Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Δημοτικό τραγούδι και επανάσταση του 1821: "Δεν ήταν όλοι μ' ένα σπαθί στο χέρι"

Στην προσπάθεια να τονώσουν το εθνικό φρόνημα, πολλοί το παραποίησαν, το νόθευσαν και το ταύτισαν αποκλειστικά με πιστολιές στους Τούρκους. Το δημοτικό τραγούδι όμως ήταν κάτι περισσότερο από κλαρίνα και τσαρούχια. Ήταν τραγούδια της καθημερινότητας, που έρχονταν σε ρήξη ακόμη και με σταθερές "αξίες" όπως η θρησκεία, τονίζει ο δημοσιογράφος και μελετητής Παντελής Μπουκάλας

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Το δημοτικό τραγούδι είναι το πιο παρεξηγημένο κομμάτι της ελληνικής λαϊκής παράδοσης. O βασικότερος λόγος, αν όχι ο μοναδικός, είναι ότι δεν έφτασε ποτέ στ' αυτιά μας η αυθεντική του εκδοχή. Γνωρίσαμε μόνο την κιτς.

Ο στίχος του, οι τολμηρές αμφισβητήσεις σε σταθερές "αξίες" όπως η θρησκεία όλως τυχαίως παρελείφθησαν από τους ειδήμονες επιμελητές - διορθωτές που ανέλαβαν την επίσημη πολιτιστική εκπαίδευση. Τα άσματα κόβονταν και ράβονταν στα μέτρα των εθνικών αναγκών, με μεγαλύτερη όλων εκείνη για εθνικούς ήρωες και μύθους.

Τα δημοτικά τραγούδια έμοιαζε να έχουν το κατάλληλο πακέτο. Είχαν τσολιάδες και κουμπούρια, συγκρούσεις και ηρωικές στιγμές. Δεν είχαν όμως μόνο αυτά και δεν τα είχαν πάντα ακριβώς όπως τα ακούγαμε.

Η παραποίησή τους, ώστε να γίνουν περισσότερο "εθνικά", δεν είναι ξέχωρη φυσικά από τη γενικότερη πραγματικότητα. Κάπως έτσι κυριαρχούν εδώ και χρόνια στη συνείδηση του κόσμου ως πραγματικά γεγονότα πολλοί και διάφοροι "αστικοί" μύθοι του 1821. Το Κούγκι, το κρυφό σχολείο, ο χορός των Σουλιωτισσών, αντί να έχουν πάρει σχεδόν 200 χρόνια μετά τη θέση τους ως ιστορικές επινοήσεις, συγκαταλέγονται ακόμη σε ιστορικές αλήθειες, που συνεχίζουν μάλιστα να διδάσκονται. Την ίδια ώρα οι καθηγητές δεν μπορούν να διδάξουν γεγονότα που όχι μόνο συνέβησαν, αλλά και καθόρισαν την πορεία της χώρας, όπως ο εμφύλιος.

Υπάρχει όμως και η άλλη όψη. Την ώρα που συνεχίζουν να συντηρούνται οι μύθοι, εκδίδονται σταθερά μελέτες από έγκριτους επιστήμονες που έχουν στόχο να αποκαταστήσουν την πραγματικότητα. Από δίπλα τους και οι δημοσιογράφοι με μελέτες σε βάθος. Από δίπλα τους και διάφορα μουσικά σχήματα που ξαναπιάνουν την παράδοση διαφορετικά και φωτίζουν πτυχές της τόσο πολύτιμες και για τόσο καιρό άγνωστες στο ευρύ κοινό.

Σε αυτή την κατεύθυνση, αντί μίας ακόμη επετειακής και τετριμμένης εκδήλωσης, το Πολιτιστικό Κέντρο Βύρωνα διοργάνωσε την περασμένη Τετάρτη εκδήλωση για το δημοτικό τραγούδι και την επανάσταση του 1821 με ομιλητή τον δημοσιογράφο, συγγραφέα και μελετητή του δημοτικού τραγουδιού Παντελή Μπουκάλα. Τον πιο ιδανικό, όπως χαρακτηρίστηκε κατά την υποδοχή του "από την Ελλάδα ώς την Αμερική", χαρακτηρισμός που "δικαιολογήθηκε" και από την αναζήτηση που είχε κάνει μαζί του για να διεισδύσει σε βάθος στην ελληνική παράδοση ο Αμερικανός συγγραφέας Κρίστοφερ Κινγκ.

Έχει γράψει το βιβλίο «Ηπειρώτικο μοιρολόι» (εκδόσεις Δώμα) και, όπως σημειώνει σε άρθρο του την περασμένη Κυριακή ο Περικλής Κοροβέσης στην "Εφημερίδα των Συντακτών" περιγράφει "μια άλλη Ελλάδα, διαφορετική από τις δικές μας εμπειρίες, τη δική του μουσική ουτοπία στην Ήπειρο".


Παντελής Μπουκάλας

"Αυτοί στις εμμονές τους, εμείς στις προσπάθειές μας"

Στην αρχή της ομιλίας του ο Παντελής Μπουκάλας ανέφερε ότι η προσπάθεια που γίνεται για την αποκατάσταση της αλήθειας στο δημοτικό τραγούδι είναι μια προσπάθεια "να ανακτηθεί και ξεμαγαριστεί από τους ίδιους που μαγάρισαν την αρχαιοελληνική κληρονομία. Τους πατριδοκάπηλους και αρχαιοκάπηλους. Είναι οφθαλμοφανώς αδιάβαστοι και μας λένε ότι 'αυτά είναι δικά μας, δεν θα σας αφήσουμε να τα πάρετε! Καλά. Αυτοί στις εμμονές τους, εμείς στις προσπάθειές μας". Χαρακτηριστικό δείγμα καπηλείας ήταν η χρήση των παραποιημένων δημοτικών τραγουδιών σε διάφορα γλέντια της χούντας.

Ξεκινώντας να αποδομεί "εξιδανικευτικά σχήματα που εξακολουθούν μας παγιδεύουν δύο αιώνες παρά δύο χρόνια μετά" ο Παντελής Μπουκάλας αναφέρθηκε στα κλέφτικα τραγούδια και τους κλέφτες. Είπε ότι "δεν μπορούμε να λέμε πως ήταν από την αρχή αγωνιστές της ελευθερίας. Δεν μπορούμε να λέμε ότι δεν πείραζαν εκκλησίες και μοναστήρια".

Επιπλέον "δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι οι κλέφτικες συμμορίες - παρέες απαρτίζονταν μόνο από Έλληνες. Ήταν μεικτές εθνικά. Υπήρχαν μεικτές παρέες από Έλληνες και αρβανίτες, Έλληνες αρβανίτες και Τούρκους, Έλληνες - Αρβανίτες και Βούλγαρους".

"Τα κλέφτικα υπέστησαν τη μεγαλύτερη νόθευση"

Στα τραγούδια διαπιστώνεται ότι στο στόχαστρο των στίχων δεν έμπαιναν τόσο οι Τούρκοι, αλλά "οι κοτζαμπάσηδες και τα μοναστήρια. Δεν ήταν μόνο οι Φαναριώτες στην Κωνσταντινούπολη / Ινσταμπούλ που διεκπεραίωναν τα σχέδια των σουλτάνων εξαπλωμένοι σε όλη την Ελλάδα, αλλά και οι υποτακτικοί της εξουσίας. Υπήρχε το ίδιο μίσος προς δημογέροντες και Τούρκους".

"Τα κλέφτικα τραγούδια υπέστησαν τη μεγαλύτερη νόθευση" υπογράμμισε ο Π. Μπουκάλας. Ο λόγος είναι ότι αποτελούν "τα πιο ευαίσθητα τραγούδια ως προς το εθνικό μας θέμα. Έτσι κι αλλιώς τα δημοτικά υπέστησαν πολλών ειδών νοθεύσεις. Τα κλέφτικα συγκέντρωσαν την προσπάθεια και ανησυχία των διορθωτών να τα εξελληνίσουν και να τα καθωσπρεπίσουν γλωσσικά ως προς το περιεχόμενό τους".

Ο Νικόλαος Πολίτης (1852-1921), αλλά και ο μαθητής του Στίλπων Κυριακίδης είναι δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις λαογράφων που αναδημοσίευαν νοθευμένα δημοτικά τραγούδια παράγοντας εξιδανικεύσεις και ιδεολογήματα περί ηρωικής επανάστασης και εθνικής παλιγγενεσίας. Σε τεχνικό επίπεδο ο Ν. Πολίτης "χρησιμοποιούσε αθροιστικές μεθόδους", αυξάνοντας τις επαναλήψεις στους στίχους, με αποτέλεσμα "να δίνει μια εικόνα πλατειασμού". Αλλού πάλι παρέλειπε σκόπιμα στίχους.

Πώς φτιάχνονταν

Κάποιος λίγο περισσότερο γραμματισμένος, εμπνεόμενος από κάποιον έρωτα ή μάχη, αξιοποιούσε κάποιο από τα μοτίβα που είχαν δημιουργηθεί και έφτιαχνε ένα τραγούδι, χωρίς να θέτει φυσικά ζήτημα πνευματικών δικαιωμάτων. Η ανωνυμία ήταν βασικό χαρακτηριστικό του δημοτικού τραγουδιού. Στη συνέχεια το τραγούδι ακουγόταν στο καφενείο ή στο πανηγύρι και, αν εγκρινόταν, προτεινόταν στο επόμενο πανηγύρι και στο επόμενο χωριό, με αποτέλεσμα "να φτάνει να ζωντανεύει στα χείλη των πολλών".

Στον στίχο χρησιμοποιούνται το ρήμα και το ουσιαστικό. "Το επίθετο και το επίρρημα περιττεύουν". "Ένας γνήσιος δημοτικός τραγουδιστής δεν θα αποδεχόταν τον στίχο 'ηρωικά κορμιά' που χρησιμοποιεί ο Μακρυγιάννης όταν προσπαθεί να φτιάξει δημοτικό".

Άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα των δημοτικών και ειδικότερα του κλέφτικου τραγουδιού είναι πως πρόκειται "για μια στιγμή. Ο στίχος δεν απλώνεται στον χρόνο. Δεν θα παρακολουθήσεις τον βίο κάποιου, ένα γεγονός μπορεί, αν είναι μάχη". Μία στιγμή που συνηθιζόταν να μεταφέρεται σε τραγούδια ήταν η προθανάτια, όπου ο πρωταγωνιστής "έχει βασική έγνοια να μην του κόψουν το κεφάλι και το πάρουν οι Τούρκοι. Είναι η έσχατη διαπόμπευση και την υιοθετούν όλοι".

Οι πρακτικές διαπόμπευσης ήταν δύο κυρίως: είτε να κόψουν το κεφάλι και να το κρεμάσουν από έναν στύλο σε κοινή θέα είτε να φτιάξουν πυραμίδες από μαζεμένα κομμένα κεφάλια. "Στη μάχη της Αράχωβας το είχε κάνει ο Καραϊσκάκης. Το μετάνιωσε μάλλον μετά, αλλά όχι πολύ. Το είχαν κάνει και οι Τούρκοι αρκετές φορές".

"Μειώνουν την εικόνα που θα έπρεπε να έχουμε"

"Μας μειώνουν την εικόνα που θα έπρεπε να έχουμε για τα κλέφτικα. Στα τραγούδια βλέπεις και τη φιλοδοξία για κοινωνική άνοδο και τον κυνισμό της επιβίωσης. Δεν ήταν όλοι οι Έλληνες με ένα σπαθί στο χέρι" σημείωσε ο Π. Μπουκάλας. Για παράδειγμα στο τραγούδι "Λελούδω" εμφανίζεται μια ιστορία που πάει κόντρα στο.. εθνικό αίσθημα, όπου μια κοπέλα αναπτύσσει ερωτικές σχέσεις με τον Τούρκο μυλωνά.

Σε μια άλλη περίπτωση δημοτικού, "ένα τραγούδι με πολύ μεγάλο καημό, η σκλαβωμένη Ελληνοπούλα καταριέται τα θεία διότι αισθάνεται προδομένη". Το τραγούδι διαδόθηκε σε πολλές περιοχές και πατούσε στη σκλαβιά, που σε κάποια μέρη έφτανε ακόμη και τους πέντε και πεντέμισι αιώνες. Οπότε ήταν λογική η απελπισία και η αίσθηση εγκατάλειψης.

Λέει ένας στίχος: "Ποιος είδε τέτοιον Άγιο σαν τον Άι Γιώργη; Άγιε μ' Αγιονορείτη μου, και να παντερημιάσεις, παπάς να μη σε λειτουργά, να πέσεις να χαλάσεις".

Σε έρευνά του το 2006 ο καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Γιώργος Κοντογιώργης σημείωνε: "Οι θεοί στο δημοτικό τραγούδι δεν είναι πανάγαθοι, πάνσοφοι, παντογνώστες, παντοδύναμοι, ούτε δίκαιοι. Ως μέρος της δημιουργίας, εμφανίζονται να διαλέγονται ακατάπαυστα με τους ανθρώπους, ενώ οι τελευταίοι τούς ασκούν αυστηρή κριτική για τα κακώς κείμενα, τους εγκαλούν για αδικίες κ.ά.".

Διευκρινίζει μεν ότι "στο δημοτικό τραγούδι δεν απουσιάζει το χριστιανικό θρησκευτικό βίωμα", ωστόσο απουσιάζει "το χριστιανικό δόγμα". "Η αντιπαράθεση της δημοτικής ιδέας της δικαιοσύνης με τη φυσική ή την κοινωνική τάξη γίνεται αποκλειστικά με γνώμονα ένα ρηξικέλευθο ανθρωποκεντρικό πρόταγμα".

 

"Δεν συναντάμε το όνομα Έλληνας"

Το όνομα Έλληνας είχε συνδεθεί αρνητικά ως όρος για πολλά χρόνια. Έλληνες θεωρούνταν εκείνοι που ήταν παγανιστές και ειδωλολάτρες. Οι μη χριστιανοί. "Μέσα στα χρόνια της επανάστασης η λογιοσύνη ξανασκέφτηκε τι είμαστε". Στα δημοτικά τραγούδια "δεν συναντάμε τις λέξεις Έλληνας και πατρίδα, δεν τις έχουμε. Χρησιμοποιούνται μέσα στην επανάσταση σε δύο τραγούδια που ανασυνθέτει ο Μακρυγιάννης".

Ένας άλλος καπετάνιος που έφτιαχνε δημοτικά τραγούδια ήταν ο Θοδωράκης Γρίβας: "Έφτιαξε μόνος του ένα τραγούδι το οποίο δημοσιεύτηκε το 1853 σε συλλογή στη Λειψία. Είχε διασωθεί από τον Γερμανό καθηγητή Ούλριχ, που δίδασκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και προξένησε το ενδιαφέρον των Ελλήνων λογίων".

Άλλος γνωστός καπετάνιος ήταν ο Παναγιώτης Κάλας, Δημητσανίτης και ευρύτερα γνωστός με το όνομα Τσοπανάκος. "Ήταν δύσμορφος, καμπούρης, αλλά τον αγαπούσαν όλοι. Όταν του είχε κάνει δώρο ο Νικηταράς ένα άλογο κολοβό, είχε φτιάξει στίχο: 'Το δώρο σου Νικηταρά άλογο χωρίς ουρά, ή μου στέλνεις και κριθάρι ή σου στέλνω το τομάρι'".

"Ο Τσοπανάκος, που είχε μια μικρή έστω παιδεία, κάνει αναφορά στον Λεωνίδα και τον Μιλτιάδη. Αυτά όμως δεν έλεγαν πολλά στους στρατιώτες. Τι θα μπορούσε να τους πει ο Ερμής του Πραξιτέλη; Γι' αυτό τα απλά του τραγούδια, όπως εκείνο για τον Νικηταρά, ήταν που διαδόθηκαν και έγιναν δημοτικά".

Καταλήγοντας ο Π. Μπουκάλας υπογράμμισε ότι χάρη στην έκδοση των δημοτικών τραγουδιών αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για την Ελλάδα από ανθρώπους και δυνάμεις στο εξωτερικό. "Εν ονόματι της ελευθερίας των νέων Ελλήνων και όχι των αγαλμάτων" δημιουργήθηκε κύμα φιλελλήνων που στήριξε τη χώρα.

Το συκοφαντημένο σήμερα δημοτικό τραγούδι, που καπηλεύεται ο εθνικιστικός λόγος, αποτέλεσε τότε ένα σημαντικό δείγμα γραφής νέου πολιτισμού, σε σημείο που θεωρήθηκε λόγος να στηριχθούν οι Έλληνες όχι μόνο για το λαμπρό παρελθόν τους, αλλά και για το παρόν. Πλάι στον αρχαίο πολιτισμό έμπαινε ο νεοελληνικός, που εκφραζόταν από τον απλό κόσμο και τη μουσική του.

Σήμερα η εικόνα για το δημοτικό τραγούδι παραμένει θολή. Το ακούμε με "μαγειρέματα" και αλλοιώσεις που ενισχύουν τον εθνικισμό. Η κατάχρηση και η πολιτική του εκμετάλλευση δεν οδηγεί πουθενά μακρύτερα όμως από την ακύρωση και απαξίωσή του.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Αφήστε, κ. Μητσοτάκη

Πραγματικά εντυπωσίασε ο Κυριάκος Μητσοτάκης με όσα δήλωσε στη Βουλή εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ. Παραπονέθηκε ότι, ενώ βρισκόταν απέναντι στον Τούρκο Πρόεδρο, ο Αλ. Τσίπρας έκανε απρεπείς δηλώσεις εις βάρος του.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο