Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ψυχική ασθένεια, ψυχομετρικά εργαλεία και διαγνωστικά εγχειρίδια στην ιστορία της ψυχολογίας: μια κριτική προσέγγιση

Αν και η ψυχολογία και η ψυχιατρική αποτελούν διαφορετικά πεδία που διαμορφώθηκαν σε διαφορετικά ιστορικά πλαίσια για να απαντήσουν σε διαφορετικά ερωτήματα, μοιράζονται ένα βαρύ παρελθόν.

Συνήθως θεωρείται ότι η κλινική ψυχολογία και ο τρόπος που αντιμετωπίζεται η ψυχική ασθένεια, η καταστολή μέσω των ψυχοφαρμάκων, καθώς και τα συχνά περιστατικά ακούσιας νοσηλείας, βαραίνουν το ιστορικό της ψυχολογίας, που, εν προκειμένω, είναι ταυτόσημο με το βεβαρημένο ιστορικό της ψυχιατρικής. Όμως, και σε μη κλινικές εφαρμογές της ψυχολογίας υπάρχουν περιπτώσεις όπου εγείρονται θεωρητικά και μεθοδολογικά ερωτήματα γύρω από την περιγραφή και ερμηνεία των ψυχολογικών διεργασιών.

Για μια τέτοια προσέγγιση δεν αρκεί η κατανόηση της εσωτερικής ανάπτυξης της ψυχολογικής γνώσης, καθώς δεν είναι ποτέ ανεξάρτητη του πλαισίου στο οποίο παράγεται. Κατά την ερευνητική δραστηριότητα που στοχεύει στην παραγωγή γνώσης, κεντρικής σημασίας δεν είναι απλώς η απάντηση σε ορισμένα ερωτήματα. Ο τρόπος με τον οποίο τίθενται τα ερωτήματα, γιατί τίθενται και πώς απαντώνται φαίνεται να παίζουν ρόλο στην ίδια την οργάνωση της ερευνητικής δραστηριότητας.

Υπ’ αυτούς τους όρους η πρακτική εφαρμογή της ψυχολογικής γνώσης, καθώς και η παραγωγή ψυχολογικής γνώσης από τα πραγματολογικά δεδομένα, δεν μπορούν να είναι ανεξάρτητες του ευρύτερου θεωρητικού, ιστορικού και πολιτισμικού πλαισίου εντός του οποίου αναδύονται.

Τούτων δοθέντων, θα εστιάσουμε στον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτές οι ψυχικές διεργασίες σε ορισμένες ψυχολογικές θεωρίες θετικιστικού χαρακτήρα (όπως π.χ. κλινική ψυχολογία, γνωσιοσυμπεριφορισμός).

Θα αναφέρουμε τρία χαρακτηριστικά ιστορικά παραδείγματα, που αναδεικνύουν, μάλιστα, τον τρόπο με τον οποίο συγκροτούνται και διαιωνίζονται εξουσιαστικού τύπου σχέσεις, οι οποίες διαμορφώνονται στο πλαίσιο της παραγωγής επιστημονικής γνώσης. Όπως θα διαπιστώσουμε, υφίσταται μια βασική γραμμή σκέψης που διέπει και τα τρία αυτά παραδείγματα.

Το πρώτο παράδειγμα, που ήδη αναφέρθηκε, αφορά την αντιμετώπιση των ψυχικά ασθενών ως άβουλων όντων που χρήζουν διαχείρισης -συνήθως ακούσιας- προς αντιμετώπιση της ψυχικής τους ασθένειας. Στις περισσότερες περιπτώσεις, μάλιστα, είναι γνωστό ότι η ψυχική ασθένεια δεν θεραπεύεται, αλλά στόχος της θεραπευτικής παρέμβασης είναι να κατευναστούν τα συμπτώματα και να καταστεί το άτομο λειτουργικό σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο.

Η αφήγηση αυτή συνδέεται και με την αναπαραγωγή του μύθου του επικίνδυνου ψυχασθενή, όπως σκιαγραφείται εναργώς στο ομώνυμο βιβλίο της Φωτεινής Τσαλίκογλου.

Το δεύτερο παράδειγμα αφορά τη χρήση ψυχομετρικών εργαλείων ως κριτήριο ταξινόμησης των ανθρώπων σε ικανούς και μη ικανούς. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι τέτοιου είδους εργαλεία χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται κυρίως από θετικιστικά ψυχολογικά ρεύματα, που ανάγουν την πολυπλοκότητα των ψυχολογικών φαινομένων στην αριθμητική έκφραση αυτών και την τοποθέτησή τους σε μια ψυχομετρική κλίμακα.

Το τρίτο παράδειγμα αφορά τα διαγνωστικά εγχειρίδια. Το γνωστό είναι το Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο των Ψυχιατρικών Διαταραχών (DSM) της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρείας, στο οποίο, αφενός, γίνεται η ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών και, αφετέρου, διαμορφώνεται μια τυπολογία κριτηρίων που θα πρέπει να πληρούνται για να γίνει η διάγνωση. Ο Bruce E. Levine, στο άρθρο του Με ποιον τρόπο οι ψυχολόγοι υπονομεύουν τα δημοκρατικά κινήματα, περιγράφει πώς χρησιμοποιούνται διαγνωστικά εγχειρίδια για την καταστολή συγκεκριμένων τύπων συμπεριφοράς, που έχουν το χαρακτηριστικό να αντιτίθενται σε εξουσιαστικές μορφές.

Και στα τρία παραδείγματα παρατηρούνται τα εξής δύο χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι η τάση ψυχολογικοποίησης, δηλαδή η τάση αναγωγής κάθε έκφρασης της ανθρώπινης προσωπικότητας με μονοσήμαντο τρόπο σε απολύτως ψυχολογικούς παράγοντες. Το δεύτερο αφορά τη χρήση της ψυχολογικής γνώσης για την κατανόηση των ψυχικών διαταραχών ως δομών ή λειτουργιών που αποτελούνται από στοιχεία ανεξάρτητα μεταξύ τους. Τα στοιχεία αυτά νοούνται ως μετρήσιμα, με αποτέλεσμα να είναι δυνατή η ταξινόμηση των ανθρώπων σε υγιείς - μη υγιείς, φυσιολογικούς - νοητικά υστερημένους, ακίνδυνους - επικίνδυνους.

Η ταξινόμηση αυτή βασίζεται σε κλίμακες που προτείνουν την κατανομή αυτών των χαρακτηριστικών στον ευρύ πληθυσμό. Είναι σαφής η επιρροή της μηχανιστικής σκέψης σε αυτή την αντίληψη. Η κατανόηση, δηλαδή, του όλου ως αθροίσματος των μερών του, όπου η πλήρης γνώση των μερών είναι δυνατή και, βάσει αυτής, επιτυγχάνεται η γνώση του όλου. Οι περιορισμοί που προκύπτουν από μηχανιστικές αντιλήψεις οδήγησαν στη διαμόρφωση προσεγγίσεων ως απάντηση σε τέτοιου είδους θεωρίες και πρακτικές.

Θα αναφέρουμε δύο τέτοιες προσεγγίσεις που αναπτύχθηκαν ως απάντηση στα παραπάνω ιστορικά παραδείγματα.

Η πρώτη περίπτωση είναι το αντιψυχιατρικό κίνημα, που εμφανίστηκε σε πολλές δυτικές χώρες το 1960-70 και οδήγησε στην ανάγκη ψυχιατρικής μεταρρύθμισης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του κινήματος αποτελεί και το Δίκτυο των ανθρώπων που ακούνε φωνές (Hearing Voices Network), που έχει στόχο την απόδοση νοήματος στις φωνές και την απο-στιγματοποίηση της ψυχικής ασθένειας. Κεντρικής σημασίας στο Δίκτυο καθίσταται η προτεραιότητα στον ειδικό βάσει εμπειρίας, δηλαδή τα ίδια τα άτομα, και όχι στον ειδικό βάσει εκπαίδευσης.

Το δεύτερο παράδειγμα προέρχεται από τη θεωρία της Ζώνης Εγγύτερης Ανάπτυξης, που διαμορφώθηκε στο πλαίσιο της πολιτισμικής - ιστορικής θεωρίας. Ο Lev Vygotsky υποστηρίζει ότι η προσέγγιση των ψυχομετρικών εργαλείων και των τεστ νοημοσύνης απλώς διαπιστώνουν το επίπεδο ανάπτυξης τη δεδομένη χρονική στιγμή. Αντ’ αυτού προτείνει τη θεωρία της Ζώνης Εγγύτερης Ανάπτυξης. Η έννοια της ανάπτυξης αναφέρεται σε δύο επίπεδα: στο πραγματικό αναπτυξιακό επίπεδο και στο επίπεδο δυνάμει ανάπτυξης.

Το πρώτο αφορά τις ήδη ώριμες ψυχικές λειτουργίες, ενώ το δεύτερο τις ψυχικές λειτουργίες που δεν έχουν ακόμη ωριμάσει. Κατά την εξέταση το πρώτο αναφέρεται σε προβλήματα που μπορεί να επιλύσει μόνο του ένα υποκείμενο, ενώ το δεύτερο σε προβλήματα που μπορεί να επιλύσει σε συνεργασία με άλλους. Η συνολική ανάπτυξη δεν μπορεί να διερευνηθεί με βάσει μόνο το πρώτο επίπεδο. Η Ζώνη Εγγύτερης Ανάπτυξης αναφέρεται στην απόσταση ανάμεσα στο πραγματικό αναπτυξιακό επίπεδο και το επίπεδο δυνάμει ανάπτυξης και ως εκ τούτου στην προοπτική της ανάπτυξης.

Είναι σαφές ότι η δυναμική φύση των ψυχολογικών διαδικασιών είναι εξαιρετικά δύσκολο να συλληφθεί ως τέτοια με βάση τις κυρίαρχες μεθόδους. Το πρόβλημα αυτό, αν και σε καμία περίπτωση δεν υποβαθμίζει την υπάρχουσα ψυχολογική γνώση, θέτει τα εξής ερωτήματα: Κατά πόσο η ανθρώπινη ανάπτυξη και οι ψυχολογικές διεργασίες, με τον τρόπο που παρουσιάζονται, αντιπροσωπεύουν την ολότητα του ανθρώπου ως γνωστικού αντικειμένου της ψυχολογίας και με ποιον τρόπο πρέπει να κινηθεί μια επιστημονική ψυχολογία που θα συλλάβει την ολότητα αυτή;

 

Νικόλ Σαρλά, Απόφοιτη τμήματος Ψυχολογίας, Μεταπτυχιακή φοιτήτρια του προγράμματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης και της Τεχνολογίας του ΕΚΠΑ

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Η κατάντια της Προανακριτικής

Η πλειοψηφία της Προανακριτικής, εγκαταλείποντας κάθε πρόσχημα, θα επιχειρήσει σήμερα να αποκαλύψει την ταυτότητα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος της υπόθεσης Novartis. Οι μάρτυρες αυτοί έχουν καταθέσει για χρηματισμό πολιτικών προσώπων.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις