Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τα 2014 χτυπήματα

Και λίγα λέω. Διότι μπήκε η νέα χρονιά με φόρα και άγριες διαθέσεις. Ως προς τη φόρα: φόρους περίπου 200 δισ. ευρώ(!) πληρώσαμε την περίοδο 2010-2013, εκ των οποίων ούτε το ένα εικοστό δεν κατέβαλαν, ως φόρο εισοδήματος, οι επιχειρήσεις. Τα πολλά τα πλήρωσαν οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και...

Και λίγα λέω. Διότι μπήκε η νέα χρονιά με φόρα και άγριες διαθέσεις. Ως προς τη φόρα: φόρους περίπου 200 δισ. ευρώ(!) πληρώσαμε την περίοδο 2010-2013, εκ των οποίων ούτε το ένα εικοστό δεν κατέβαλαν, ως φόρο εισοδήματος, οι επιχειρήσεις. Τα πολλά τα πλήρωσαν οι μισθωτοί, οι συνταξιούχοι και οι μικροεπαγγελματίες. Επιπλέον, την ίδια περίοδο η ύφεση άγγιξε ρυθμούς εμπόλεμης χώρας και οι επενδύσεις, δημόσιες και ιδιωτικές, «βυθίστηκαν», με αποτέλεσμα την αποεπένδυση και την παραγωγική αποδιάρθρωση του τόπου.

Πάμε τώρα στο νέο έτος. Το 2014 προβλέπεται ακόμα πιο σκληρό -λόγω κυρίως της συσσωρευμένης ύφεσης-, με το ύψος του λογαριασμού να είναι ακόμα άγνωστο, δεδομένης της βέβαιης αναθεώρησης του προϋπολογισμού μέσα στο έτος. Η ανεργία θα συνεχίσει να αυξάνεται (βλ. έκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ) και η ανθρωπιστική κρίση θα οξυνθεί με την εφαρμογή νέων μέτρων. Το «μενού» περιλαμβάνει κατασχέσεις, πλειστηριασμούς, πλήρως απελευθερωμένες ομαδικές απολύσεις, διαθεσιμότητες, κρατική καταστολή...

Απ' όλα τα παραπάνω όμως το πιο κομβικό, ίσως, ζήτημα για το μέλλον του τόπου είναι η διάλυση της παραγωγής, την οποία επιταχύνουν σε τρομακτικό βαθμό οι μνημονιακές πολιτικές. Σε αυτό το πρόβλημα οφείλουμε να απαντήσουμε, ως Αριστερά (που δεν πιστεύει στο «αόρατο χέρι» της αγοράς), μ' ένα στοχευμένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης του τόπου, με όρους ανατροπής των υφιστάμενων παραγωγικών σχέσεων. Κι όταν λέμε στοχευμένο, εννοούμε ότι θα πρέπει να έχει πολύ σαφείς κατευθύνσεις, δίνοντας προτεραιότητα σε συγκεκριμένους τομείς της οικονομίας και βάζοντας σε δεύτερο πλάνο άλλους τομείς. Για τη στόχευση αυτή μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε συνδυαστικά διάφορα κριτήρια, όπως: τη συμβολή του κάθε κλάδου στο ΑΕΠ, την ανάγκη για επάρκεια σε βασικά είδη και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας.

Θα φέρω ένα παράδειγμα: Ο πρωτογενής τομέας της χώρας (γεωργία, αλιεία, κτηνοτροφία) παράγει περίπου το 3% του ΑΕΠ. Είναι προφανές ότι με αυτό το μέγεθος δεν μπορεί, από μόνος του, να παίξει ρόλο βασικού μοχλού ανάπτυξης του τόπου. Ένας τέτοιος ρόλος θα ξεπερνούσε τις δυνατότητες και τα όρια του τομέα αυτού. Από την άλλη όμως, αποτελεί έναν στρατηγικό τομέα ως προς το πεδίο της επάρκειας σε βασικά είδη διατροφής και ως τέτοιος θα πρέπει να αντιμετωπιστεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σ' ένα δεύτερο πλάνο δεν θα μπορεί να έχει και εξαγωγικό προσανατολισμό. Με αυτό τον τρόπο θα δημιουργηθεί μια προγραμματική «πυξίδα», ώστε, για παράδειγμα, ο προϋπολογισμός και οι φορολογικές μας προτάσεις να «κουμπώνουν» με τις κατευθύνσεις αυτές. Κι έτσι να μπορούμε να πούμε ότι δεν θα φορολογούνται τα αγροτεμάχια που παράγουν βασικά είδη. Διαφορετικά, αν ξεκινάμε από το ειδικό χωρίς να έχουμε αρθρώσει ένα γενικότερο, στοχευμένο αναπτυξιακό μοντέλο, οι επεξεργασίες μας θα αιωρούνται σε κενό αέρος και θα αθροίζουμε προς φορολόγηση τα χωράφια με τα ακίνητα στο Λονδίνο.

Είμαστε όμως ακόμα στη διαδικασία της πολιτικής μας ενηλικίωσης και τα μπρος-πίσω δικαιολογούνται. «Τα 400 χτυπήματα» του Τρυφώ, αυτό το γλυκόπικρο «παραμύθι» της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης που έτυχε να ξαναδώ πρόσφατα, είναι μια ταινία που μου θυμίζει έντονα εμάς. Εμάς, τη δικιά μας Αριστερά, που βιώνει τη δικιά της διαδικασία ωρίμανσης μέσα σ' ένα αυταρχικό ευρωπαϊκό περιβάλλον, ακραία συντηρητικό και οπισθοδρομικό. Κλεισμένοι στο «αναμορφωτήριο» των Μνημονίων, αναζητούμε συμμάχους, μέσα και έξω από τη χώρα, και διαπιστώνουμε, με πίκρα, τη μοναξιά μας.

Στα «400 χτυπήματα» ο Αντουάν Ντουανέλ, ο δεκατριάχρονος ήρωας, ονειρεύεται τη θάλασσα. Στη σκηνή του τέλους, με ένα πλάνο μεγάλης διάρκειας, ο μικρός πρωταγωνιστής τρέχει με κανονικό διασκελισμό. Η κάμερα τον ακολουθεί. Ο αρχικά κλειστός χώρος από φράχτες σιγά-σιγά ανοίγει. Ακούγεται μόνο ο ήχος των βημάτων και πού και πού ένα κελάιδισμα πουλιών. Ο χρόνος εξαφανίζεται. Και κάποτε φτάνει στη θάλασσα.

Όπως θα φτάσουμε κι εμείς.

* Ο Γιώργος Κουτσούκος είναι οικονομολόγος.

Δείτε όλα τα σχόλια