Live τώρα    
19°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
19 °C
16.4°C19.5°C
0 BF 77%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Ελαφρές νεφώσεις
16 °C
14.0°C17.2°C
2 BF 77%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
19 °C
17.6°C19.4°C
3 BF 67%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
17 °C
16.4°C19.8°C
2 BF 81%
ΛΑΡΙΣΑ
Αίθριος καιρός
16 °C
14.5°C15.9°C
0 BF 72%
Η Ουτοπία του Τόμας Μορ
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η Ουτοπία του Τόμας Μορ

Πέρυσι συμπληρώθηκαν πεντακόσια χρόνια από την πρώτη έκδοση στα λατινικά της Ουτοπίας του Τόμας Μορ (1478-1535) και η επέτειος εορτάστηκε διεθνώς με συνέδρια, δημοσιεύματα και άλλες εκδηλώσεις. Όταν η Ουτοπία πρωτοκυκλοφόρησε, τον Ιανουάριο του 1517, ο συγγραφέας της ήταν ήδη ένας διακεκριμένος λόγιος, γνώστης της αρχαιοελληνικής και της λατινικής γραμματείας, φίλος του Εράσμου, καθώς και εξέχων νομομαθής που είχε διαπρέψει ως διαπραγματευτής και διπλωμάτης. Το μικρό αυτό αλλά περιώνυμο πόνημά του, καθαρά μυθοπλαστικό αλλά με πολλές αναφορές σε πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα της εποχής που του προσδίδουν μια κάποια αληθοφάνεια, αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο, γραμμένο έναν χρόνο μετά το δεύτερο, ο συγγραφέας αφηγείται τη γνωριμία του στην Αμβέρσα με έναν πολυταξιδεμένο και εξαιρετικά μορφωμένο Πορτογάλο ναυτικό, τον Ραφαήλ Υθλοδαίο, τον οποίο του σύστησε ο φίλος του Πέτρος Αιγίδιος. Στη συζήτηση που είχαν οι τρεις τους, ο Ραφαήλ σχολιάζει τα δεινά της συγκαιρινής τους Ευρώπης: την κοινωνική ανισότητα, την απληστία των ευγενών και των πλούσιων αστών, τις αδυναμίες των βασιλέων και την ανηθικότητα των ανακτορικών συμβούλων. Στο δεύτερο μέρος, ο Ραφαήλ περιγράφει τους παράδοξους αλλά δίκαιους και φιλάνθρωπους κοινωνικοπολιτικούς θεσμούς που ισχύουν στην επικράτεια ενός νησιού τού νότιου ημισφαιρίου στο οποίο βρέθηκε με συντρόφους του, έχοντας διακόψει το τρίτο από τα ταξίδια του με τον Αμέριγκο Βεσπούτσι.

Το 1515 ο Μορ, σε διπλωματική του αποστολή στη Φλάνδρα, είχε πράγματι επισκεφθεί την Αμβέρσα και είχε συναντηθεί με τον γενικό γραμματέα της πόλης και φίλο του Πέτερ Γκίλς, τον Αιγίδιο του κειμένου. Από την άλλη μεριά, οι ελληνομαθείς λόγιοι της εποχής του, για τους οποίους προοριζόταν κυρίως το πόνημά του, δεν θα δυσκολεύονταν να ερμηνεύσουν το επώνυμο του Ραφαήλ ως εκείνου που διανέμει ανοησίες (ύθλη δαίει), την ονομασία Ουτοπία που είχε το άγνωστο νησί ως ανύπαρκτη χώρα και, συνακόλουθα, το όλο αφήγημα ως φανταστικό. Το βέβαιο είναι πως το βιβλίο γνώρισε εξαρχής μεγάλη επιτυχία. Μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα επανεκδόθηκε δέκα φορές στα λατινικά και κυκλοφόρησε μεταφρασμένο στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικά, στα ιταλικά και στα ολλανδικά. Χάρη σε αυτό, αργότερα το ουσιαστικό «ουτοπία» και το επίθετο «ουτοπικός» καθιερώθηκαν στις ευρωπαϊκές γλώσσες ως χαρακτηρισμοί κάθε σχεδίου που δεν έχει πιθανότητες να πραγματοποιηθεί. Προπάντων όμως στάθηκε το πρότυπο για πολυάριθμη σειρά ανάλογων συγγραμμάτων που εμφανίστηκαν έκτοτε ως περιγραφές φανταστικών αλλά σοφά οργανωμένων κοινωνιών, με γνωστότερα ανάμεσά τους την Πολιτεία του Ήλιου του Τομμάζο Καμπανέλλα (1623), τη Νέα Ατλαντίδα του Φράνσις Μπέικον (1627), το Έτος δύο χιλιάδες τετρακόσια σαράντα του Σεμπαστιέν Μερσιέ (1772), το Ταξίδι στην Ικαρία του Ετιέν Καμπέ (1840), το Κοιτάζοντας πίσω του Έντουαρντ Μπέλλαμυ (1888), το Νέα από το πουθενά του Ουίλλιαμ Μόρρις (1890), τη Μοντέρνα Ουτοπία του Χ.Τζ. Ουέλς (1905) και το Ουώλντεν Δύο του Μπ.Φ. Σκίννερ (1948). Ουτοπικά θεωρήθηκαν εξάλλου και τα σοσιαλιστικά συστήματα που προδιέγραψαν ο Σαιν-Σιμόν, ο Φουριέ και ο Όουεν τις πρώτες δεκαετίες τού 19ου αιώνα.

Τα ουτοπικού χαρακτήρα συγγράμματα ήδη από τον 19ο αιώνα αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης και κριτικού σχολιασμού για πολλούς φιλοσόφους, φιλολόγους και ιστορικούς των ιδεών, με αποτέλεσμα να έχει σχηματιστεί τεράστια βιβλιογραφία. Μόνο όμως στην περίπτωση της Ουτοπίας η κριτική υποχρεώθηκε να αντιμετωπίσει ένα βασικό ερώτημα: εάν και κατά πόσον ο συγγραφέας της θεωρούσε ιδεώδες το πολίτευμα που περιγράφεται στο δεύτερο μέρος της. Λαβή για μια τέτοια απορία δίνει καταρχάς το ίδιο το έργο. Σε ένα εξάστιχο επίγραμμα που προτάσσεται εν είδει προοιμίου, η ουτοπία αυτοσυστήνεται ως «εφάμιλλη και ίσως ανώτερη της πλατωνικής πολιτείας» (civitatis aemula platonicae fortasse victrix) και αξιώνει να ονομάζεται Ευτοπία, χώρα δηλαδή που ευημερεί. Στον διάλογο όμως που ακολουθεί, τόσο η αμείλικτη καταγγελία της αδικίας και της φαυλότητας των καθεστώτων της εποχής όσο και η εύγλωττη υπεράσπιση των θεσμών της Ουτοπίας εκφέρεται από τον Υθλοδαίο, ενώ ο Μορ ως συνομιλητής δεν παραλείπει να διατυπώσει ορισμένες αντιρρήσεις. Πρόκειται μήπως για τέχνασμα το οποίο, σε συνδυασμό με τον εμφανώς μυθοπλαστικό χαρακτήρα του έργου, θα προφύλασσε τον συγγραφέα από τη λογοκρισία; Δεν αποκλείεται. Τους περισσότερους, ωστόσο, από τους νεότερους σχολιαστές της Ουτοπίας προβλημάτισε η διαπίστωση ότι οι απόψεις του Υθλοδαίου δεν συνάδουν με όσα γνωρίζουμε για τη ζωή, το ήθος και τις πεποιθήσεις του Μορ. Μεταξύ άλλων έχουν επισημανθεί οι ακόλουθες ασυμφωνίες:

Στο πρώτο μέρος τού βιβλίου ο Μορ, εντυπωσιασμένος από τη σοφία του Υθλοδαίου, του υπενθυμίζει την πλατωνική ρήση ότι η ευτυχία μιας κοινωνίας δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο αν γίνουν οι φιλόσοφοι βασιλείς ή οι βασιλείς φιλόσοφοι και προσπαθεί να τον πείσει να ασχοληθεί με την πολιτική ως σύμβουλος κάποιου βασιλιά. Εκείνος, με διάφορα υποθετικά παραδείγματα, του εξηγεί για ποιους λόγους οι συνετές συμβουλές του θα απορρίπτονταν και καταλήγει λέγοντας πως δεν υπάρχουν περιθώρια για φιλοσοφία στις βασιλικές αυλές. Μια τέτοια γνώμη δεν πρέπει να ήταν ξένη για έναν διανοούμενο με ιστορικές γνώσεις και εμπειρίες δημόσιας ζωής όπως ο Μορ. Εντούτοις, έναν μόλις χρόνο μετά την έκδοση της Ουτοπίας, ο συγγραφέας της, έχοντας κερδίσει την εύνοια του Ερρίκου Η’, έγινε μέλος του βασιλικού συμβουλίου, αργότερα πρόεδρος της Βουλής, και τελικά, το 1529, λόρδος καγκελάριος της Αγγλίας. Από το αξίωμα αυτό παραιτήθηκε τρία χρόνια αργότερα, προφασιζόμενος λόγους υγείας, για να μην αναγκαστεί να συναινέσει στην ακύρωση του γάμου του Ερρίκου με την Αικατερίνη της Αραγωνίας και στη νομιμοποίηση της σχέσης του με την Άννα Μπόλεϋν. Η άρνησή του όμως το 1534 να υπογράψει τον προβλεπόμενο όρκο πίστης στην Πράξη Διαδοχής που αναγνώριζε την Άννα και τα τέκνα της ως νόμιμους διαδόχους του θρόνου οδήγησε στη σύλληψή του, στον εγκλεισμό του στον Πύργο του Λονδίνου και, τον επόμενο χρόνο, στην καταδίκη του σε αποκεφαλισμό. Τα τελευταία λόγια του στο ικρίωμα ήταν ότι πεθαίνει ως «καλός υπηρέτης του βασιλιά αλλά πρωτίστως του Θεού». Το 1935 ο πάπας Πίος Θ’ τον ανακήρυξε άγιο.

Η άρνηση του Μορ να προσχωρήσει στο σχίσμα που είχε αποφασίσει ο Ερρίκος οφειλόταν αποκλειστικά στη βαθιά χριστιανική του πίστη, απόλυτα προσηλωμένη στα δόγματα της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας. Ως νέος είχε ζήσει τέσσερα χρόνια σε καρθουσιανό μοναστήρι, χωρίς να γίνει μοναχός, γιατί προτίμησε να νυμφευθεί, αλλά και ως οικογενειάρχης παρέμεινε πρότυπο ευσέβειας. Με τα θεολογικά του συγγράμματα άσκησε δριμύτατη κριτική στις θέσεις του Λούθηρου και, κατά τη διάρκεια της καγκελαρίας του, υπήρξε αμείλικτος διώκτης των αιρετικών. Παραδόξως όμως, στην ιδανική πολιτεία της Ουτοπίας του επικρατεί απόλυτη ανεξιθρησκεία. Η επικρατούσα θρησκεία πρεσβεύει ως μόνα έλλογα δόγματα την ύπαρξη ενός αγαθού δημιουργικού Θεού, που λίγο πολύ ταυτίζεται με τη Φύση, και την αθανασία της ψυχής, που συνεπάγεται την κρίση της στον άλλο κόσμο. Κατά τα άλλα, οι ουτοπιανοί είναι ελεύθεροι να προσδίδουν στο υπέρτατο ον όποια μορφή θέλουν, αλλά όλοι προσεύχονται στους ίδιους ναούς με προεξάρχοντες αιρετούς ιερείς. Μόνο οι άθεοι περιφρονούνται και αποκλείονται από αξιώματα, χωρίς όμως και να διώκονται. Ως ασύμβατες επίσης με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του Μορ και τα ήθη της εποχής του θεωρήθηκαν δύο άλλες ιδιορρυθμίες της ουτοπιανής κοινωνίας: σε περίπτωση διαπιστωμένης ασυμφωνίας χαρακτήρων επιτρέπει το συναινετικό διαζύγιο και σε περίπτωση αθεράπευτης και οδυνηρής ασθένειας ευνοεί την εθελούσια ευθανασία.

Τις περισσότερες, ωστόσο, συζητήσεις είχε προκαλέσει το βασικότερο γνώρισμα της ουτοπιανής πολιτείας: η ανυπαρξία ατομικής ιδιοκτησίας τόσο στα μέσα παραγωγής όσο και στα παραγόμενα αγαθά. Η κοινοκτημοσύνη, που ο Πλάτων προέβλεπε μόνο για τις ανώτερες τάξεις των φυλάκων και των επικούρων, ισχύει για όλους τους πολίτες, συνδυασμένη με μια σχεδόν απόλυτη ισότητα υποχρεώσεων, δικαιωμάτων και συνθηκών διαβίωσης. Μετά τη σχολική τους εκπαίδευση, κοινή και για τα δύο φύλα, όλοι εργάζονται υποχρεωτικά για δυο χρόνια σε αγροκτήματα και έπειτα για έξι ώρες την ημέρα σε διάφορα τεχνικά επαγγέλματα, με αποτέλεσμα να υπάρχει υπερεπάρκεια αγαθών και οι χρηματικές συναλλαγές στο εσωτερικό της χώρας να είναι άγνωστες. Επιπλέον, το πολίτευμα μπορεί να χαρακτηριστεί δημοκρατικό, καθώς όλα τα αξιώματα είναι αιρετά. Τίποτε όμως μέσα στο κείμενο δεν δείχνει τον Μορ να συμφωνεί με την εξύμνηση του ουτοπιανού καθεστώτος από τον Υθλοδαίο και, ειδικά για την κοινοκτημοσύνη χωρίς χρήμα, δεν διστάζει να εκφράσει τις αντιρρήσεις του. Άλλωστε, και στο τελευταίο πόνημά του, τον Διάλογο παρηγορίας κατά της συμφοράς, γραμμένο κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, είχε δικαιολογήσει την ύπαρξη ιδιωτικού πλούτου και την κοινωνική ανισότητα.

Η ασυμφωνία των πεποιθήσεων του Μορ με τις θέσεις του Υθλοδαίου δεν μπορούσε παρά να οδηγήσει τους σχολιαστές τής Ουτοπίας σε διχογνωμίες ως προς τον χαρακτήρα του έργου και τις προθέσεις του συγγραφέα του. Πρώτος ο Καρλ Κάουτσκυ στο δοκίμιό του Ο Τόμας Μορ και η Ουτοπία του (1888) επιχείρησε, επικαλούμενος διάφορα τεκμήρια, να αμβλύνει αυτή την ασυμφωνία για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι διά στόματος Υθλοδαίου μιλάει ο ίδιος ο Μορ. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι ο Άγγλος ουμανιστής, αν και πιστός στην Καθολική εκκλησία και στο μοναρχικό πολίτευμα, είχε πλήρη επίγνωση των καταχρήσεων του κλήρου, της αλόγιστης πολιτικής των βασιλέων και της αθλιότητας στην οποία είχε καταδικάσει τις κατώτερες τάξεις ο πρώιμος καπιταλισμός, έτσι που κατόρθωσε, υπερβαίνοντας χάρη στην οξύνοιά του την ιδεολογία της εποχής του, να συλλάβει το ιδεώδες ενός κοινοκτημονικού συστήματος. Γι’ αυτό και ο Κάουτσκυ έσπευσε να αναγορεύσει τον Μορ πατέρα των ουτοπικών σοσιαλιστών και προάγγελο του επιστημονικού σοσιαλισμού. Με την άποψη αυτή συντάχθηκε αργότερα κι ένας άλλος μαρξιστής, ο Άγγλος ιστορικός Α.Λ. Μόρτον, στο έργο του Η αγγλική ουτοπία (1952).

Εντελώς αντίθετη είναι η άποψη του Κ.Σ. Λιούις. Σε επισκόπησή του της αγγλικής λογοτεχνίας του 16ου αιώνα (1954), χαρακτήρισε το δεύτερο μέρος της Ουτοπίας «πνευματώδες παίγνιο», προορισμένο να τέρψει τον κύκλο των ουμανιστών. Αργότερα, και ο Τ.Σ. Ντορς, σε άρθρο του (1967,) υποστήριξε πως πρέπει να διαβάζεται όπως η Αληθής ιστορία του Λουκιανού, καθόσον ο Μορ μάλλον απεχθανόταν τους θεσμούς τού ουτοπιανού κράτους. Υπέρ μιας τέτοιας ερμηνείας συνηγορούν τα παραδοξολογήματα που απαντούν στο κείμενο, η ιδιαίτερη εκτίμηση που έτρεφε ο Μορ για τον Λουκιανό, καθώς και οι μαρτυρίες φίλων του ότι ο ίδιος διακρινόταν για το χιούμορ του και τους αστεϊσμούς του. Ωστόσο, σε κάθε αναγνώστη της Ουτοπίας γίνεται φανερό ότι ο συγγραφέας της στο πρόσωπο του Υθλοδαίου δεν επινοεί έναν ευτράπελο μωρολόγο, αλλά έναν συνομιλητή εύστοχο στις κρίσεις και την επιχειρηματολογία του. Αξίζει εν προκειμένω να παρατεθεί ένα απόσπασμα από τα τελευταία λόγια με τα οποία δικαιολογεί τον θαυμασμό του για το ουτοπιανό καθεστώς, λόγια που ισχύουν ακόμη και ως κριτική του σημερινού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού: «Στ’ αλήθεια, όταν σκέφτομαι οποιοδήποτε κοινωνικό σύστημα που υπάρχει στην εποχή μας, δεν μπορώ, μα το Θεό, να το δω αλλιώς παρά σαν συνωμοσία των πλούσιων να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους με το πρόσχημα πως οργανώνουν την κοινωνία. Ψάχνουν και βρίσκουν κάθε είδους τεχνάσματα και απατεωνιές, πρώτα για να διατηρήσουν τα άνομα κέρδη τους και μετά για να εκμεταλλευτούν τους φτωχούς αγοράζοντας τη δουλειά τους όσο πιο φτηνά γίνεται. Μόλις οι πλούσιοι αποφασίσουν πως αυτά τα τεχνάσματα και οι απατεωνιές πρέπει επίσημα να αναγνωριστούν από την κοινωνία –που περιέχει τόσο τους φτωχούς όσο και τους πλούσιους–, αμέσως αυτά αποκτούν ισχύ νόμου. Έτσι μια αδίστακτη μειοψηφία, οδηγημένη από την ακόρεστη λαιμαργία της, μονοπωλεί αυτά που θα ήταν αρκετά να καλύπτουν τις ανάγκες όλης της ανθρωπότητας».

Περισσότερο πειστική είναι η ερμηνεία που πρότεινε ο Ρ.Ου. Τσέιμπερς, στη βιογραφία του για τον Μορ (1935). Κατά τη γνώμη του, που έγινε αποδεκτή και από άλλους μελετητές, ο Μορ με τον Υθλοδαίο ως alter ego προβάλλει την έλλογα οργανωμένη σύμφωνα με ένα σύστημα «φυσικής» θρησκείας και ηθικής ουτοπιανή πολιτεία ως υποθετικό παράδειγμα πολύ ανώτερο από τη φαύλη κοινωνία τής εποχής του, αλλά κατώτερο από εκείνη που θα όφειλαν να οικοδομήσουν λαοί φωτισμένοι από τη χριστιανική θρησκεία. Πιθανότατα όμως, η κοινοκτημοσύνη και η ανεξιθρησκεία, θεωρητικά αποδεκτές για έναν ανοιχτόμυαλο ουμανιστή, να ήταν πλέον αδιανόητες για τον ύστερο Μορ, που δήλωσε ότι δεν θα δίσταζε να κάψει το βιβλίο του ως επικίνδυνο. Μια τέτοια μεταστροφή φρονήματος, όπως επισήμαναν οι Φ.Ε. Μάνιουελ και Φ.Π. Μάνιουελ στην πραγματεία τους Η ουτοπική σκέψη στον Δυτικό κόσμο (1979), μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι ως καγκελάριος βρέθηκε αντιμέτωπος με τους οπαδούς του Λούθηρου και πληροφορήθηκε πως οι αιρετικοί ηγέτες της εξέγερσης των χωρικών στη Γερμανία επικαλούνταν την Ουτοπία του στα κοινοκτημονικά τους κηρύγματα.

Σύμφωνα πάντως με τις επικρατέστερες ερμηνείες, το πολίτευμα της Ουτοπίας μπορεί να μην απηχεί τις βαθύτερες πεποιθήσεις του Μορ, αποτελούσε όμως γι’ αυτόν εύλογο θεωρητικό υπόδειγμα, που άξιζε να προβληθεί και να συζητηθεί ως υπόθεση εργασίας στο πλαίσιο μιας κριτικής τού υπαρκτού καθεστώτος. Στο κείμενό του άλλωστε, έχοντας ακούσει την αφήγηση του Υθλοδαίου, καταλήγει γράφοντας: «…δεν μπορώ να συμφωνήσω με όλα όσα είπε, παρά την αναμφισβήτητη μόρφωση και πείρα που έχει. Μα ελεύθερα παραδέχομαι πως η Ουτοπιανή Δημοκρατία έχει πολλά χαρακτηριστικά που θα μου άρεσε –αν και δεν το πιστεύω– να τα δω θεσπισμένα στην Ευρώπη». Στις μέρες μας ωστόσο, πολλά από αυτά τα χαρακτηριστικά είτε έχουν ενσωματωθεί ήδη στο δίκαιο των ευρωπαϊκών και άλλων κρατών είτε παραμένουν ως διεκδικήσεις σε πολιτικά προγράμματα μεταρρύθμισης ή ριζικού μετασχηματισμού του κοινωνικού συστήματος.

Υπάρχουν όμως και ορισμένα γνωρίσματα της Ουτοπιανής Δημοκρατίας που σήμερα, έπειτα και από τις εμπειρίες των ολοκληρωτικών καθεστώτων του 20ού αιώνα, μας είναι μάλλον απεχθή. Η ζωή των πολιτών της παρουσιάζεται αυστηρά ρυθμισμένη και επιτηρούμενη. Η ισότητα που απολαμβάνουν εκτείνεται σε μια εξισωτική ομοιομορφία στην κατοίκηση, στη σίτιση και στην ένδυσή τους. Η ελευθερία που τους παρέχεται είναι αρκετά περιορισμένη. Ακόμη και για να επισκεφθούν μια άλλη πόλη της χώρας τους χρειάζονται ειδική άδεια. Η εκπαίδευση των παιδιών και των εφήβων πρώτιστο σκοπό έχει να τους εθίσει σε ιδέες που θα συντελούν στη «διατήρηση της δομής της κοινωνίας τους». Όποιος τυχόν ως ενήλικος έχει ιδέες αποκλίνουσες από τις παραδεδεγμένες μπορεί να τις συζητήσει κατ’ ιδίαν με ιερείς ή άλλους ικανούς να τον φρονηματίσουν, αλλά του απαγορεύεται να τις εκθέσει και να τις υπερασπιστεί δημόσια. Ανάλογες βέβαια ρυθμίσεις προβλέπονται από όλους σχεδόν τους συγγραφείς κοινωνικών ουτοπιών ως αναγκαίες για την προφύλαξη της ιδανικής πολιτείας τους από ανεπιθύμητες μεταπτώσεις. Και ομολογουμένως ως προς αυτές ο Μορ εμφανίζεται κατά πολύ ηπιότερος από τον Πλάτωνα ή τον συγκαιρινό μας Σκίννερ.

Όπως κι αν διαβαστεί, η Ουτοπία δεν παύει να είναι ένα από τα κορυφαία έργα τής ουμανιστικής γραμματείας. Παρά τους πέντε αιώνες που διέρρευσαν από τη δημοσίευσή του, εξακολουθεί να θέλγει με τη ζωντάνια της γραφής του, να προβληματίζει με τις αμφισημίες του, να εντυπωσιάζει με τον ριζοσπαστισμό του και να εμπνέει όσους οραματίζονται μια δικαιότερη κοινωνία. Σε αυτό άλλωστε οφείλει κυρίως την υστεροφημία του ο συγγραφέας του, του οποίου τον χαρακτήρα και το τραγικό τέλος γνώρισε στο ευρύτερο κοινό η ταινία τού Φρεντ Τσίννεμαν Ένας άνθρωπος για όλες τις εποχές, βασισμένη στο ομότιτλο θεατρικό έργο τού Ρόμπερτ Μπολτ.

Σημείωση: Στη γλώσσα μας έχουν κυκλοφορήσει αρκετές μεταφράσεις της Ουτοπίας. Τα παραθέματά μου είναι από τη μετάφραση του Γιώργου Καραγιάννη (εκδόσεις Κάλβος, 1970), βασισμένη στην αγγλική μετάφραση του Paul Turner (1965), που είναι αρκετά πιστή στο λατινικό πρωτότυπο.

Σάββας Κονταράτος

Ομότ. καθηγητής της Α.Σ.Κ.Τ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL