Live τώρα    
4°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
4 °C
2.8°C5.6°C
2 BF 52%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
4 °C
2.2°C5.0°C
4 BF 52%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
2 °C
-2.2°C4.0°C
0 BF 70%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
8 °C
6.7°C10.0°C
4 BF 53%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
0 °C
-1.1°C1.0°C
0 BF 64%
H ζωή στο σύνορο τον καιρό της καχυποψίας
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

H ζωή στο σύνορο τον καιρό της καχυποψίας

Τη στιγμή που οραματικές διακηρύξεις μιλούν για την παγκοσμιότητα και για την παρακμή του κυρίαρχου συνοριακού παραδείγματος, γνωστού στη σχετική νομική βιβλιογραφία ως βεστφαλιανό σύνορο, και ενώ καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς εξαγρίωσης του ευρωπαϊκού συνόρου, ένα σημαντικό βιβλίο έρχεται να συζητηθεί. Πρόκειται για το βιβλίο της Μαρίκας Ρόμπου - Λεβίδη Επιτηρούμενες ζωές, μουσική, χορός και διαμόρφωση της υποκειμενικότητας στη Μακεδονία (2016, εκδ. Αλεξάνδρεια), το οποίο θα παρουσιαστεί την επόμενη Παρασκευή 9 του μηνός στο Polis Art Cafe (8 μ.μ.), με ομιλητές τους Δήμητρα Γκέφου - Μαδιανού, Λεωνίδα Εμπειρίκο, Πάνο Πανόπουλο και συντονιστή τον Ευθύμιο Παπαταξιάρχη.

Η έρευνα που το βιβλίο φέρνει στο φως διεισδύει στη μακεδονική ενδοχώρα, σε 25 αγροτικές κοινότητες της συνοριακής με τη Βουλγαρία περιοχής Σερρών - Δράμας, αναδεικνύοντας ενδιαφέρουσες όσο και τραυματικές όψεις του αποκαλούμενου «μακεδονικού ζητήματος» μέσα από το ειδικότερο πρίσμα του «κόσμου του (τοπικού) πολιτισμού», τα παραδοσιακά τραγούδια, τους χορούς και τα τοπικά τελετουργικά δρώμενα. Στο ενεργητικό της επιστημονικής ενασχόλησης της συγγραφέως με το ειδολογικό αυτό υλικό εντάσσονται πολλές συμμετοχές σε πρακτικές συλλογής και καταγραφής του μουσικού πολιτισμού «επί του πεδίου».

Όποιος αναμένει μια προσέγγιση λαογραφικού τύπου θα διαψευσθεί γιατί η πραγμάτευση του πρωτογενούς υλικού έχει θεωρητικό προσανατολισμό. Καθώς η ερευνητική προσοχή έχει επικεντρωθεί στο γεγονός που παράγει πολιτισμό, στην πράξη που το συγκροτεί ως συμβάν στον χώρο και τον χρόνο, στις διεργασίες από τις οποίες προκύπτει, καθώς και στα δρώντα υποκείμενα / φορείς τοπικού πολιτισμού που εκφράζονται και αυτο-συστήνονται μέσω αυτού, το υλικό απο-πραγμοποιείται, απο-λαογραφοποιείται και ανα-συγκροτείται ως ερευνητικό αντικείμενο των κοινωνικών επιστημών. [Ανά- κατασκευάζεται δηλαδή με όρους που προϋποθέτουν την ενεργοποίηση γενικών θεωρητικών εννοιών και επανα-θεωρείται ως κοινωνικό γεγονός, το οποίο καθορίζεται από και επενεργεί σε ποικίλες κοινωνικές σχέσεις και διαχωρισμούς που πρέπει να ανιχνευθούν].

Ταυτόχρονα οι πολιτισμικές αυτές δημιουργίες δεν θεωρούνται μόνον εν χρόνω και χώρω, αλλά εκλαμβάνονται και ως μαρτυρίες των -αφανών σε επίπεδο άμεσης παρατήρησης- ιστορικών όρων υπό τους οποίους υπάρχουν στη συγκεκριμένη, συγχρονική, επιτελεστική μορφή τους. Μια λογική ριζικής ιστορικότητας διαπερνά το αντικείμενο έρευνας, δυνάμει της οποίας μικρά ασύμπτωτα στη συλλογική επιτέλεση ενός τραγουδιού, αναντιστοιχίες μουσικού ρυθμού και χορευτικού βηματισμού, ατυχήματα στον συντονισμό της χορευτικής ομάδας, ελαφρές διαφοροποιήσεις και αποκλίσεις, παύσεις και στιγμές αμηχανίας, γίνονται για το οξυμμένο ερευνητικό βλέμμα, ακούσια ίχνη που το οδηγούν σε ένα συγκεκαλυμμένο και ωστόσο ενεργό τραύμα, που αποζητά την αποκάλυψη της δικής του ιστορίας. Μια εμπρόθετη αποκοπή από το παρελθόν, μια εθελούσια αυτο-απαγόρευση μνήμης, μια απο-ταύτιση από παλαιότερες ανθρώπινες συλλογικότητες, μια οικειοθελής απάρνηση της μητρικής γλωσσικής ετερότητας, μια επιφανειακή ελληνοποίηση του στίχου, μια ιδιαίτερη διαχείριση του ζεύγματος ταυτότητα - διαφορά ως στρατηγική επιβίωσης και ένταξης στην μοναδιαία εθνική ταυτότητα, βρίσκονται στη ρίζα κάθε μικρο-ιστορίας προβληματικού / τραυματικού ίχνους.

Οι επιμέρους μικρο-ιστορίες αντιμετωπίζονται ως περιπτώσεις που διαφωτίζονται από το γενικότερο ιστορικό - πολιτικό (μακεδονικό - εθνικό) πλαίσιο και ταυτόχρονα αυτό το γενικό ιστορικό πλαίσιο μπορεί να κατασκευαστεί μόνον ως ο καμβάς που δίνει συνοχή στις επιμέρους περιπτωσιακές μικρο-ιστορίες. Για τον λόγο αυτό ντο βιβλίο δεν είναι μόνον ειδικού ενδιαφέροντος, όπως και αν αυτό οριστεί. Υπερακοντίζοντας και τις δικές του τυπικές οριοθετήσεις, αποτελεί μια συμβολή στο γενικότερο ζήτημα του τρόπου ιστορικής συγκρότησης της (νεο)-ελληνικής εθνικής συλλογικότητας και ταυτότητας.

Πρόσθετη αξία προσδίδει στο βιβλίο το γεγονός ότι το εγχείρημα της μεταμορφωτικής «απο-κωδικοποίησης» στην οποία υποβάλλεται το υλικό της έρευνας γίνεται επίσης ένα συμβάν που το βιβλίο αφηγείται. Το βιβλίο είναι και ένα μεθοδολογικό αφήγημα ποικίλων τεχνικών απο-κάλυψης. Η ερευνήτρια δεν εκκινεί από a priori σχηματοποιήσεις, αλλά, καθώς συναντάται τυχαία με φαινόμενα που την παραξενεύουν, προκειμένου να εξακριβώσει την αιτία τους, προχωρεί βήμα - βήμα στην εμβάθυνσή τους αναθεωρώντας κριτήρια αναγνώρισης, ανασκευάζοντας διαρκώς αφετηριακές υποθέσεις, αιτιολογώντας τα διαδοχικά νοητικά βήματα που επιλέγει να ακολουθήσει και εμπλέκοντας με ενεργό τρόπο στη διαδικασία αυτή και τον ίδιο τον αναγνώστη.

Η τοπικότητα των 25 χωριών, αναμεταφραζόμενη στο πλαίσιο του εθνικού κράτους σε ύποπτη και επισφαλή μεθοριακότητα, θα ζήσει μια ριζική και διπλά φιλτραρισμένη πολιτικοποίηση εκφάνσεων της ζωής. Ταυτόχρονα με την εγγραφή πάνω στην επιφάνειά της του γραμμικού συνόρου, στην απόλυτη υλικότητά του, θα κληθεί να ιθαγενοποιήσει την κυρίαρχη παράσταση της μιας και μοναδικής εθνικής ταυτότητας κλίνοντάς την στα καθέκαστα του τοπικού πολιτισμού. [Τα ευρήματα της έρευνας επιβεβαιώνουν τη ρήση του G. Simmel «το σύνορο δεν είναι ένα χωρικό γεγονός με κοινωνιολογικές συνεπαγωγές, αλλά ένα κοινωνιολογικό γεγονός που παίρνει χωρική μορφή»].

Είναι εντυπωσιακό πάντως ότι στον συγκεκριμένο τόπο ενεργοποιούνται, πλην του γραμμικού, και σχήματα συνοριακότητας που ανήκουν σε προ-νεωτερικές ιστορικές εποχές. Η παρουσία τους όμως, αντί να μετριάζει την παντοκρατορία της λογικής του γραμμικού συνόρου, τελικά την επιτείνει. Η χέρσα, ερειπωμένη και ακατοίκητη no mans land που αποτυπώνεται σε μέρος της φωτογραφικής τεκμηρίωσης της έρευνας, ανακαλεί μια έννοια ορίου όχι ως γραμμής, προστατευτικής από μια εξωτερική απειλή, μιας πολιτισμικά ομοιογενούς κοινότητας, αλλά ως μιας φυσικ(οποιημέν)ης άγριας περιοχής που είναι συνοριακή και γιατί ανήκει στην επικράτεια της ακατοίκητης «αν-οικουμένης».

Επίσης, το ετήσιο πανηγύρι που λαμβάνει χώρα στην εκκλησία του εγκαταλελειμμένου χωριού πάνω στο ελληνοβουλγαρικό σύνορο και το οποίο με συναρπαστικό τρόπο αναλύει το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, στο πλαίσιο του οποίου η κλειστή συνοριακή γραμμή «ανοίγει» προκειμένου οι δύο «αντίπαλες» εθνότητες να γιορτάσουν από κοινού,στη βάση μιας ομοιοπολιτισμικότητας που αίρει τους εθνικούς διαχωρισμούς, παραπέμπει σε μια πρώτη ματιά στη ρωμαϊκή ιδέα της συνοριακής ζώνης που σε ειρηνικές εποχές αποτελούσε έναν ανοιχτό τόπο ανταλλαγών, όσμωσης, επικοινωνίας και συνάντησης με τον «άλλον».

Το ειρηνικό πανηγύρι ωστόσο αποτελεί μια τελετουργία - πλαίσιο εντός της οποίας διαδραματίζονται επιμέρους τελετουργίες, εθνικά περιχαρακωμένες, με κορυφαία τα οικογενειακά συμπόσια / μνημόσυνα, πάνω στα ερείπια των προγονικών σπιτιών των συγγενικών απογόνων εκείνων που αναγκάστηκαν σε κάποια από τις πολλές ταραγμένες συγκυρίες του 20ού αι. να τα εγκαταλείψουν για να περάσουν στην άλλη μεριά του συνόρου.

Η ανάγνωση των επιτηρούμενων ζωών προσφέρει όχι μόνον ευκαιρία αλλά και δύναμη για αναστοχασμό και κριτική αποτίμηση σημείων του καιρού μας που, με κάποιες άλλες αποχρώσεις, παραμένει καχύποπτος.

Μαρίνα Μαροπούλου, ανθρωπολόγος δικαίου, Νομική Σχολή ΕΚΠΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL