Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τα όρια της επιστήμης

Έχει όρια η επιστήμη; Κι αν έχει, μπορεί να τα υπερβεί; Μάλλον πρόκειται για λάθος ερώτηση. Όρια έχουν τα πράγματα, οι περιοχές, οι οντότητες. Η επιστήμη δεν είναι τίποτα απ’ όλα αυτά. Μολονότι πολλές φορές ακούμε εκφράσεις που αντιδιαστέλλουν την επιστήμη με την κοινωνία, η διάκριση υπάρχει επειδή την κάνουμε και όχι επειδή είναι στη φύση της κοινωνίας ή της ίδιας της επιστήμης. Θα μπορούσαμε να ρωτήσουμε, κατ’ αναλογία, ποια είναι τα όρια της κοινωνίας; Ασφαλώς όχι. Κι όμως, αν υπάρχουν όρια από τη μία πλευρά, θα έπρεπε να υπάρχουν κι από την άλλη.

Παρ’ όλα αυτά, το αν είναι λάθος η ερώτηση εξαρτάται από τις απαντήσεις που μπορούν να δοθούν. Μια ερώτηση είναι τελεσίδικα λάθος αν δεν μπορούν να δοθούν απαντήσεις με νόημα. Περιέργως, στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούν να δοθούν και καταφατικές και αρνητικές απαντήσεις που έχουν νόημα, και μάλιστα χωρίς να αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Ας ξεκινήσουμε από την αρνητική απάντηση. Η επιστήμη δεν έχει όρια. Για να το εξηγήσουμε αυτό, χρειάζεται να κάνουμε μια σημαντική διάκριση. Η επιστήμη δεν πρέπει να ταυτίζεται με τη γνώση, αλλά με τη δυνατότητα της γνώσης μέσω μιας συγκεκριμένης μεθόδου. Η νεότερη δυτική επιστήμη εμφανίστηκε κάποια στιγμή στην Ιστορία για να αντικαταστήσει άλλους, εξίσου καλά εδραιωμένους τρόπους προσέγγισης της γνώσης, όπως ήταν η αριστοτελική φιλοσοφία, η καρτεσιανή μηχανοκρατία ή τα συστήματα γνώσης των μη δυτικών κοινωνιών. Κάθε τέτοιο σύστημα -και η σύγχρονη επιστήμη δεν αποτελεί εξαίρεση ως προς αυτό- περιλαμβάνει μια ολοκληρωμένη θέαση του κόσμου, μια συνεκτική «κοσμοεικόνα». Δεν αφήνει τίποτα απέξω. Ο αριστοτελισμός για πολλούς αιώνες ταυτιζόταν με τη Φιλοσοφία. Οτιδήποτε μπορούσαν να σκεφτούν οι άνθρωποι για τον κόσμο βρισκόταν μέσα στο πλαίσιο της αριστοτελικής φιλοσοφίας. Όταν από τα χρόνια του Διαφωτισμού άρχισε να εδραιώνεται σταδιακά η νεότερη επιστήμη, άρχισαν να γίνονται εμφανή τα όρια των προηγούμενων συστημάτων. Ωστόσο, η ίδια διεκδίκησε για τον εαυτό της την καθολικότητα: Αν υπάρχει ένας σωστός και λογικός τρόπος να μιλήσουμε για τον κόσμο, αυτός είναι ο επιστημονικός. Κανένας άλλος. Οτιδήποτε κείται πέραν του επιστημονικού τρόπου είναι ισχυρισμός άνευ νοήματος, είναι α/νοησία.

Μπορούμε να κάνουμε ένα νοητικό πείραμα διατυπώνοντας και κατόπιν προσπαθώντας να αξιολογήσουμε έναν ισχυρισμό που υπερβαίνει το πλαίσιο της επιστήμης. Το πιθανότερο είναι ότι, χωρίς δεύτερη σκέψη, θα τον απορρίψουμε ως παράλογο ή εσφαλμένο. Κι αν δεν τον βρούμε παράλογο ή εσφαλμένο, τότε θα θεωρήσουμε ότι ανήκει στην επικράτεια της πίστης ή της πεποίθησης, οι οποίες όμως δεν ταυτίζονται με τη γνώση. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό το γεγονός ότι όλες οι ψευδοεπιστημονικές απόψεις από τα τέλη του 19ου αιώνα και εντεύθεν όχι μόνο δεν αμφισβητούν την επιστημονική μέθοδο, αλλά προσπαθούν να πείσουν για την εγκυρότητά τους επικαλούμενες ακριβώς τη συμμόρφωσή τους μ’ αυτή.

Άρα, η επιστήμη καλύπτει τον γνωστικό μας ορίζοντα. Δεν υπάρχει τίποτα ή τουλάχιστον τίποτα που να έχει νόημα έξω από αυτή. Και όχι μόνο αυτό, αλλά δεν μπορούμε να διανοηθούμε τι θα μπορούσε να υπάρχει πέρα από την επικράτεια της επιστήμης. Η επιστήμη δεν έχει όρια.

 

Μέχρι τώρα μιλάμε για επιστήμη στον ενικό. Η επιστήμη, ωστόσο, είναι ένα ευρύ και πολύμορφο πεδίο πρακτικών. Υπό αυτή την έννοια, θα ήταν εξίσου σωστό και οπωσδήποτε πολύ πιο κοντά στην εμπειρία των ίδιων των επιστημόνων να μιλήσουμε για επιστήμες στον πληθυντικό. Όλες οι επιστήμες μοιράζονται την προσήλωση στον ορθολογισμό, στην εμπειρική θεμελίωση και τη μαθηματική αναπαράσταση της γνώσης (ή, ίσως, τον θαυμασμό γι’ αυτά τα άπιαστα ιδεώδη). Διαφέρουν, όμως, σε πολλά στοιχεία της μεθόδου με την οποία προσεγγίζουν το ειδικό αντικείμενό τους. Τι σχέση έχει η Φυσική με τη Βιολογία; Για να μην μιλήσουμε για τις διαφορές μεταξύ επιμέρους κλάδων της ίδιας επιστήμης. Αν ξαναθέσουμε λοιπόν σε αυτό το πλαίσιο το ερώτημα περί των ορίων της επιστήμης, τότε η απάντηση είναι ανεπιφύλακτα καταφατική. Οι επιστήμες έχουν όρια και μάλιστα πολλών ειδών. Εύκολα μπορούμε να σκεφτούμε τρία είδη ορίων:

- Τα εσωτερικά όρια κάθε επιστήμης. Καμιά επιστήμη δεν μπορεί να ερμηνεύσει όλα τα φαινόμενα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της εκκινώντας από ένα συνεκτικό σύνολο αξιωμάτων και παράγοντας ερμηνείες με μια καλά ορισμένη μέθοδο. Περιέργως, αυτός ο περιορισμός γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στις λεγόμενες αυστηρές επιστήμες, όπως δείχνουν τα θεωρήματα μη πληρότητας του Gödel που αφορούν τα Μαθηματικά και το πρόβλημα τερματισμού του Turing που αφορά την Επιστήμη των Υπολογιστών. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος περιορισμός ενυπάρχει σε κάθε επιστήμη ως εσωτερικό όριο της ίδιας της προβληματοθεσίας της. Καμιά επιστήμη δεν μπορεί να διατυπώσει με σαφήνεια όλα τα προβλήματα που εμπίπτουν στην ερευνητική της περιοχή. Μετά από πολλές δεκαετίες συζητήσεων, τα ερωτήματα που αφορούν τη λειτουργία της συνείδησης δεν μπορούν ακόμα να διατυπωθούν με τρόπο που να υποδεικνύει τη μορφή που θα έπρεπε να έχουν οι απαντήσεις τους ώστε να θεωρηθούν ικανοποιητικές, πολύ δε περισσότερο τον κλάδο που είναι αρμόδιος να αναζητήσει αυτές τις απαντήσεις - είναι η Βιολογία, η Ψυχολογία, η Επιστήμη των Υπολογιστών, η Γνωσιακή Επιστήμη;

- Τα όρια μεταξύ επιστημών. Τα όρια αυτά είναι γραμμές που απαγορεύεται να τις περάσει κάποιος ή που, για να τις περάσει, απαιτείται ειδική άδεια. Είναι όπως τα πολιτικά σύνορα που χωρίζουν επικράτειες στις οποίες τα άτομα έχουν διαφορετικά δικαιώματα. Τι δικαιώματα έχει ένας φυσικός στη χώρα της Βιολογίας; Και, όπως συμβαίνει με τα πολιτικά σύνορα, κατά μήκος των οριοθετικών γραμμών που χωρίζουν διαφορετικές επιστήμες ή διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους, αναπτύσσονται εντάσεις και εκδηλώνονται αψιμαχίες. Οι νέες επιστήμες -οι νέες επιστημονικές επικράτειες- γεννιούνται και νομιμοποιούνται πάντα μέσω τέτοιων αντιπαραθέσεων. Ακόμα πιο σημαντική, όμως, είναι μια άλλη ομοιότητα με τα πολιτικά σύνορα. Κατά μήκος των συνόρων δημιουργείται μια μεθοριακή ζώνη εντός της οποίας ανταλλάσσονται προϊόντα με τρόπους που δεν υπόκεινται στο δίκαιο καμιάς από τις εμπλεκόμενες περιοχές. Αυτό που στη γεωπολιτική εκδηλώνεται ως παρέκκλιση, το λαθρεμπόριο και η ανομία, στην επιστήμη είναι συχνά η πηγή της καινοτομίας. Είναι ακριβώς η ευκαιρία που δίνεται στις επιστήμες να ξεπερνούν τα εσωτερικά τους όρια.

- Η τρίτη μορφή ορίων είναι τα κοινωνικά όρια. Δεν πρόκειται, όμως, για τα όρια μεταξύ κοινωνίας και επιστήμης, επειδή τέτοια διάκριση δεν υφίσταται. Πρόκειται, αντιθέτως, για τα όρια που θέτει η επιστήμη ως κοινωνική δραστηριότητα. Η επιστήμη είναι αυτάρεσκη και πιστεύει ότι αποτελεί μια νησίδα αλήθειας μέσα σε έναν ωκεανό αμάθειας. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αυτός ο ελιτισμός έλαβε θεσμικό χαρακτήρα και μάλιστα αποτελεί ένα τόσο διαδεδομένο φαινόμενο που μετά βίας είναι πλέον παρατηρήσιμο. Η κοινωνία χωρίζεται σε ειδικούς και λαϊκούς. Ο δεύτερος όρος αποτελεί μετάφραση του αγγλικού laypeople που χρησιμοποιείται για να δηλώσει τους μη ειδικούς, αλλά κυριολεκτικά δηλώνει τους ανθρώπους που δεν έχουν λάβει το χρίσμα της ιερωσύνης. Σε αυτή την περίπτωση, λοιπόν, τα όρια τίθενται ανάμεσα σ’ αυτούς που γνωρίζουν και σ’ εκείνους που δεν γνωρίζουν, αλλά επίσης ανάμεσα σ’ αυτούς που γνωρίζουν με τον τρόπο της επιστήμης και σ’ εκείνους που γνωρίζουν με άλλους τρόπους. Οι πρώτοι έχουν δικαίωμα να απευθυνθούν στην κοινωνία ως σύνολο, ενώ οι δεύτεροι είναι υποχρεωμένοι να συμμορφωθούν.

 

Τι υπάρχει πέρα από τα όρια της επιστήμης; Οι ανεξερεύνητοι ορίζοντες της γνώσης, εκεί όπου μόνο το αστρόπλοιο Enterprise τολμά να ταξιδέψει. Η μεθόριος -«the final frontier»- όπως την εννοούσαν τον καιρό του εποικισμού της αμερικανικής ηπείρου. Και η επιστήμη διαρκώς προσπαθεί να σπρώξει αυτό το όριο πιο πέρα, να διευρύνει τους ορίζοντες της γνώσης. Μόνο που η συγκεκριμένη απάντηση υποκρύπτει μια σύγχυση ανάμεσα σε γνώση και επιστήμη. Αιτία αυτής της σύγχυσης, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι ότι η επιστήμη δεν έχει όρια - αποτελεί μια ηγεμονική πολιτισμική πρακτική της νεωτερικότητας, που έχει ταυτιστεί με το σύνολο της δυνατής γνώσης. Αν αντιστρέψουμε αυτή την ταύτιση, ωστόσο, και δούμε την επιστήμη ως μια πολιτική στον χώρο της γνώσης, η οποία επιβάλλει διακρίσεις και αντλεί εξουσία από τη μονοπωλιακή σχέση της με τη γνώση, τότε τα όρια κάνουν και πάλι την εμφάνισή τους. Με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στη φαντασία των trekkies, αλλά, παρ’ όλα αυτά, ως όρια που καλούν σε υπέρβαση.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι (μόνο) τι υπάρχει πέρα από τα όρια ούτε κατά πόσο μπορούμε να διευρύνουμε τη γνωστική επικράτεια της επιστήμης, αλλά (και) πώς μπορούμε να υπερβούμε τα όρια που θέτει η επιστήμη ως μια συγκεκριμένη πολιτική της γνώσης ώστε να αναδείξουμε νέες δυνατότητες γνώσης. Κι αν οι γνωσιολογικοί περιορισμοί που αφορούν τα εσωτερικά όρια των επιμέρους επιστημών είναι ανυπέρβλητοι, η υπέρβαση των ορίων μεταξύ των επιστημών και μεταξύ των διαφορετικών τρόπων γνώσης μπορεί να αποδειχθεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πρόκληση. Μάλιστα, αντίθετα απ’ ό,τι ενδεχομένως πιστεύουμε εξαιτίας της στερεοτυπικής αναπαράστασης του (άνδρα) επιστήμονα στη νεωτερική φαντασία, οι ενεργοί επιστήμονες συχνά είναι πρόθυμοι να διαβούν αυτά τα όρια και να εγκαταστήσουν το εικονικό τους κατάλυμα στη Ζώνη (για να θυμηθούμε το «Πικνίκ δίπλα στον δρόμο» των αδελφών Στρουγκάτσκι), στη μεθοριακή περιοχή όπου ανταλλάσσονται άγνωστα αντικείμενα και δοκιμάζονται ριψοκίνδυνες μεθοδολογίες για την κατανόηση του αγνώστου: στην ιριδίζουσα σφαίρα της διεπιστημονικότητας.

Ίσως μια ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση αποτελεί το αίτημα υπέρβασης των κοινωνικών ορίων που περιβάλλουν την επιστήμη. Η ενθάρρυνση των σχέσεων ανάμεσα σε διαφορετικούς τρόπους γνώσης που είχε οραματιστεί ο Paul Feyerabend αποκτά στις μέρες μας νέα επιτακτικότητα. Δεν πρόκειται πλέον για την κατάλυση της ιεραρχίας ανάμεσα στη δυτική ιατρική και το βουντού ή την αγιουρβέδα, αλλά για την αναζήτηση τρόπων με τους οποίους οι τεχνολογικά και επιστημονικά εγγράμματοι πολίτες θα συμμετέχουν στην παραγωγή γεγονότων και μεθοδολογιών που αφορούν την κατανόηση του κόσμου. Η μακροχρόνια ιδεολογική ηγεμονία της επιστήμης και η συνακόλουθη εξοικείωση των πολιτών με τις δυνατότητες και τους περιορισμούς της επιστημονικής έρευνας έχουν δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ένα νέο καθεστώς γνώσης στο πλαίσιο του οποίου αίρεται η διάκριση ανάμεσα σε ειδικούς και μη ειδικούς· ένα καθεστώς όπου καταλύονται τα όρια του εργαστηρίου και αναγνωρίζεται η συμβολή όλων των δρώντων στην παραγωγή νέας γνώσης. Το κεντρικό αίτημα που αναδεικνύεται σ’ αυτό το νέο πλαίσιο αφορά την αναγνώριση της ενδεχομενικότητας της γνώσης και τη δημιουργία διαδικασιών που θα επιτρέπουν τη συλλογική διαχείριση των προκλήσεων που η ενδεχομενικότητα αυτή θέτει στην κοινωνία. Πρόκειται, ασφαλώς, για ένα αίτημα πολιτικό, το οποίο προσβλέπει σε μια νέα πολιτική οικονομία της γνώσης, αλλά και για ένα κοινωνικό εγχείρημα που προσβλέπει στην εξερεύνηση μιας πρωτόγνωρης ιστορικής δυνατότητας: της δημοκρατίας στον χώρο της γνώσης.

 

Μανώλης Πατηνιώτης

 

Το κείμενο συνοψίζει την τοποθέτηση του γράφοντος στη συζήτηση για «Τα όρια της επιστήμης», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του Athens Science Festival, στις 6 Απριλίου 2019 με συντονιστή τον Βασίλη Κωνσταντούδη

Δείτε όλα τα σχόλια