Live τώρα    
21.7°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αραιές νεφώσεις
21.7 °C
20.0°C23.3°C
3 BF 78%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
22.4 °C
20.6°C24.0°C
2 BF 47%
ΠΑΤΡΑ
Αραιές νεφώσεις
19.7 °C
16.7°C23.0°C
3 BF 83%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Ελαφρές νεφώσεις
23.4 °C
22.8°C24.4°C
3 BF 78%
ΛΑΡΙΣΑ
Ασθενείς βροχοπτώσεις
22.0 °C
22.0°C22.0°C
3 BF 68%
Στοιχεία για τον έμφυλο καπιταλισμό
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Στοιχεία για τον έμφυλο καπιταλισμό

Die Legende der Dirne Evelyn Roe

Άνοιξη πια, που η θάλασσα βαθαίνει,

δεν έβρισκε η καρδιά της ησυχία.

Ταξίδεψε κατάστρωμα η Μαρία –

κι έφτασε, σαν παιδάκι κουρασμένη.

Φορούσε ένα φτηνό, φθαρμένο φόρεμα,

μα ήτανε το σώμα της σαν όραμα.

Κι αντί χρυσαφικά και χαϊμαλιά,

τη στόλιζαν τα ωραία της μαλλιά.

«Στους Άγιους τόπους, καπετάνιε, πάω.

Πάρε με – κι ο Χριστός να σ’ ευλογεί».

«Έλα! Στο τσούρμο μου τρελούς μετράω

κι εσύ είσαι η πιο όμορφη στη γη.»

«Φτωχιά είμαι, την ψυχή μου έχω δώσει

στον Ιησού – κι αυτός θα σας πληρώσει.»

«Δώσε μας το γλυκό σου το κορμί.

Πέθανε ο Ιησούς σου, δεν μπορεί

να μας ξοφλήσει ούτε την πρώτη δόση.»

Και η Μαρία έφυγε μαζί τους.

Την αγαπήσαν με ήλιο και με μπόρα.

Γευόταν το ψωμί τους, το κρασί τους –

κι έκλαιγε όλη την ώρα, όλη την ώρα.

Χόρευαν όλη νύχτα, όλη μέρα.

Γυρνούσε το τιμόνι στον αέρα.

Μικρούλα η Μαρία, τρυφερή.

Εκείνοι – κι από πέτρα πιο σκληροί.

Πέρασε η άνοιξη, το καλοκαίρι…

Έσερνε τα παπούτσια σε νυχτέρι

βαρύ – από κατάρτι σε κατάρτι.

Κοίταζε την ομίχλη, έλεγε: «Νά τη,

νά την η ακτή!» – και γέλαγαν: «Ποιος ξέρει…».

Χόρευε όλη νύχτα, όλη μέρα.

Και κάθε μέρα ήταν πιο χλομή.

«Αχ, καπετάνιε, πόσο θέλει ακόμη;

Δεν είναι οι Άγιοι Τόποι τόσο πέρα…»

Κι ο καπετάνιος πλάι της γελούσε

και πάλι ξάπλωνε και τη φιλούσε.

«Και ποιος σου φταίει γι’ αυτή τη φασαρία;

Ποιος φταίει που αργήσαμε, Μαρία;»

Χόρευε όλη νύχτα, όλη μέρα

κάτωχρη η Μαρία – σαν νεκρή.

Και όλοι τους την είχαν βαρεθεί.

Και στρίβανε στο δάχτυλο τη βέρα.

Στο πληγωμένο σώμα της φορούσε

μετάξι απ’ την αλμύρα ξυλιασμένο.

Βρόμισε το μαλλί της – και κολλούσε

στο μέτωπο το λεηλατημένο.

«Ιησού Χριστέ μου, πώς να με δεχτείς,

πώς να σε δω, έτσι που ’χω αμαρτήσει;

Δεν κάνει εσύ με πόρνες να μπλεχτείς

κι εγώ είμ’ ένα φτωχό, κακό κορίτσι.»

Από κατάρτι σε κατάρτι αργούσε,

πονούσανε τα πόδια κι η καρδιά της.

Κλεφτά έβγαινε τη νύχτα και κοιτούσε

τη θάλασσα, τα μαύρα τα νερά της.

Συνέβη τον Γενάρη. Έκανε κρύο.

Κολύμπησε – μα ήταν μακριά.

Τον Μάρτιο πια, μπορεί και τον Απρίλιο

άνοιξαν τα μπουμπούκια στα κλαριά.

Τα μαύρα κύματα έγιναν αφροί

κι ανέβηκε αγνή και καθαρή.

Στους Άγιους Τόπους τώρα θά ’ναι σύντομα,

πριν απ’ τον καπετάνιο και το πλήρωμα.

Φθινόπωρο έφτασε στον Ουρανό.

Μα ο Άγιος Πέτρος έκλεινε το δρόμο.

«Πώς τόλμησε μια πόρνη νά ’ρθει εδώ;

Μαρία, έχεις παραβεί το νόμο!»

Στην Κόλαση τη ρίχνει συν Θεώ.

Μα ο Διάβολος της έκλεινε το δρόμο.

«Πώς τόλμησε μια αγία νά ’ρθει εδώ;

Μαρία, έχεις παραβεί το νόμο!»

Ταξίδεψε στων άστρων το κενό

και πουθενά δεν βρήκε ησυχία.

Την είδα ένα βράδυ στον αγρό.

Τρέκλιζε, πήγαινε δίχως σκοπό,

χαμένη σαν παιδάκι η Μαρία.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL