Live τώρα    
33°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Αίθριος καιρός
33 °C
30.7°C35.8°C
2 BF 39%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
30 °C
25.8°C33.3°C
2 BF 59%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
33 °C
31.0°C37.6°C
2 BF 41%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Αίθριος καιρός
30 °C
28.8°C32.2°C
2 BF 49%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
29 °C
28.9°C31.1°C
0 BF 51%
Αφήνοντας πίσω την ακαδημαϊκή ζωή
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Αφήνοντας πίσω την ακαδημαϊκή ζωή

Ακαδημαϊκή ζωή

Πρόσφατα συζητούσα με μια συνάδελφό μου, η οποία μόλις δυο μήνες πριν μετακόμισε στο Βέλγιο για μεταδιδακτορική έρευνα. Αφού είπαμε τα νέα μας, γρήγορα η κουβέντα πήγε στις δυνατότητες απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα που έχει σε σχέση με την εργασία στην έρευνα σε δημόσια ινστιτούτα και πανεπιστήμια. Ειδικότερα για ερευνητές που χρησιμοποιούν ήδη εργαλεία μηχανικής μάθησης και ανάλυσης δεδομένων για την έρευνά τους, όπως είναι πλέον η πλειονότητα των αστροφυσικών αλλά και άλλων ειδικοτήτων στις φυσικές επιστήμες, η μετάβαση σε αντίστοιχες εταιρείες είναι πολύ ελκυστική και τέτοιου είδους συζητήσεις είναι ολοένα συχνότερες. Μερικούς μήνες πριν, καθηγητής σε πανεπιστήμιο του Ηνωμένου Βασιλείου μου έλεγε πως γίνεται συνεχώς δυσκολότερο να βρεθούν καλοί μεταδιδακτορικοί ερευνητές για τα ερευνητικά προγράμματα καθώς οι περισσότεροι μετά την απόκτηση του διδακτορικού κατευθύνονται σε εταιρείες ανάλυσης δεδομένων. Πριν περίπου ένα χρόνο, ένα άρθρο στο περιοδικό Nature αναφερόταν στο κύμα παραιτήσεων από την ακαδημαϊκή καριέρα, ως αποτέλεσμα και της πανδημίας, ακολουθώντας μια τάση που παρατηρείται και σε άλλα επαγγέλματα. Το ίδιο περιοδικό φιλοξενούσε, μόλις δυο μηνες πριν, άρθρο για τη «σιωπηρή παραίτηση» στον ακαδημαϊκό χώρο, δηλαδή για την τάση οι εργαζόμενοι να μην ανταποκρίνονται σε κάποια από τα καθήκοντά τους, προσπαθώντας να περιορίσουν τον φόρτο εργασίας που τους ανατίθεται και να διατηρήσουν μια υγιή ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής.

Η ζωή μετά το διδακτορικό

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απόκτηση ενός διδακτορικού έρχεται ως επιστέγασμα μιας πολύ απαιτητικής διαδικασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας φοιτήτριες και φοιτητές όχι μόνο εξειδικεύονται και εμβαθύνουν στο αντικείμενο που έχουν επιλέξει αλλά και εκπαιδεύονται στις διάφορες πτυχές μιας ερευνητικής καριέρας. Όσο, όμως, δύσκολη και αν είναι αυτή η πορεία, η ακαδημαϊκή ζωή που ακολουθεί είναι πιο απαιτητική.

Μετά το διδακτορικό, δουλειά των εργαζομένων στην έρευνα είναι η διερεύνηση νέων ερωτήσεων, μέσω συλλογισμών, βιβλιογραφικής αναζήτησης, πειραμάτων, παρατηρήσεων, ανάλυσης, και άλλων εργαλείων, τα οποία ποικίλουν στα διάφορα επιστημονικά πεδία. Τα αποτελέσματα τελικά παρουσιάζονται σε συνέδρια και δημοσιεύονται σε επιστημονικά περιοδικά. Αν και κεντρικό ρόλο στην αξιολόγηση του έργου των ερευνητριών/ερευνητών είναι ο αριθμός και η ποιότητα αυτών των δημοσιεύσεων, η πρώτη περιλαμβάνει και μια σειρά από επιπλέον κριτήρια. Οι ερευνητές οφείλουν να συμμετέχουν σε συνέδρια και να δημιουργούν νέα δίκτυα συνεργασιών, να καταπιάνονται με καινοτόμες ιδέες και να αναζητούν χρηματοδότηση από φορείς εκτός των ινστιτούτων και πανεπιστημιακών ιδρυμάτων στα οποία εργάζονται. Καλούνται να αξιολογούν τις ερευνητικές εργασίες άλλων επιστημόνων ως κριτές στα επιστημονικά περιοδικά, μια δραστηριότητα που κάνουν χωρίς ανταμοιβή και γίνεται διαρκώς απαιτητικότερη καθώς αυξάνεται ο αριθμός των νέων δημοσιεύσεων και περιοδικών. Επιπλέον, θεωρείται απαραίτητο να έχουν διδάξει πανεπιστημιακά μαθήματα και να έχουν επιβλέψει φοιτητές. Τέλος θεωρείται πολύ σημαντική η κινητικότητά των επιστημόνων, δηλαδή να έχουν εργαστεί σε περισσότερα του ενός ινστιτούτα ή πανεπιστήμια σε διαφορετικές χώρες.

Οι απαιτήσεις αυτές συχνά εξειδικεύονται και αποκρυσταλλώνονται σε αυστηρά τεχνικές προδιαγραφές, οδηγώντας ουσιαστικά σε μια λίστα από προσόντα και επιτεύγματα που πρέπει κανείς/καμιά να έχει για να έχει ελπίδες να διεκδικήσει μια μόνιμη θέση. Έτσι, για παράδειγμα, χρειάζεται κανείς να έχει πολλές δημοσιεύσεις, με σημαντικό ποσοστό αυτών ως πρώτο όνομα στη λίστα των συγγραφέων, μονογραφίες, κεφάλαια σε βιβλία και άρθρα επισκόπησης στα ερευνητικά του αντικείμενα. Πρέπει να έχει προσκεκλημένες ομιλίες σε συνέδρια και να έχει συμμετάσχει σε επιστημονικές επιτροπές διοργάνωσης συνεδρίων. Να έχει επιβλέψει διπλωματικές εργασίες φοιτητών (κάτι που δεν είναι πάντα εφικτό αν δεν είναι μόνιμο προσωπικό και εξαρτάται από τη νομοθεσία της κάθε χώρας) και να έχει διδάξει μαθήματα σε πανεπιστήμιο. Να είναι μέλος διεθνών ερευνητικών ομάδων, να έχει να επιδείξει ένα κατά το δυνατό ευρύ δίκτυο συνεργασιών, αποδεικνύοντας ότι με αυτό τρόπο μπορεί να συντονίσει επιστήμονες προς συγκεκριμένες ερευνητικές κατευθύνσεις. Πρέπει να έχει λάβει χρηματοδότηση για δικά του ερευνητικά προγράμματα, βασισμένα σε δικές του ιδέες, οι οποίες πρέπει να είναι καινοτόμες και σημαντικές για το σχετικό ερευνητικό πεδίο.

Φυσικά, η έρευνα είναι ομαδική δραστηριότητα, επομένως, υπό το πρίσμα αυτών των απαιτήσεων, οι συνάδελφοι ερευνητές είναι ταυτόχρονα συνεργάτες και ανταγωνιστές. Κάτι τέτοιο μπορεί να δημιουργήσει περίεργους συσχετισμούς μέσα σε ερευνητικές ομάδες, των οποίων οι επικεφαλής κάνουν συχνά μικροδιαχείριση με βάση τις προτιμήσεις τους. Ταυτόχρονα, το σύνολο των προαναφερθέντων κριτηρίων ευνοεί την ύπαρξη ενός ασαφούς πλαισίου με βάση το οποίο οι εργαζόμενοι μονιμοποιούνται ή/και ανελίσσονται. Το αποτέλεσμα είναι μια γενικότερη απογοήτευση/απαισιοδοξία κυρίως στους ερευνητές στο μέσο της καριέρας τους που ελπίζουν σε μονιμοποίηση ή σε εξέλιξη. Τέλος, όπως μπορεί εύκολα να γίνει κατανοητό, ένα ασαφές πλαίσιο σε συνδυασμό με τον σκληρό ανταγωνισμό δυσχεραίνει τις προοπτικές των ατόμων που προέρχονται από ευάλωτες ομάδες, τα οποία συχνά δέχονται και ρατσιστικές συμπεριφορές στους χώρους εργασίας.

Η φύση της εργασίας στην έρευνα, σε συνδυασμό με τον σκληρό ανταγωνισμό και την εντατικοποίηση βλάπτουν την ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής. Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, ενώ ο διαθέσιμος χρόνος εργασίας παραμένει ο ίδιος, οι απαιτήσεις και τα καθήκοντα πάντοτε αυξάνονται, τόσο λόγω του ανταγωνισμού όσο και λόγω των αυξανόμενων απαιτήσεων των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να απαιτείται εργασία πέρα του χρόνου στο ινστιτούτου εις βάρος του προσωπικού χρόνου. Ταυτόχρονα, οι απαιτήσεις για κινητικότητα έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην κοινωνική ζωή των ερευνητριών και ερευνητών και στη δυνατότητά τους να ζήσουν σε ένα σταθερό περιβάλλον. Καθώς είναι αναγκασμένοι να αλλάζουν συχνά πόλη, χώρα, ακόμα και ήπειρο, είναι πολύ δύσκολο να χτίσουν σταθερές προσωπικές σχέσεις και να κάνουν οικογένεια. Επιπλέον, σε ένα τέτοιο κλίμα ακραίου ανταγωνισμού τα πρόσωπα που καλούνται να μεγαλώσουν παιδιά μένουν πίσω στην κούρσα της αναζήτησης καλύτερης εργασίας και συχνά αντιμετωπίζουν ελλιπή υποστήριξη από ιδρύματα και θεσμούς.

Η κατάσταση δεν βελτιώνεται καθώς αυξάνεται η εμπειρία και τα έτη εργασίας των ερευνητών. Όσες και όσοι βρίσκονται στο μέσο της καριέρας τους καλούνται να αναλάβουν διαρκώς περισσότερες διοικητικές υποχρεώσεις και διδασκαλία, ενώ οι απαιτήσεις για περισσότερη έρευνα παραμένουν. Κατά συνέπεια, οι επιπτώσεις στην ισορροπία μεταξύ εργασίας και προσωπικής ζωής γίνονται σοβαρότερες. Ταυτόχρονα, η μισθολογική εξέλιξη δεν αντικατοπτρίζει τον αυξανόμενο φόρτο εργασίας ενώ για μεγάλο μέρος της κοινότητας παραμένει αβέβαιο το εργασιακό μέλλον. Μάλιστα, η πορεία αυτή της ανέλιξης στον ακαδημαϊκό τομέα δημιουργεί συχνά ένα ταβάνι, ένα όριο στο χρόνο που μπορεί καμιά/κανείς να απασχοληθεί σε αυτόν προτού βρει μια μόνιμη θέση. Για παράδειγμα, αν δεν καταφέρει κανείς να λαμβάνει χρηματοδότηση μόνος του οδηγείται μετά από μερικές ανανεώσεις των συμβολαίων του στην έξοδο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Γερμανίας και των ρυθμίσεων που έχουν συζητηθεί στη δημόσια σφαίρα σχετικά με τον ανώτατο χρόνο παραμονής των ερευνητών στα ινστιτούτα (βλ. ΠΡΙΣΜΑ 154, σελ. 7). Έρευνα που διεξήγαγε το περιοδικό Nature το 2021 σχετικά με το κατά πόσο οι ερευνητές είναι ευχαριστημένοι με τις αμοιβές τους έδειξε ότι από το σύνολο των ερευνητών, εκείνοι που βρίσκονται στη μέση της καριέρας τους είναι οι λιγότερο ευχαριστημένοι με το βαθμό που αναγνωρίζεται η εργασία τους.

Η ζωή μετά την έρευνα

Η κατάσταση που περιγράφηκε προφανώς επιβαρύνθηκε από την πανδημία. Σε πολλές περιπτώσεις το ερευνητικό και πανεπιστημιακό προσωπικό έπρεπε να συνεχίσει δίχως διακοπή την εργασία του, παρά τους περιορισμούς στους χώρους εργασίας, ενώ ταυτόχρονα η στήριξη σε πολλές περιπτώσεις ήταν μηδαμινή. Αντίστοιχα, λόγω της διαρκώς ελλιπούς υποχρηματοδότησης των εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων, οι αμοιβές δεν ακολουθούν πλέον τις αντίστοιχες αυξήσεις στο κόστος ζωής. Αντίθετα, ο ιδιωτικός τομέας προσφέρει σε όλες σχεδόν τις χώρες πολύ υψηλότερους μισθούς, χωρίς τις αγκυλώσεις των κανόνων των ινστιτούτων που επιβάλουν κινητικότητα στους επιστήμονες. Συνήθως, το σαφώς καθορισμένο αντικείμενο εργασίας και η μη ύπαρξη των ακαδημαϊκών ιεραρχικών δομών με τις περιορισμένες σταθερές θέσεις προσφέρουν καλύτερες προοπτικές και έλεγχο στην ισορροπία εργασίας-προσωπικής ζωής. Για αυτούς τους λόγους, πολλοί δυνητικά ικανοί νεαροί και όχι μόνο ερευνητές επιλέγουν μετά το διδακτορικό τους ή ένα δυο χρόνια έρευνας να αφήσουν την ακαδημαϊκή ζωή. Η συζήτηση είναι ανοιχτή και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου μπορούν να αναζητηθούν περιπτώσεις, συζητήσεις και ομάδες υποστήριξης με το hashtag #leavingacademia.

Υπάρχει περίπτωση να ξεμείνουμε από ερευνητές; Η απάντηση είναι σαφώς όχι! Οι φοιτητές που εκπαιδεύονται στα πανεπιστήμια είναι πάντοτε περισσότεροι από τις διαθέσιμες θέσεις για εκπόνηση διδακτορικών, οι οποίες με τη σειρά τους είναι πάντοτε περισσότερες από τις διαθέσιμες θέσεις στην έρευνα. Επομένως υπάρχει πάντοτε προσφορά εργασίας. Ωστόσο εκφράζονται κίνδυνοι ότι η ποιότητα της έρευνας πέφτει, ειδικότερα με δεδομένο ότι οι κάτοχοι διδακτορικού που έχουν εκπαιδευτεί και έχουν αποκτήσει υψηλές ικανότητες σε υψηλού κύρους πανεπιστήμια και ερευνητικές ομάδες δεν «επιστρέφουν» την επένδυση αυτή στα ινστιτούτα τους. Παραμένει, λοιπόν, υπό συζήτηση κατά πόσο το μοντέλο της έρευνας που συνδυάζει ολοένα εντατικότερους ρυθμούς, σκληρό ανταγωνισμό και μη επαρκή χρηματοδότηση και υποστήριξη από κρατικούς η μη θεσμούς είναι βιώσιμο για την ίδια την έρευνα αλλά και για τους εργαζόμενους σε αυτή.

Πηγές

https://www.nature.com/articles/d41586-022-01512-6

https://www.nature.com/articles/d41586-023-00633-w

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL