερική πολιτική δεν είναι κάτι καινούργιο. Το 1941, όταν ο Πρόεδρος Φράνκλιν Ρούζβελτ έφερε στο Κογκρέσο τον νόμο Lend & Lease για τη στρατιωτική ενίσχυση της Βρετανίας ενώ μαινόταν ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, η πλειοψηφία των Ρεπουμπλικάνων νομοθετών αντιτάχθηκε στην κίνησή του. Ουσιαστικά, οι Ρεπουμπλικάνοι τάχθηκαν στο πλευρό του Ρούζβελτ και του μετέπειτα διαδόχου του Χάρι Τρούμαν μετά την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο, αλλά η απομονωτική πτέρυγα του κόμματος άρχισε να επιβάλλεται εκ νέου με το τέλος του πολέμου. Όταν η Γερουσία ψήφιζε για την είσοδο των Ηνωμένων Πολιτειών στο ΝΑΤΟ το 1949, ο γερουσιαστής Ρόμπερτ Ταφτ του Οχάιο, επί μακρόν διαφωνών των εμπλοκών της Αμερικής πέραν των συνόρων της, ψήφισε κατά της επικύρωσης μαζί με άλλους δέκα Ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές.

Ανησυχία στην Ευρώπη, σύγκρουση με τον Μπάιντεν

Οι υπερφίαλες διακηρύξεις και οι ευθείες επιθέσεις του μεγιστάνα μπορεί να συναρπάζουν το κοινό του που ελπίζει σε ολική επαναφορά του στον Λευκό Οίκο, αλλά στην Ευρώπη έχουν εντείνει την αμηχανία και την ανησυχία για το τι μπορεί να σημαίνει για την ευρωπαϊκή συλλογική άμυνα μια δεύτερη θητεία Τραμπ. Βέβαια, το ενδιαφέρον στοιχείο εδώ είναι το πώς η τακτική αυτή χρησιμοποιείται έντεχνα, και μάλλον επιτυχημένα, με κύριο σκοπό όχι την ανάδειξη της ουσίας του επίδικου -στην προκειμένη περίπτωση την αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών των νατοϊκών συμμάχων- αλλά την εσωτερική πολιτική μόχλευση.

Με άλλα λόγια, ο Ντ. Τραμπ πέτυχε για άλλη μια φορά αυτό που ήθελε: να βρει ακόμα ένα καλό πάτημα για να επιτεθεί στην κυβέρνηση Μπάιντεν και, οπωσδήποτε, στον φιλικό προς αυτή Τύπο, τους «κυνηγούς μαργαριταριών» όπως χαρακτηριστικά τον αποκάλεσε εκπρόσωπος της προεκλογικής εκστρατείας του. Ειδικά για τον ρόλο του τελευταίου θα πρέπει να επισημανθεί η έλλειψη οποιασδήποτε ενασχόλησης στον αμερικανικό δημόσιο λόγο, ακόμη και από τα πιο έγκυρα αμερικανικά ΜΜΕ, με την ουσία του θέματος, δηλαδή για το αν όντως οι Ρεπουμπλικάνοι επιστρέφουν στον απομονωτισμό ή υιοθετούν στοιχεία του θα πρέπει να ανησυχήσουν το αμερικανικό κοινό. Η συντριπτική πλειονότητα των δημοσιευμάτων απλώς εστίασε στον θόρυβο που δημιουργήθηκε, στις αντιδράσεις των νατοϊκών και του Γ. Στόλτενμπεργκ και αργότερα στις αντεπιθέσεις του ίδιου του Τζ. Μπάιντεν, που μίλησε για «επονείδιστες» και «επικίνδυνες» απόψεις.

Εν αναμονή των πράξεων

Δεν προκαλεί, λοιπόν, εντύπωση ότι στην Ουάσιγκτον οι περισσότεροι Ρεπουμπλικάνοι υποβάθμισαν ή υπερασπίστηκαν τα λόγια του Ντ. Τραμπ για τους «κακοπληρωτές» του ΝΑΤΟ που πρέπει να αφεθούν στις «ορέξεις» της Ρωσίας ως τιμωρία. «Ήμουν εδώ όταν ήταν Πρόεδρος. Δεν υπονόμευσε ούτε κατέστρεψε το ΝΑΤΟ» σημείωσε ο γερουσιαστής της Φλόριντα Μάρκο Ρούμπιο, ένα από τα «γεράκια» των Ρεπουμπλικάνων. «Νομίζω ότι θα κοιτάξω ποιες είναι οι πράξεις του παρά τα λόγια του» ανέφερε με τη σειρά του ο γερουσιαστής Μάικ Ράουντς από τη Νότια Ντακότα, ένθερμος υποστηρικτής του ΝΑΤΟ και της αποστολής πρόσθετης βοήθειας στην Ουκρανία.

Φυσικό και εικονικό τείχος

Ψύχραιμοι αναλυτές που μελετούν και αναλύουν το «φαινόμενο Τραμπ» κατανοούν ότι όλες αυτές οι επιθέσεις του σε πολυμερείς και πολυεθνικούς οργανισμούς στους οποίους δρουν και επιδρούν επί δεκαετίες οι ΗΠΑ εξυπηρετούν μια πολύ σαφή, και άκρως δελεαστική για μια μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων, πολιτική αφήγηση που οι αντίπαλοί του τείνουν να υποτιμούν και απαξιώνουν. Την είχε ξεδιπλώσει ο ίδιος το 2016, όταν αποκήρυττε της παγκοσμιότητα χάριν του «αμερικανισμού». Όπως γράφει ο Τζ. Σάιμπ, ο Ντ. Τραμπ προσπαθεί να χτίσει ένα φυσικό τείχος κατά μήκος των νότιων συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών και ένα εικονικό τείχος γύρω από την οικονομία τους, ορθώνοντας περιορισμούς και μέτρα που στοχεύουν εξίσου φίλους και εχθρούς...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL