Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Η βία της ιστορίας

ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

 

ΕΝΤΟΥΑΡ ΛΟΥΙ, Ιστορία της βίας, μετάφραση: Στέλλα Ζουμπουλάκη, εκδόσεις Αντίποδες, σελ. 212 [Édouard Louis, Histoire de la violence, Éditions du Seuil, Paris, 2016]

 

Τη στιγμή που η πνευματική αγορά έχει ήδη αρχίσει να καταπίνει τον Εντουάρ Λουί, αναρωτιέμαι αν προλαβαίνουμε να διασώσουμε κάτι από την ορμητικότητα του εγχειρήματός του, πριν απορροφηθεί από τη μαζική κουλτούρα και τη γραμματολογία. Συγκαταλέγεται ήδη στους σημαντικότερους νέους συγγραφείς σήμερα παγκοσμίως και θεωρείται ότι ανανέωσε ένα ολόκληρο είδος, το είδος της (αυτο)βιογραφίας· ίσως επειδή κλείνοντας, με το Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπέλγκελ,1 σε ηλικία είκοσι ενός ετών, τους λογαριασμούς του με το πραγματικό του ονοματεπώνυμο και τον παλιό του εαυτό, έθετε θεμελιώδη ερωτήματα, τα οποία είτε είχαν ξεθωριάσει μέσα στον κυκεώνα των βιβλίων και των φιλολογικών συζητήσεων είτε κανείς δεν τολμούσε να ξεστομίσει: Ποια είναι η αξία της λογοτεχνίας; Ποιος είναι ο στόχος και ποιες οι χρήσεις της; Πώς μπορεί η λογοτεχνία να αντισταθεί, να αντικρούσει, να φωνάξει, να λυτρώσει;

Ο Εντουάρ Λουί, που ήρθε στη λογοτεχνία από τη διττή επιθυμία να κατανοήσει το παρελθόν του στη φτωχή, μίζερη και ανύπαρκτη για το Παρίσι γαλλική επαρχία του Βορρά και (έτσι) να γλιτώσει από αυτό, μας υπενθύμισε ότι η (καλή) λογοτεχνία γράφεται, όταν έχει κανείς την ανάγκη να πει κάτι ή/και να πάει κόντρα σε κάτι - συχνά, στην ίδια τη λογοτεχνία: «Οι συγγραφείς που διάβαζα τότε με ώθησαν να γράψω κόντρα στη λογοτεχνία», λέει σε μία από τις συνεντεύξεις του.2 Ο Λουί γράφει κόντρα στη λογοτεχνία των τελευταίων δεκαετιών, η οποία στο πλαίσιο μιας συντηρητικής επανάστασης και στον απόηχο της μοντερνιστικής ομφαλοσκόπησης και της μεταμοντερνιστικής σχετικότητας αγνόησε τις πραγματικότητες γύρω της· κόντρα - για μια ακόμη φορά στα γαλλικά γράμματα - σε μια λογοτεχνία που έμοιαζε να εκπροσωπεί την μπουρζουαζία, αγνοώντας τις λαϊκές τάξεις και περιθωριοποιώντας τη διαφορετικότητα· κόντρα στην άρχουσα τάξη την ίδια: «Δεν ήθελα να ανοίξω διάλογο με την άρχουσα τάξη, ήθελα να την πολεμήσω».3

Ο Εντουάρ Λουί άρχισε να γράφει, επειδή ήταν θυμωμένος.4 Και επειδή ο θυμός και το σκληρό βίωμα τείνουν να παραγκωνίζουν τη φαντασία και τη μυθοπλασία, ένιωθε ότι, βγαίνοντας από μια τραυματισμένη εφηβεία, θα ήταν ντροπή να γράψει ένα μυθιστόρημα με επινοημένη ιστορία και πλοκή - ότι έπρεπε να γράψει κόντρα στην παράδοση τoυ μυθοπλαστικού λόγου.5

Η «λογοτεχνία της αντιπαράθεσης» που (επαν)ιδρύει ο Εντουάρ Λουί έχει ξεκάθαρο πολιτικό πρόσημο, όχι μόνο επειδή πολιτικοποιεί τη διαφορετικότητα, αντικρούοντας την τρέχουσα αστική ιδεολογία, αλλά και επειδή προσπαθεί «να αποτυπώσει, να ανασυστήσει τις αντικειμενικές πραγματικότητες» και να «εμποδίσει τους ανθρώπους να αποστρέψουν το βλέμμα τους από την αλήθεια».6 Αν κρίνουμε από τη μεγάλη απήχηση των βιβλίων του, τα οποία αναπαριστούν, ουσιαστικά, την «ιστορία της βίας», τόσο αυτής που υφίστανται οι λαϊκές τάξεις, με τη μορφή της περιθωριοποίησης και της εξαθλίωσης, όσο και αυτής που ασκούν οι λαϊκές τάξεις εναντίον όσων αποκλίνουν από τη νόρμα (των ξένων, των αλλόθρησκων, των ομοφυλόφιλων, των διαφορετικών), η λογοτεχνία είχε ανάγκη αυτή τη στροφή προς το πραγματικό βίωμα, προς τα πραγματικά προβλήματα πραγματικών ανθρώπων, θυμάτων της βίας. «Η βία ήταν το πρώτο πτυχίο μου, κατά κάποιον τρόπο», λέει ο Εντουάρ Λουί, «και γι’ αυτούς τους ανθρώπους γράφω, που γεννήθηκαν μέσα στη βία, που τους αποκαλούν ‘πούστηδες’, ‘αράπηδες’, ‘Εβραίους’, γράφω για γυναίκες, για φτωχούς».7

Ιστορία της βίας είναι ο τίτλος του δεύτερου βιβλίου του Εντουάρ Λουί, όπου αφηγείται την τραυματική ιστορία της βίαιης, με δολοφονική πρόθεση, επίθεσης που δέχτηκε και του βιασμού του μέσα στο διαμέρισμά του στο Παρίσι από έναν νεαρό Αλγερινό, ονόματι Ρεντά, τον οποίο γνώρισε τυχαία στον δρόμο και με τον οποίο πέρασε τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων. Στο Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ η βία παρουσιάζεται ως μόνιμη επικρεμάμενη απειλή στη ζωή του συγγραφέα-αφηγητή, ως διαφορετικού αγοριού στη φάση συνειδητοποίησης της ομοφυλοφιλίας του, και ως τρόπος ζωής του αντρών, μέθοδος εκτόνωσης και έκφραση παραβατικότητας ή και εκδικητικότητας στο φτωχό και μίζερο περιβάλλον του χωριού του - ως αποκύημα, σε τελική ανάλυση, της οικονομικής και κοινωνικής υποβάθμισης. Τα δύο αυτά βιβλία, λοιπόν, συνθέτουν, μαζί με το τρίτο, Ποιος σκότωσε τον πατέρα μου;,8 του οποίου η ελληνική μετάφραση πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα, μια αυτοβιογραφική τριλογία όπου αποτυπώνονται η γένεση και οι συνέπειες της βίας - σωματικής, ψυχολογικής και κοινωνικής.

Στην Ιστορία της βίας ο αφηγητής υφίσταται σωματική βία και ταπείνωση από έναν εκπρόσωπο των μειονοτήτων, των περιθωριακών, αυτών στους οποίους θέλει να δώσει φωνή στα βιβλία του, τοποθετώντας τους στο ρόλο του θύματος· το θύμα γίνεται θύτης, επιβεβαιώνοντας, θα έλεγε κανείς, τις ρατσιστικές προκαταλήψεις του πατέρα του και, γενικότερα, της επαρχιακής κοινωνίας από την οποία προέρχεται ο ίδιος. Έτσι, το τραύμα είναι διπλό για τον συγγραφέα-αφηγητή: βρίσκεται αντιμέτωπος τόσο με το ίδιο το βίαιο γεγονός όσο και με τις μισαλλόδοξες, ξενοφοβικές και ομοφοβικές αντιλήψεις ενός ακραία συντηρητικού περιβάλλοντος, όπως είναι αυτό του χωριού του, λόγω των οποίων υπέφερε και ο ίδιος την εποχή που διαπίστωνε τη διαφορετικότητά του. Κάτω από τη βία αυτής της ιστορίας θα καταρρεύσει το αφήγημα πάνω στο οποίο στήριξε τη νέα του ζωή ο συγγραφέας και θα συνθλιβεί ο αφηγητής.

Στο δεύτερο βιβλίο του ο Εντουάρ Λουί αφηγείται την «ιστορία της βίας» από δύο οπτικές, μία προσωπική και μία συλλογική, και σε δύο άξονες: τον άξονα του τραύματος, που αφορά το ίδιο το γεγονός, και τον άξονα της ανάλυσης, που αφορά τη γενεαλογία της βίας ως κοινωνικού φαινομένου. Ο συνδυασμός των δύο αξόνων και των δύο οπτικών δεν επιτρέπει στην αφήγηση να παρεκτραπεί, διολισθαίνοντας προς την κατεύθυνση της καταγγελίας, της μνησικακίας, της αυτολύπησης ή της στείρας αντιπαράθεσης. Κάτω από τη συγκρουσιακή επιφάνεια, όπου επικρατούν οι αντιθέσεις και οι διαφορές, το έδαφος δηλαδή της απόκλισης - αφετηρία συχνά της βίας -, διακρίνεται ένα υπόστρωμα συγκλίσεων και ομοιοτήτων, που ανάγονται στην κοινή μοίρα των ανθρώπων σε υποβάθμισμένα και υπανάπτυκτα περιβάλλοντα, κάτω από συνθήκες ακραίας φτώχειας, έλλειψης προοπτικών, λειψής παιδείας, περιθωριοποίησης και υποτίμησης ή εν μέσω κοινωνικών και έμφυλων προκαταλήψεων, που συμπιέζουν το διαφορετικό μέσα στα καλούπια της κανονικότητας.

Έτσι, στην Ιστορία της βίας ο αφηγητής δεν παύει να συγκρίνει, έμμεσα ή άμεσα, δύο κατηγορίες ανθρώπων που τις χωρίζει συνήθως η λογική της απόρριψης του Άλλου: τους «ξένους» (Άραβες, Αλγερινούς, Αφρικανούς), από τη μια, και τους «κανονικούς» Γάλλους, από την άλλη. Μέσα από τη σύγκριση λόγου χάριν της ζωής του πατέρα του Ρεντά (οικονομικού μετανάστη) και του δικού του πατέρα (φτωχού βιοπαλαιστή), ή του Ρεντά του ίδιου με τον εξίσου παραβατικό και βίαιο αδελφό και τον ξάδελφό του,9 ο συγγραφέας-αφηγητής διακρίνει συγκλίσεις και ομοιότητες, υπονοώντας ότι οι κοινωνικές συνθήκες είναι εκείνες που καθορίζουν τη συμπεριφορά, τα βιώματα και τα τραύματα, τον χαρακτήρα, τελικά, ενός ανθρώπου και όχι κάποια έμφυτα ή και επίκτητα ατομικά χαρακτηριστικά που σχετίζονται με τη φυλή, την κουλτούρα ή τη θρησκεία. Καθώς λοιπόν επεξεργάζεται εκ των υστέρων την τραυματική εμπειρία του, ο αφηγητής αφιερώνει έναν από τους άξονες της αφήγησης στην προσπάθεια κατανόησης της βίας ως κοινωνικού φαινομένου, αντιστρέφοντας τη λογική της μισαλλοδοξίας και των διαχωρισμών.

Στο πλαίσιο αυτό, η πιο εντυπωσιακή σύγκλιση είναι μεταξύ του θύτη και του θύματος της βίαιης ιστορίας, του Ρεντά και του Εντουάρ (υποθέτοντας ότι το όνομα του πρώτου είναι επινοημένο, δεν μπορούμε να παρακούσουμε την ηχητική ομοιότητα των δύο ονομάτων). Εκτός από την ομοφυλοφιλία και τις εμπειρίες που συνδέονται με αυτήν, οι δύο πρωταγωνιστές του δράματος μοιράζονται και το στοιχείο της παραβατικότητας σε συμφραζόμενα φτώχειας και υποβαθμισμένου κοινωνικού περιβάλλοντος.10 Και ο Εντουάρ υπήρξε κλεφτρόνι, κάτω από την πίεση της ομάδας των αγοριών του χωριού και των έμφυλων στερεοτύπων, που επιβάλλουν συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς· κι αυτός μεγάλωσε μέσα σε μια φτωχή λαϊκή οικογένεια, χωρίς μόρφωση, η οποία πάσχιζε να επιβιώσει, όπως και οι ξένοι, οι μετανάστες ή οι πρόσφυγες. Σε ένα κείμενο που δομείται στη βάση των διαλογικών αντιπαραθέσεων φωνών και λόγων και όχι του μονολόγου ενός μονοφωνικού αφηγητή, και στο πλαίσιο της μετατόπισης ή διαμεσολάβησης της αφήγησης υπό την πίεση του τραύματος, η στρατηγική σύγκλιση Ρεντά-Εντουάρ γίνεται μέσα από τον λόγο της αδελφής του δεύτερου, σε τόνο ειρωνικό και περιπαικτικό:

Και γι’ αυτό κατά τη γνώμη μου θα ήταν καλύτερο να τα διηγηθεί όλα αυτά στον Ρεντά για να τον καθησυχάσει. [...] Και ίσως τα πράγματα θα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά. Θα είχε καταλάβει πως ο Εντουάρ δεν ήταν και τόσο διαφορετικός από κείνον. [...] Με πιάνουν τα γέλια. Ο Εντουάρ φοράει μια μάσκα και παίζει τόσο καλά το ρόλο του που στο τέλος εκείνοι που του μοιάζουν του επιτίθενται επειδή νομίζουν πως ανήκει στο αντίπαλο στρατόπεδο. (113)

Αν όμως το δεύτερο βιβλίο του Εντουάρ Λουί αφηγείται την ιστορία της βίας, με την έννοια της γενεαλογίας της βίας, της κατανόησης δηλαδή του μηχανισμού ανακύκλωσης, αναπαραγωγής και διαιώνισής της, από μία άλλη οπτική, ενσωματώνει, αντιστρόφως, τη βία της ιστορίας: τη βία που ασκεί η τραυματική ιστορία αφενός πάνω στον αφηγητή-θύμα, σε θεματικό επίπεδο, αφετέρου πάνω στην αφήγηση, σε επίπεδο τεχνικής. Η ιστορία επιβάλλει βίαια τη λογική της στη ζωή του αφηγητή, στη στάση του απέναντι στον εαυτό του και τους άλλους, αλλά και στην αφήγηση την ίδια· επιβάλλει, σε τελική ανάλυση, την αμφιταλάντευση, τη σύγκρουση μάλλον, ανάμεσα στην επιθυμία αφήγησης και την αδυναμία αφήγησης του Γεγονότος - σχεδόν ακυρώνει το θύμα τόσο ως υποκείμενο όσο και ως αφηγητή.

Στην Ιστορία της βίας η ιστορία, το Γεγονός, πιέζει με αφόρητα βίαιο τρόπο το θύμα, του στερεί τη γλώσσα και την ταυτότητα, όπως προοικονομείται στη σκηνή του στραγγαλισμού με το κασκόλ: «... αν η γλώσσα είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανθρώπου, τότε λοιπόν αυτά τα πενήντα δευτερόλεπτα που με σκότωνε δεν ξέρω πια τι ήμουν» (121)· τον αδειάζει από τον χρόνο, σταματά την καθημερινότητά του («Τώρα πια δεν έχω τίποτα να κάνω. Τώρα δεν ξέρεις καν τι να κάνεις με τον εαυτό σου»11), ενώ ταυτοχρόνως ακινητοποιεί τον χρόνο, μετατρέποντας τη μέρα σε μια ατελείωτη σειρά άσκοπων πράξεων και κινήσεων, που μόνο στόχο έχουν να σκοτώσουν την ώρα.12

Κυρίως όμως η ιστορία εξωθεί τον αφηγητή-θύμα εκτός του εαυτού του, είτε επιβάλλοντάς του τη σωματική εξομοίωση με το τραυματικό γεγονός μέσα από την παραμέληση της καθαριότητας και της εμφάνισής του («Θέλω να είμαι όμοιος με την κατάστασή μου, θέλω να είμαι απωθητικός όσο και η ιστορία μου»13) είτε εξορίζοντάς τον βίαια από τον εαυτό του: δεν τον σπρώχνει μόνο στο αποστασιοποιημένο πεδίο της τριτοπρόσωπης αφήγησης, διακόπτοντας την αμεσότητα της πρωτοπρόσωπης,14 αλλά και τον μεταμορφώνει σε έναν άλλον, κυριολεκτικά αγνώριστο άνθρωπο, τον αναγκάζει να ταυτιστεί με τους «άλλους», τους ρατσιστές, τους πολλούς, που βλέπουν τους ξένους με καχυποψία: «... ήμουν οι άλλοι, γινόμουν ακριβώς αυτό που δεν πίστευα ποτέ πως θα γίνω» (202)· η ιστορία εγκαθιστά μέσα στο θύμα έναν αρνητικό σωσία, έναν σφετεριστή της ύπαρξής του: «Ένας δεύτερος άνθρωπος εγκαταστάθηκε στο σώμα μου» (202).

Η ιστορία επιβάλλει τη δική της γλώσσα, τη δική της σημασιολογία, εγκαθιστά μια διαστρεβλωμένη πραγματικότητα, παραμορφώνοντας τα δεδομένα, εξαλείφοντας τις διαφορές και εξομοιώνοντας τα ανόμοια, σε μια διαδικασία βίαιης ισοπέδωσης και ομογενοποίησης:

... οι λέξεις άλλαζαν νόημα, ένα είδος κωδικοποιημένης γλώσσας μιλούσε μόνη της αντί για μας, με ρώτησε τι ήθελα να φάμε και ξαφνικά η λέξη γεύμα σήμαινε κασκόλ, ζήτησε από τον οδηγό του ταξί να δυναμώσει το ραδιόφωνο και μουσική σήμαινε όπλο, Ντιντιέ σήμαινε Ρεντά. (171)

Στο πλαίσιο αυτής της παραμορφωτικής ισοπέδωσης, της λογικής της ιστορίας, η οποία εκδηλώνεται ως εμμονική προσκόλληση στο βίαιο Γεγονός, ο αφηγητής ταυτίζει ακόμη και τους φίλους του, τον Ντιντιέ και τον Ζοφρουά, οι οποίοι του συμπαραστέκονται και επιθυμούν να τον βοηθήσουν, με τον Ρεντά - «Είναι ο Ρεντά» (176) -, ενώ βιώνει την παρότρυνσή τους να εκθέσει την ιστορία του στον λόγο και τη λογική του νόμου (καταθέτοντας μήνυση) ως εξαναγκασμό και ως συμβολικό στραγγαλισμό ή βιασμό, αφού ισοδυναμεί με στέρηση της ελευθερίας του:

Είναι ο Ρεντά, είναι ο Ρεντά, αν ο Ρεντά εκείνο το βράδυ σου στέρησε τη δυνατότητα των κινήσεων, αν αυτό που σου πήρε ο Ρεντά για μία ώρα είναι η επιλογή, η επιλογή των κινήσεών σου, η επιλογή για το σώμα σου, λοιπόν σου κάνουν ακριβώς το ίδιο πράγμα, και όπως και τον Ρεντά τους ικετεύεις να σταματήσουν αλλά δε σταματάνε, σε στραγγαλίζουν, σε πνίγουν κι εσύ τους ικετεύεις να σταματήσουν αλλά δεν σταματάνε. (177)

Και λίγο παρακάτω:

... ο Ζοφρουά άρχιζε κι αυτός, μου έκανε επίθεση, με έκανε να πνίγομαι κάτω από το βάρος αυτής της ιστορίας που δεν ήθελα να είναι η ιστορία μου (177).

Πώς μπορεί λοιπόν να αφηγηθεί κάποιος μια ιστορία τόσο τραυματική, που αλλοιώνει το υποκείμενο, παραμορφώνει την πραγματικότητα, θολώνει τη διαφορά μεταξύ αλήθειας και ψευδαίσθησης, αντιστρέφει τα πράγματα - μια ιστορία τόσο τραυματική που δεν θέλει καν να είναι δική του («Είχα την αίσθηση πως ήμουν ο κομπάρσος σε μια ιστορία που δεν ήταν η δική μου»15); Πώς χειρίζεται ο αυτοβιογραφικός λόγος τη διαδικασία της απώθησης;

Στην Ιστορία της βίας το Γεγονός (η Ιστορία) εκτοπίζει τον πρωταγωνιστή-θύμα, εκτρέπει βίαια την αφήγηση, τη διασκορπίζει, την κατακερματίζει, την αναγκάζει να φιλτράρεται και να ξαναφιλτράρεται μέσα από τους λόγους άλλων, όπως και η πραγματικότητα, όπως και η αλήθεια, σε ένα πεδίο διαλογικής αντιπαράθεσης. Η αφήγηση εκτρέπεται από τον λόγο του αφηγητή-θύματος προς άλλους λόγους (τον λόγο της αστυνομίας, τον ιατρικό λόγο, τον λόγο του κοινωνικού κομφορμισμού, του επαρχιωτισμού, της ξενοφοβίας, της ομοφοβίας), διοχετεύεται σε αλλότρια κανάλια και ξένους κώδικες, όπου διαποτίζεται από αλλότριες ιδεολογίες και στάσεις ζωής, περνάει μέσα από το φακό του παρελθόντος, των εμμονών και των προκαταλήψεων άλλων χώρων και εκτροχιάζεται ή διαμελίζεται, χάνει την ενότητα και τη συνοχή της, γίνεται όργανο, εργαλείο στα χέρια δυνάμεων ξένων προς τη δυναμική της συνάντησης μεταξύ Εντουάρ και Ρεντά.

Πάνω σε αυτήν την διελκυστίνδα αποκλεισμού από και συμπερίληψης στην (τραυματική) ιστορία, καταβύθισης στην ιστορία και αποστασιοποίησης από αυτήν, παίζεται το παιχνίδι του αυτοβιογραφικού λόγου:

Εκείνο το βράδυ δεν καταλάβαινα πώς ήταν δυνατόν να μη μου ανήκει πια η αφήγησή μου (δηλαδή πώς είχα αυτομάτως αποκλειστεί από την ίδια μου την ιστορία και την ίδια στιγμή είχα συμπεριληφθεί βίαια σ’ αυτήν, καθώς με ανάγκαζαν να μιλάω γι’ αυτήν, ξανά και ξανά· δεν καταλάβαινα πως η συμπερίληψη είναι η προϋπόθεση του αποκλεισμού, ότι είναι ένα και το αυτό, και ακόμη ότι, ίσως, ο αποκλεισμός προηγείται της συμπερίληψης, τουλάχιστον έτσι όπως ο αποκλεισμός μου αποκαλυπτόταν καθ’ εαυτόν, πρώτος στη σειρά της συνείδησής μου, ως πεπρωμένο στο οποίο συμπεριλαμβανόμουν, ως η ιστορία από την οποία δεν είχα πια το δικαίωμα να αποσπάσω τον εαυτό μου. (51)

Από την άποψη της αφηγηματική τεχνικής, η ιστορία εκτοπίζει εν μέρει τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή από τον ρόλο του, αναθέτοντας την αφήγηση στην αδελφή του, η οποία εξιστορεί το γεγονός στον βουβό, καθ’ όλη διάρκεια της εξιστόρησης, σύζυγό της, ενώ ο ίδιος ο Εντουάρ κρυφακούει. Έτσι, ο αφηγητής-συγγραφέας-θύμα μετατρέπεται σε ωτακουστή της ιστορίας του, σε ακροατή μιας αφήγησης που υιοθετεί εν πολλοίς τα στερεότυπα περί ομοφυλόφιλων, ξένων, μορφωμένων, «κουλτουριάριδων», εκφράζοντας την «ηθική της τιμιότητας» (101) μέσω μιας επαρχιώτικης ρητορικής περί κανονικότητας. Καθώς η αδελφή του διηγείται τη δική του ιστορία με έναν τρόπο που εξαλείφει κάθε ιδιαιτερότητα, αναπαράγοντας προκαταλήψεις και εφαρμόζοντας έτοιμα σχήματα, εντάσσοντας μάλιστα το πρόσφατο «πάθημα» του αδελφού της στο δικό της αφήγημα για τη διαφορετικότητά του και κάνοντας αναδρομές στο παρελθόν του στο χωριό, ο αφηγητής παρεμβαίνει υπογείως, με παρενθετικά σχόλια, σε πλάγια στοιχεία, που υπονομεύουν ως επί το πλείστον τα λεγόμενά της από την δική του οπτική γωνία.16

Το τέχνασμα της διαμεσολαβημένης ή λοξής αφήγησης, το οποίο εφαρμόζεται μεν πρωτίστως και έκδηλα στην τριτοπρόσωπη «παραμόρφωση» της ιστορίας μέσα από τον φακό της «ηθικής της τιμιότητας» και του επαρχιώτικου καθωσπρεπισμού που εκπροσωπεί η αδελφή, αλλά στην πραγματικότητα διατρέχει όλο το κείμενο, εφιστά την προσοχή του αναγνώστη στην αναπόφευκτα υποκειμενική, διαλογική και σχετική φύση της αλήθειας. Για τον αυτοβιογραφικό λόγο, γενικά, ιδίως όταν έχει να χειριστεί ένα τραυματικό γεγονός, το οποίο αγγίζει την ουσία της ταυτότητας και αποκαλύπτει τις παγίδες της ταύτισης, αυτό σημαίνει ότι η αλήθεια του εγώ είναι καταδικασμένη να διαθλάται μέσα από τις αλήθειες των άλλων, ότι το εγώ συγκροτείται αναπόδραστα μέσα από την επιτέλεση (ή, αλλιώς, μάσκες, προσωπεία, ταυτίσεις και απωθήσεις, συγκλίσεις και αποκλίσεις) και μέσα από τη ματιά και τους λόγους των άλλων.

Η τραυματική ιστορία είναι αναγκαστικά πληθυντική· ο άφατος όμως πυρήνας της, το πολυσήμαντο και φευγαλέο της αποτύπωμα στον ψυχισμό του θύματος, φθείρεται, χάνεται, διαβρώνεται, ισοπεδώνεται, όταν εισάγεται στον άλλο λόγο. Ο αλλότριος λόγος της εξουσίας και του νόμου (της αστυνομίας) λόγου χάριν αντιμετωπίζει τον Ρεντά και τις πράξεις του στο πλαίσιο ενός εν πολλοίς ρατσιστικού κώδικα, με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται όχι μόνο η αφήγηση του αφηγητή-θύματος αλλά και η ίδια η μνήμη:

Δεν αναγνώριζα πια αυτά που έλεγα. Δεν αναγνώριζα πια τις ίδιες μου τις αναμνήσεις όταν τις αφηγούμουν [...] δεν αναγνώριζα πια αυτά που είχα ζήσει με τη μορφή που εκείνοι είχαν επιβάλει στην αφήγησή μου, έχανα τον εαυτό μου [...] καταλάβαινα πως υπήρχαν ορισμένες σκηνές, ορισμένα πράγματα που δεν θα έπρεπε να πω αν ήθελα να τα θυμάμαι για πάντα, πως δεν μπορούμε να θυμόμαστε παρά ξεχνώντας, και πως αν οι αστυνομικοί με πίεζαν να θυμηθώ αυτά τα πράγματα τότε ήταν που θα ξεχνούσα τα πάντα. (93)

Επιπλέον, η τεχνική της διαμεσολαβημένης αφήγησης εκφράζει την αδυναμία του αφηγητή να νοηματοδοτήσει την ιστορία του ή, με άλλα λόγια, την αντίσταση του αφηγητή στην ιστορία του, την απροθυμία του να την ιδιοποιηθεί, επειδή το τραύμα παραμένει πάντα και εξ ορισμού διπλανό, ανείπωτο και μη αφηγήσιμο, επειδή η τραυματική ιστορία εξανεμίζεται στον τόπο της μη αφήγησης, που ορίζεται από τη δυναμική της απώθησης: έλκει και απωθεί, είναι ταυτοχρόνως το πιο οικείο και το πιο ανοίκειο βίωμα, ανήκει και δεν ανήκει στο τραυματικό υποκείμενο, που διολισθαίνει στη θέση του αντικειμένου:

Δε θα μπορέσει ποτέ να καταλάβει πως η ιστορία μου είναι ταυτόχρονα αυτό απ’ το οποίο κρατιέμαι περισσότερο και αυτό που μου φαίνεται το πιο μακρινό και το πιο ξένο προς αυτό που είμαι, τη σφίγγω με όλες μου τις δυνάμεις στο στήθος μου από φόβο πως θα έρθουν να μου την πάρουν αλλά ταυτόχρονα δεν με κάνει να νιώθω παρά αποστροφή, την πιο βαθιά αποστροφή, αν έρθει κάποιος και μου ψιθυρίσει πως μου ανήκει, μόλις μου τη θυμίζουν θέλω να την κάνω σκόνη, να τη σκορπίσω στον αέρα και να εξαφανιστώ. (172-173)

Η περίπτωση του Εντουάρ Λουί μας ενδιαφέρει, τελικά, επειδή τα βιβλία του θεματοποιούν τα όρια και τους όρους της λογοτεχνίας ως αφήγησης του εγώ, ως μαρτυρίας για την επιτελεστική συγκρότηση του υποκειμένου μέσα από τα τραύματα της ιστορίας του - την (αυτοβιογραφική) λογοτεχνία ως μια επίπονη και επώδυνη διαπραγμάτευση ανάμεσα στον λόγο του εγώ και τον λόγο των άλλων, την ομοιότητα και τη διαφορά, μια οδυνηρή ακροβασία ανάμεσα στον λόγο και τη σιωπή, την ανάγκη να μιλήσεις και την ανάγκη να σωπάσεις, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, την επιθυμία να ξεχάσεις και την καταναγκαστική επιστροφή της μνήμης στις τραυματικές εικόνες - τελικά, ως μια αγωνιώδη συγκρουσιακή συνομιλία ανάμεσα στο εγώ και στον Άλλον που έχω γίνει μέσα από τη βία της ιστορίας, η οποία ωθεί την αναζήτηση της αλήθειας του γεγονότος στη σφαίρα της ψευδαίσθησης, του αινίγματος, ενώ ταυτοχρόνως συμπιέζει το μοναδικό και το εξαναγκάζει να περάσει μέσα από τα στενά κανάλια του συνηθισμένου, του τετριμμένου, του επαναλαμβανόμενου, του στερεοτυπικού.

Η αυθεντικότητα της προσωπικής μαρτυρίας καθίσταται έτσι ένα διαρκές ανέφικτο, διαμεσολαβείται βάναυσα από τον αλλότριο λόγο, που προβάλλει αλλότριες αντιλήψεις, προκαταλήψεις και στερεότυπα, διαλύεται βίαια μέσα στον τόπο του τραύματος, που παραμένει τελικά ένας τόπος κλειστός, περιχαρακωμένος από τείχη σιωπής και απορίας.  Η Ιστορία ως ου-τοπία, ως ο μη τόπος της τραυματικής μνήμης, διασκορπίζεται έτσι και θρυμματίζεται, γίνεται άλλη, μετατοπίζεται και καθίσταται ανείπωτη από το υποκείμενο που την έχει βιώσει, επειδή δεν υποκύπτει στους νόμους της αιτιότητας, είναι παράλογη, στον βαθμό που καταρρίπτει τις βεβαιότητες και τη φαντασιακή πραγματικότητα του τραυματικού υποκειμένου.

Το βιβλίο είναι μάρτυρας μιας αποτυχίας: της αποτυχίας να μιλήσεις για το (τραυματικό) γεγονός, να ανακατασκευάσεις την (τραυματική) εμπειρία σε μια γλώσσα, στη γλώσσα, που είναι κατοικημένη από τους λόγους των άλλων, που είναι πάντα άλλη από την εμπειρία, που κακοποιεί εξ ορισμού το βιωμένο γεγονός, αμβλύνοντας τις γωνιές και στρογγυλεύοντας τις άκρες. Ο Εντουάρ δεν μπορεί να δώσει ένα ολοκληρωμένο χρονικό του βίαιου γεγονότος, συν τοις άλλοις και επειδή το γεγονός διαρρηγνύεται από τις εσωτερικές αντιφάσεις του, που όσο κι αν τις εξομαλύνει ο λόγος των άλλων, παραμένουν πιεστικά ορατές και κοφτερές - η βία δεν λέγεται, επειδή δεν γίνεται αποδεκτή από το υποκείμενο· δεν μπορεί να το επεξεργαστεί, διότι καταρρίπτει τα πιστεύω του και επιβεβαιώνει τα στερεότυπα.

Η δυνατότητα να αναλύσει τη βία με εναλλακτικούς τρόπους (που να ξεφεύγουν από τη λογική της ομοφοβίας και της ξενοφοβίας) συνεχώς διαφεύγει από τον αφηγητή· δεν του μένει λοιπόν άλλη επιλογή από το να παραδώσει την ιστορία βορά στους αλλότριους λόγους, τους οποίους προσπαθεί, αλλοτριωμένος τόσο από αυτούς όσο και από τη βία την ίδια, να αντιπαλέψει διαλογικά, ενώ ταυτοχρόνως βλέπει τον ίδιο του τον εαυτό να διχάζεται και να απομακρύνεται από το πρώτο πρόσωπο. Η πρωτοπρόσωπη, αυτοβιογραφική αφήγηση μένει έτσι σε εκκρεμότητα, δανείζει τη φωνή της στην τριτοπρόσωπη, παραδίδεται στη διαμεσολάβηση - η ιστορία τον εκτόπισε βίαια από το Γεγονός, τον εξόρισε στον τόπο της απορίας, έξω από τον εαυτό που έχτισε με κόπους, επαναφέροντας το φάντασμα του παλιού εαυτού ή, καλύτερα, ενός απευκταίου δυνητικού εαυτού.

Διακειμενικό επιστέγασμα της Ιστορίας της βίας του Εντουάρ Λουί, ένα παράθεμα από το εμβληματικό για τη λογοτεχνία του Ολοκαυτώματος Καντίς για ένα αγέννητο παιδί του Ίμρε Κέρτες, θύματος της πιο παράλογης βίας, ενός από τους διωκόμενους, τους περιθωριακούς της ιστορίας και της κοινωνίας, στους οποίους θέλει να δώσει φωνή ο νεαρός Γάλλος σήμερα. Πέραν της διαλογικότητας, των αφηγηματικών στρεβλώσεων και υπεκφυγών, η σκληρότητα του τραυματικού βιώματος υποδηλώνει τη μία αλήθεια, η οποία διαποτίζει ανελέητα τη γραφή: την οδύνη, αφετηρία και τέρμα της λογοτεχνίας ως μαρτυρίας· με τα λόγια του Κέρτες:

... αποδείχτηκε πως μέσω της γραφής επιζητούσα την οδύνη, την πιο διαπεραστική, την πιο ανείπωτη, στα όρια του αβάσταχτου, προφανώς επειδή η οδύνη είναι η αλήθεια, και η απάντηση στο ερώτημα τι είναι αλήθεια είναι πολύ απλή, έγραψα: αλήθεια είναι αυτό που σε κατατρώει.17

* Η Σοφία Βούλγαρη διδάσκει Νεοελληνική φιλολογία στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 

1 En finir avec Eddy Bellegueule, Éditions du Seuil, Paris, 2014 (στα ελληνικά: Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ, μτφρ. Μιχάλης Αρβανίτης, αντίποδες, Αθήνα, 2018).

2 «Γράφω για τους ανθρώπους που γεννήθηκαν μέσα στη βία», συνέντευξη του Εντουάρ Λουί στο Lifo, 10.9.2019 https://www.lifo.gr/articles/sunenteukseis_articles/213424/entoyar-loyi-grafo-gia-toys-anthropoys-poy-gennithikan-mesa-sti-via

3 Συνέντευξη στο Lifo, ό. π.

4 Όπως λέει ο ίδιος: «Άρχισα να γράφω για να εκφράσω το θυμό μου. Η γραφή ήταν για μένα μια πράξη εκδίκησης» («Η δική μου Γαλλία ήταν αόρατη στο Παρίσι», συνέντευξη στην Καθημερινή, 9. 9. 2019 https://www.kathimerini.gr/1041791/gallery/periodiko-k/an8rwpoi/entoyar-loyi-h-dikh-moy-gallia-einai-aorath-sto-parisi )

5 Βλ. τις σχετικές παρατηρήσεις του στη συνέντευξη στο Lifo, ό. π.

6 Για τα παραθέματα βλ.: «Γράφω για να κάνω τη μπουρζουαζία να ντρέπεται», συνέντευξη στη Μικέλα Χαρτουλάρη, Εφημερίδα των Συντακτών, 15.9.2019 https://www.efsyn.gr/tehnes/ekdoseis-biblia/210724_grafo-gia-na-kano-tin-mpoyrzoyazia-na-ntrepetai

7 Συνέντευξη στο Lifo, ό. π.

8 Qui a tué mon père? Éditions du Seuil, Paris, 2018.

9 Βλ. τις σελίδες που αφιερώνει ο συγγραφέας-αφηγητής στον πατέρα του Ρεντά (61 κ. εξ.), τη σύγκριση Ρεντά-Συλβαίν (89-92), καθώς και τα σχετικά με την παραβατικότητα του αδελφού του Εντουάρ (110-111).

10 Βλ. τα λεγόμενα της αδελφής του Εντουάρ σχετικά με το παρελθόν του (101 κ. εξ.).

11 Ιστορία της βίας, ό. π., 168.

12 Βλ. την περιγραφή στις σελίδες 198-199.

13 Ιστορία της βίας, ό. π., 202.

14 «Ο άνθρωπος που είχα γίνει έβαζε με προσοχή τα τρία χάπια της αντιρετροϊκής θεραπείας σ’ ένα χαρτάκι εφημερίδας ...» (199-200)· βλ. 199-202.

15 Ιστορία της βίας, ό. π., 34.

16 Με αποκορύφωμα τη λογοκριτική του παρέμβαση στη σελ. 196, με την οποία διακόπτει βίαια τον λόγο της αδελφής του και παίρνει τα ηνία της αφήγησης:

«Σιχαίνομαι τους-»

Μην την ακούς άλλο.

17 Καντίς για ένα αγέννητο παιδί, μτφρ.: Μάγκυ Κοέν, Καστανιώτης, 2003, 109· Βλ. στην τελευταία σελίδα της Ιστορίας της βίας (215). Το βιβλίο του Ίμρε Κέρτες (1929-2016), Ούγγρου εβραϊκής καταγωγής, επιζώντος του Ολοκαυτώματος, ο οποίος δεν έπαψε να προσπαθεί να επεξεργαστεί στο έργο του την τραυματική εμπειρία, πρωτοδημοσιεύτηκε στα ουγγρικά το 1990.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Η κατάντια της Προανακριτικής

Η πλειοψηφία της Προανακριτικής, εγκαταλείποντας κάθε πρόσχημα, θα επιχειρήσει σήμερα να αποκαλύψει την ταυτότητα των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος της υπόθεσης Novartis. Οι μάρτυρες αυτοί έχουν καταθέσει για χρηματισμό πολιτικών προσώπων.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο