Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Αρις Καζάκος: Γιατί η κυβέρνηση της Ν.Δ. χτυπάει τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας

Οι όροι εργασίας των κλαδικών συμβάσεων βελτιώνουν τους ελάχιστους όρους προστασίας των εργαζομένων που τίθενται με τις Εθνικές Γενικές ΣΣΕ της ΓΣΕΕ. Με την έννοια αυτή οι κλαδικές ΣΣΕ έχουν μια σπουδαία προστατευτική για τους εργαζομένους λειτουργία και συγχρόνως μια, οιονεί, καρτελική ενέργεια, που εξαιρεί τους κλαδικούς όρους εργασίας από το πεδίο του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων του κλάδου μεταξύ τους

Του Αρι Καζάκου*

 

Όσοι, τυχόν, αναρωτιούνται γιατί η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επέλεξε να επιφέρει χειρουργικού χαρακτήρα χτυπήματα στις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας πρέπει να γνωρίζουν ότι η κλαδική διαπραγμάτευση έχει έναν κεντρικό ρόλο στη συνολική συλλογική διαπραγμάτευση. Ας σημειωθεί λοιπόν ότι με τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) τίθενται ελάχιστοι όροι εργασίας, μισθολογικοί και μη, για όλους τους εργαζομένους του καλυπτόμενου οικονομικού κλάδου, που μόνο να βελτιωθούν μπορούν (υπέρ των εργαζομένων) με επιχειρησιακές ΣΣΕ.

Οι όροι εργασίας των κλαδικών συμβάσεων βελτιώνουν τους ελάχιστους όρους προστασίας των εργαζομένων που τίθενται με τις εθνικές γενικές ΣΣΕ της ΓΣΕΕ, π.χ. τους κατώτατους μισθούς. Με την έννοια αυτή οι κλαδικές ΣΣΕ έχουν μια σπουδαία προστατευτική για τους εργαζομένους λειτουργία και συγχρόνως μια, οιονεί, καρτελική ενέργεια, που εξαιρεί τους κλαδικούς όρους εργασίας από το πεδίο του ανταγωνισμού των επιχειρήσεων του κλάδου μεταξύ τους. Οι επιχειρήσεις του κλάδου μπορούν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους όχι μειώνοντας κλαδικούς μισθούς ή τους λοιπούς όρους εργασίας, αλλά μέσω της βελτίωσης των προϊόντων τους κ.ο.κ.

«Ανάπτυξη» μέσω της μείωσης των κλαδικών μισθών;

Η εμπειρία από τις καταστροφικές συνέπειες των Μνημονίων για την κοινωνία και την οικονομία δείχνει ότι η μείωση των μισθών γενικά (εσωτερική υποτίμηση) δεν βελτίωσε την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων ούτε οδήγησε σε ανάπτυξη. Περαιτέρω οι πολλές επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας «πληρώνουν» ακριβώς τις φρικαλεότητες των μνημονιακών μέτρων (κυρίως του δεύτερου Μνημονίου), μέτρων δηλαδή ομόρροπων με αυτά που προτείνει τώρα η κυβέρνηση.

Οι επιχειρήσεις αυτές «ζουν» στη μεγάλη τους πλειονότητα και στηρίζουν τις προοπτικές ανάκαμψής τους στην ενεργό ζήτηση των εργαζομένων. Η ζήτηση αυτή ενισχύεται μετά τον Αύγουστο του 2018, χωρίς, βεβαίως, να δημιουργείται πρόβλημα από την αύξηση του λεγόμενου μισθολογικού κόστους στην πράξη. Το αντίθετο, η εσωτερική ενεργός ζήτηση, που σημειωτέον παράγει τα 2/3 περίπου του ΑΕΠ, θα πληγεί από τις μειώσεις των κλαδικών μισθών που θα προκαλέσει η εφαρμογή του επίμαχου νομοσχεδίου.

Αυτό σημαίνει ότι εξ αυτού του λόγου οι προοπτικές ανάκαμψης των επιχειρήσεων αυτών θα υπονομευθούν αντί να στηριχθούν αν το νομοσχέδιο γίνει νόμος του κράτους. Όλα αυτά δεν είναι αρκετά για να ανακόψουν τον μνημονιακό οίστρο της κυβέρνησης, παρότι είναι νωπή η εμπειρία από τις καταστροφές που σώρευσαν τα ομόρροπα μέτρα του δεύτερου Μνημονίου.

Με το επίμαχο νομοσχέδιο δίνεται, καταρχάς, η δυνατότητα στους συμβαλλόμενους της κλαδικής σύμβασης να αποφασίζουν την εξαίρεση συγκεκριμένων επιχειρήσεων ειδικού σκοπού ή με οικονομικά προβλήματα από τη σύμβασή τους. Αν όμως αυτό δεν συμφωνηθεί από τα μέρη της κλαδικής -και εδώ είναι η ουσιώδης διαφορά του επίμαχου νομοσχεδίου από ένα σύστημα που σέβεται τη συλλογική αυτονομία-, δίνεται το δικαίωμα αυτό στις ίδιες τις επιχειρήσεις και νομοθετείται η υπερίσχυση επιχειρησιακών και τοπικών κλαδικών συμφωνιών έναντι των εθνικών κλαδικών.

Η ναρκοθέτηση με το επίμαχο νομοσχέδιο των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων, που αποτελούν το βασικό κλειδί για αποτελεσματική συλλογική διαπραγμάτευση, φτάνει μέχρι και την εξαίρεση επιχειρήσεων από την επέκταση των κλαδικών συλλογικών συμβάσεων με απόφαση του υπουργού Εργασίας, ακόμη και αν οι επιχειρήσεις αυτές δεν θα έχουν εξαιρεθεί προηγουμένως από τις κλαδικές με τη χρήση των λοιπών εργαλείων του νομοσχεδίου.

Όταν η λειτουργία της οικονομίας επανέλθει σε μια, κατά προσέγγιση, κανονικότητα, τότε θα μπορούσε να συζητηθεί η εισαγωγή ρήτρας εξαίρεσης από τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις, με εξαιρετική φειδώ πάντως και μόνο για επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν πράγματι προβλήματα βιωσιμότητας, αντί παραχωρήσεων όμως, όπως είναι η διασφάλιση των θέσεων εργασίας στην επιχείρηση.

Αρκεί την απόφαση εξαίρεσης να την παίρνουν οι μόνοι αρμόδιοι, οι ίδιες οι συμβαλλόμενες με την κλαδική σύμβαση συνδικαλιστικές οργανώσεις, όπως συμβαίνει π.χ. στο γερμανικό δίκαιο. Ότι δηλαδή δεν θα δοθεί ένα opt-out στις ίδιες τις επιχειρήσεις, ένα είδος εξαίρεσης με self-service που θα ρήμαζε τη συλλογική αυτονομία και τις κλαδικές συλλογικές συμβάσεις. Τα μέτρα της κυβέρνησης που ακολουθούν τον αντίθετο δρόμο πλήττουν στον πυρήνα της τη συλλογική αυτονομία.

Από την άλλη πλευρά η γενικότερη αντίληψη της κυβέρνησης για ανάπτυξη με θυσία τους μισθούς και τους λοιπούς όρους εργασίας πατάει σε σαθρό έδαφος, όπως έχουν δείξει η οικονομική πραγματικότητα και οι πολιτικές της εσωτερικής υποτίμησης διά της μείωσης των μισθών. Η ανάπτυξη, όταν έρχεται (προφανώς όχι με πολιτικές σαν τις επίμαχες, όπως απέδειξε και η εφαρμογή του δεύτερου Μνημονίου), δεν διαχέεται στην κοινωνία αυτόματα. Όταν δεν λειτουργεί ο βασικός και πρωτογενής μηχανισμός διανομής του παραγόμενου προϊόντος, δηλαδή οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αυτό είναι αδύνατο, πόσω μάλλον όταν λείπει ή υπολειτουργεί ο δεύτερος μηχανισμός, ένα φορολογικό σύστημα δίκαιης αναδιανομής.

Τα στατιστικά στοιχεία από την άνοδο της τουριστικής βιομηχανίας της χώρας το 2014 αποδεικνύουν ότι η άνοδος αυτή συνδυάστηκε με πτώση και της απασχόλησης και των μισθών. Όπως το έχει διατυπώσει επιφανής Αμερικανός επιχειρηματίας, «το πρόβλημα με εμάς τους επιχειρηματίες είναι ότι θέλουμε οι πελάτες μας να είναι πλούσιοι και οι εργαζόμενοί μας φτωχοί».

 

* Ο Άρις Καζάκος είναι καθηγητής Εργατικού Δικαίου

 

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

ΜΜΕ και αυτοσεβασμός

Υπάρχουν Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που υπερασπίζονται την εγκυρότητα και την αντικειμενικότητά τους, ακολουθούν αυστηρά τους κανόνες δεοντολογίας και συχνά προθέτουν και δικούς τους. Το χαρακτηριστικό των μέσων αυτών είναι ο αυτοσεβασμός.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο