Live τώρα    
17°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
17 °C
15.6°C18.6°C
2 BF 69%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
14 °C
12.1°C17.3°C
1 BF 74%
ΠΑΤΡΑ
Αραιές νεφώσεις
16 °C
16.0°C17.6°C
2 BF 73%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
19 °C
17.1°C19.1°C
2 BF 57%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
15 °C
14.9°C18.0°C
0 BF 67%
Βιβλιοπαρουσίαση / Ποθούσαμε τα γράμματα, την ελευθερία, την ειρήνη
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Βιβλιοπαρουσίαση / Ποθούσαμε τα γράμματα, την ελευθερία, την ειρήνη

134310926-Zormpa.jpg

Οι «Σημειώσεις από την εποχή των προσδοκιών» της Μυρσίνης Ζορμπά μοιάζει ως ιστορικό μυθιστόρημα και όχι ως αυτοβιογραφία που γράφτηκε από την ίδια όταν όχι μόνο η επίγνωση της ανυπαρξίας δεν της επέτρεπε να έχει προσδοκίες, αλλά ούτε καν να κρατήσει σημειώσεις στο αγαπημένο της ημερολόγιο.

Υπαγόρευε στον σύντροφό της Αντώνη Λιάκο αυτά που ήθελε να είναι η παρακαταθήκη της και όσο είχε κουράγιο κατέβαινε από το κρεβάτι της, που ήταν στη σοφίτα, στο γραφείο της στο ισόγειο, μπροστά στον υπολογιστή, τραβώντας την πλεκτή λευκή κουρτίνα για να έχει θέα την ανθισμένη νεραντζιά και να αναστοχάζεται για την εποχή των προσδοκιών υπό τους ήχους της κλασικής μουσικής.

Τα «ημερολόγια του θανάτου» ως επίμετρο του βιβλίου, όταν η είδηση του ογκολόγου για το αναπόδραστο του τέλους της δικής της ζωής τής βάραινε το στήθος σαν σιδερένια πανοπλία, σύμφωνα με τα δικά της λόγια, δημιουργούν μια καινοτομία: να περιγράφει ο ίδιος ο συγγραφέας τη ζωή του από την γέννηση έως την αναγγελία του δικού του θανάτου. «Ευλογία και ευγνωμοσύνη» είναι οι λέξεις που βγαίνουν στην επιφάνεια, γιατί η αντωνυμία «μου» που συνοδεύει συνεχώς τη λέξη «Αντώνης» αποδεικνύει τη σοβαρότητα να μην είσαι μόνος στην οριστική αναχώρηση και στο βίωμα της ανυπαρξίας.

Ιστορικό μυθιστόρημα με λογοτεχνική γραφή οι αναμνήσεις της και όχι αυτοαναφορικό.

Στο πρόσωπό της καθρεφτιζόταν μια ολόκληρη γενιά. Αγαπούσε τις λέξεις η Μυρσίνη, τις ξεδιάλεγε και «κέντησε» με αυτές τις δικές της «μικρές ιστορίες» που εντάσσονται στη «μεγάλη Ιστορία» της Αριστεράς και της Ελλάδας από τον Εμφύλιο έως και σήμερα. Ήταν παρούσα στα γεγονότα, πρωταγωνίστρια και όχι παρατηρητής. Αντικομφορμίστρια και όχι νομιμόφρων από τα σχολικά της χρόνια, τα χρόνια της Χούντας και της Νομικής, της Μεταπολίτευσης και της επιχείρησης να γίνει η Ελλάδα χώρα ευρωπαϊκή. Η γνώση ήταν το εργαλείο για να αλλάξει τον κόσμο και «το διάβασμα, ως κεντρική ενασχόληση, μπήκε από πολύ νωρίς στη ζωή μου ως μοναδικό σωσίβιο...». Και τελικά το σωσίβιο αυτό ήταν και ο πλοηγός της να γίνει πολιτικό ζώο «και αυτό με οδήγησε και με έσωσε από το χάος που με περιέβαλλε» λέει με παρρησία για την αξία του βιβλίου στο να αλλάξει ο κόσμος και αυτή μαζί του.

Οι σημειώσεις της διαβάζονται απνευστί, έχουν κινηματογραφική γραφή και οι περιγραφές της ζωής και των γεγονότων που βίωσε είναι ασπρόμαυρη κοινωνική ακτινογραφία αυτής της γκρίζας Ελλάδας που ήταν με τους «χαρακτηρισμένους», τους «στιγματισμένους» της μετεμφυλιακής Ελλάδας, που δεν είχαν ελπίδα για καλύτερη ζωή. Διαβάζοντας τη ζωή της Μυρσίνης, ξεφυλλίζεις το βιβλίο της ηττημένης Αριστεράς μετά τον Εμφύλιο. Μόνο που η ίδια δεν συμφιλιώθηκε με την ήττα και τη μοίρα αυτή.

Δεν θα αναφερθώ στα χρόνια της νεότητάς της, της φοιτήτριας, της εκδότριας, της διανοούμενης, της επικεφαλής του ΕΚΕΒΙ, της ευρωβουλεύτριας ή της υπουργού Πολιτισμού. Εντυπωσιάστηκα από τον ψυχαναλυτικό και κοινωνιολογικό τρόπο που αναφέρεται στα «πέτρινα παιδικά χρόνια» τα δικά της και μιας ολόκληρης γενιάς και τη μετουσίωση αυτής της «πέτρας» σε ανθό στα χρόνια της ενηλικίωσής της. Έβαλε στοίχημα και το κέρδισε. Η εμμονή στη γνώση ήταν η γέφυρα για να περάσει στον άλλο κόσμο...

Το κορίτσι από τα Πετράλωνα, το «θλιμμένο και συνεσταλμένο παιδί», με τα μονίμως παγωμένα πόδια και χέρια με τις χιονίστρες στα δάχτυλα και την «παγωμένη καρδιά», μεγάλωσε με τα δέματα που έρχονταν από την Αμερική και είχαν πολύχρωμα ρούχα σε μεγέθη μικρότερα ή μεγαλύτερα. Αυτό το κορίτσι μεγάλωσε σε μια οικογένεια χωρίς ευρύτερους συγγενικούς δεσμούς, με έναν πατέρα αριστερό τεχνίτη επιπλοποιό στου Βαράγκη, ξεριζωμένο από τη Μυτιλήνη, και με μια μάνα που κουβαλούσε την ορφάνια και τη βουλγαρική κατοχή από τη Δράμα. «Η διαρκής ανασφάλεια και των δύο πρόωρα και βίαια ενηλικιωμένων εφήβων γονιών μου ενίσχυσε το εσωτερικό κρύο, την παγωνιά της ψυχής μου αληθινά και συμβολικά» εξομολογείται με ειλικρίνεια. Η παράνομη φιλοξενία στο χαμόσπιτο στα Πετράλωνα των ανθρώπων της ΕΔΑ που έβγαιναν από τις φυλακές, όπως του Βαρδή Βαρδινογιάννη, τροφοδοτούσε τον μετεμφυλιακό φόβο και την προδιαγεγραμμένη μοίρα ενός κοριτσιού να γίνει πωλήτρια για να γλιτώσει από το εργοστάσιο. «Ήμασταν άθεοι, δηλαδή χωρίς παρηγοριά, ήμασταν φτωχοί, δηλαδή χωρίς ελπίδα.

Ήμασταν συγκρατημένοι για να μην υποστούμε την υποτίμηση, την περιφρόνηση, την ταπείνωση. Ήμασταν περήφανοι γιατί ήμασταν τίμιοι και ειλικρινείς, γιατί διαβάζαμε την ΑΥΓΗ. Πηγαίναμε στις συγκεντρώσεις της ΕΔΑ, ποθούσαμε τα γράμματα, την ελευθερία, την ειρήνη. Αυτή ήταν η αρχή της ζωής μου. Με δυο γονείς που σαν κλαράκια στον άνεμο στήριζαν το παιδί τους να μεγαλώσει, με ανομολόγητη τη δειλή ελπίδα να ανθίσει. Χρειάστηκε χρόνος, αντοχή, πόνος, πείσμα και τρυφερότητα. Χρειάστηκε να αλλάξουν και οι εποχές, το κλίμα της χώρας, να μαλακώσει το έδαφος, για να τολμήσουμε να κοιτάξουμε κι εμείς τον ήλιο». Και η Μυρσίνη άνθισε γιατί κοίταξε τον ήλιο κατάματα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL