Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Βραχυχρόνιες μισθώσεις: ευκαιρία να συζητήσουμε για το δικαίωμα στην κατοικία

Της Σιατίτσα Δήμητρα*

 

Η επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων μέσω ηλεκτρονικών πλατφορμών για τουριστική χρήση επεκτάθηκε ραγδαία τα τελευταία δύο-τρία χρόνια και στην Ελλάδα, έχοντας φτάσει στις αρχές του 2019 τις 51.000 εγγραφές στο Μητρώο του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ από μελέτες των στοιχείων στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες εκτιμάται ότι οι κατοικίες που διατέθηκαν για βραχυχρόνια μίσθωση το 2018 σε όλη την Ελλάδα φτάνουν τις 120.000.

Η τάση αυτή πυροδότησε την αναθέρμανση της αγοράς κατοικίας και της οικοδομής, τη δημιουργία θέσεων εργασίας και νέων επιχειρήσεων στον τομέα του τουρισμού, της εστίασης και της διαχείρισης ακινήτων, την ενεργοποίηση ενός λιμνάζοντος κτιριακού αποθέματος, και έδωσε διέξοδο σε χιλιάδες μικρο-ιδιοκτήτες που απέκτησαν συμπληρωματικό ή μοναδικό εισόδημα, μετά από δέκα χρόνια ύφεσης και στασιμότητας. Παράλληλα, όμως, οι τιμές των ενοικίων αυξήθηκαν κατακόρυφα, ενώ σε πολλές περιοχές είναι αδύνατον να βρεθεί διαθέσιμη κατοικία για μακροχρόνια μίσθωση, τουλάχιστον σε τιμές που να ανταποκρίνονται στο εισόδημα των μόνιμων κατοίκων και εργαζομένων.

Οικονομική μεγέθυνση και επιχειρηματικότητα με τι όρους;

Η αύξηση του τουρισμού και οι επενδύσεις στην αγορά ακινήτων αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες της οικονομικής μεγέθυνσης που καταγράφεται τα τελευταία δύο χρόνια στην Ελλάδα. Από την άλλη, είναι σαφές ότι είμαστε μπροστά στη διαμόρφωση μιας νέου τύπου επιχειρηματικής δραστηριότητας που χρησιμοποιεί το οικιστικό απόθεμα για τουριστική χρήση, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητα των πόλεων και στην πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή κατοικία, ιδιαίτερα για τους πιο ευάλωτους.

Η συζήτηση δεν είναι εύκολη, καθώς πρόκειται για ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα, που βρίσκεται σε δυναμική εξέλιξη, με αντιφατικές συνέπειες, που δεν προσφέρεται για εύκολες απαντήσεις. Προσπαθώντας να ξεφύγουμε από την υπερβολή που χαρακτηρίζει συχνά τον δημόσιο διάλογο, είτε δαιμονοποίησης του φαινομένου είτε υποτίμησης των αρνητικών επιπτώσεων, θα πρέπει να δούμε πολύ σοβαρά τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των σημερινών τάσεων.

Το δίλημμα μεταξύ της διευκόλυνσης των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας, από τη μια, και της επιβολής ρυθμίσεων για να την προστασία της μόνιμης κατοικίας και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των τόπων, από την άλλη, είναι δύσκολο σε μια χώρα που βγαίνει από την κρίση, και που ούτως ή άλλως ιστορικά ρυθμίζει τα θέματα αστικής ανάπτυξης με τη λογική του laisser-faire. Η εμπειρία από άλλες ευρωπαϊκές χώρες και πόλεις, όπου το φαινόμενο προηγήθηκε, έχει δείξει ότι παρά τις όποιες προσπάθειες περιορισμού ή/και απαγόρευσης, και παρότι μπορεί να έχουν πιο ανεπτυγμένα συστήματα χωρικού σχεδιασμού και αποτελεσματικούς μηχανισμούς ελέγχου, δεν έχουν καταφέρει να μετριάσουν τις σαρωτικές επιπτώσεις στις τιμές κατοικίας και τη ζωή των πόλεων.

Το φαινόμενο που έχουμε μπροστά μας δεν αφορά τον ανταγωνισμό μεταξύ τουριστικών και ξενοδοχειακών επιχειρήσεων με την μεσαία τάξη (τους μικρο-ιδιοκτήτες) για το ποιος θα καρπωθεί τα οικονομικά οφέλη που φέρνει το μεγάλο τουριστικό ρεύμα. Πρόκειται για ένα νέο πεδίο δραστηριοποίησης του επενδυτικού κεφαλαίου, που συνδυάζει την επένδυση σε ακίνητα με την τουριστική αξιοποίησή τους, το οποίο όσο θα συγκεντροποιείται θα δυσκολεύει τους μικρότερους παίκτες και θα παίρνει πιο επαγγελματοποιημένα χαρακτηριστικά.

Ο νευραλγικός ρόλος της ενοικιαζόμενης κατοικίας

Η διείσδυση των βραχυχρόνιων μισθώσεων στα οικιστικά ακίνητα έχει στρέψει τα φώτα στον ενοικιαζόμενο τομέα, αναδεικνύοντας το σημαντικό ρόλο που παίζει, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, για τη διασφάλιση οικονομικά προσιτής κατοικίας σε χαμηλά εισοδήματα, μετανάστες, νέους, ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.

Όταν μιλάμε για την κατοικία στην Ελλάδα, η προσοχή μας συνήθως εστιάζεται στο μεγάλο ποσοστό ιδιοκατοίκησης -το σύνηθες άλλοθι για την απουσία κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής- και στο μεγάλο ποσοστό πολυ-ιδιοκτησίας, που μετατρέπει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού σε πάροχο ενοικιαζόμενης κατοικίας. Παρόλα αυτά, διαχρονικά περίπου το 20% του πληθυσμού ζει σε ενοικιαζόμενη κατοικία, ενώ το ποσοστό αυτό στον Δήμο της Αθήνας είναι κοντά στο 40%. Ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα όπου επικράτησε το μοντέλο της πολυκατοικίας της αντιπαροχής, διαμορφώθηκε ένα εξαιρετικά κατακερματισμένο και διαφοροποιημένο οικιστικό απόθεμα το οποίο αποτέλεσε τον υποδοχέα για διαδοχικά ρεύματα νεοφερμένων, με αποτέλεσμα την πυκνή κοινωνική ανάμειξη που χαρακτηρίζει τις ελληνικές πόλεις. Η δε οριζόντια κοινωνική διάχυση και ο κατακερματισμός της ιδιοκτησίας αποτέλεσαν (και αποτελούν) ανάχωμα σε διαδικασίες εξευγενισμού και εντατικής κερδοσκοπίας στην κατοικία.

Με δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει καθόλου κοινωνικό στεγαστικό τομέα (κατοικίες που ανήκουν στο δημόσιο ή σε μη-κερδοσκοπικούς φορείς και διατίθενται με χαμηλό ενοίκιο, συνήθως ύψους ανάλογου του εισοδήματος), θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι το κτιριακό απόθεμα, για το οποίο αυτή τη στιγμή ανταγωνίζονται η τουριστική με την οικιστική χρήση, είναι το μόνο που διαθέτουμε για την κάλυψη των στεγαστικών αναγκών χαμηλών εισοδημάτων και για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής κατοικίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι μια σειρά από κοινωνικά στεγαστικά προγράμματα (για πρόσφυγες, αστέγους, ψυχικά ασθενείς κα) αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας λόγω του περιορισμού των διαθέσιμων κατοικιών και της ανόδου των τιμών.

Επιπλέον, το επενδυτικό ενδιαφέρον για αγορά κατοικιών, παράλληλα με το γεγονός ότι η προοπτική της αγοράς ιδιόκτητης κατοικίας έχει περιοριστεί για πολλά νοικοκυριά στην Ελλάδα, μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα επιπτώσεις και στη δομή και τα χαρακτηριστικά της ιδιοκτησίας στη χώρα. Την περίοδο αυτή πολλά ακίνητα αλλάζουν χέρια, συχνά για μικρά ποσά. Με δεδομένο ότι στην Ελλάδα δεν είχαμε μέχρι σήμερα θεσμικούς ιδιοκτήτες στην ενοικιαζόμενη κατοικία, δηλαδή εταιρείες ή επενδυτές που αγόραζαν κατοικία για εκμετάλλευση, διαμορφώνεται μια νέου είδους επιχειρηματικότητα, και θα πρέπει να συζητηθούν οι προδιαγραφές και οι κανόνες με τους οποίους λειτουργεί.

Μια πολιτική κινήτρων για την κατοικία, και όχι απαγορεύσεων

Υπό το πρίσμα των παραπάνω τάσεων, για τις οποίες δυστυχώς δεν έχουμε πλήρη και επαρκή στοιχεία, ώστε να τις κατανοήσουμε στις πραγματικές τους διαστάσεις, υπάρχει ανάγκη για μια ενεργητική αντίρροπη πολιτική που δεν θα είναι προσανατολισμένη στις απαγορεύσεις και τα περιοριστικά μέτρα (που συνήθως δεν ελέγχονται και διευρύνουν τον άτυπο τομέα), αλλά θα δίνει εναλλακτική διέξοδο για την αξιοποίηση του αποθέματος με κοινωνικό όφελος.

Παράλληλα και πέρα από τους όποιους περιορισμούς θεωρούνται απαραίτητοι ή την αυτονόητη φορολόγηση των εσόδων, χρειάζονται μέτρα που θα έχουν ως στόχο την ενίσχυση των μακροχρόνιων μισθώσεων, ιδιαίτερα για χαμηλά εισοδήματα, την προστασία και υποστήριξη της μόνιμης κατοικίας και τη διατήρηση της κοινωνικής ανάμειξης στα κέντρα των πόλεων. Όπως ανέπτυξα και παραπάνω, ο ενοικιαζόμενος τομέας, που κατά κύριο λόγο ανήκει σε μικρο-ιδιοκτήτες, είναι νευραλγικός για την άσκηση κοινωνικής στεγαστικής πολιτικής, πέρα από τις όποιες προσπάθειες για την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας, κάτι το οποίο δεν μπορεί παρά να αφορά περιορισμένο αριθμό δικαιούχων και απαιτεί μακροχρόνια προετοιμασία.

Η πολιτική αυτή μπορεί να περιλαμβάνει1:

μέτρα για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης μεταξύ ιδιοκτητών-ενοικιαστών, με παρακολούθηση του τομέα, διαμόρφωση ενός δίκαιου πλαισίου επίλυσης διαφορών, υποστήριξη ενοικιαστών με οικονομική δυσχέρεια,

κίνητρα για μισθώσεις με κοινωνικό ενοίκιο, με μηχανισμό για τη διαμεσολάβηση προσφοράς και ζήτησης, με φοροαπαλλαγές για τη διάθεση κατοικιών για κοινωφελή σκοπό, με εγγυήσεις καλής κατάστασης, εργαλεία για την επιχορήγηση ή την άτοκη δανειοδότηση της επισκευής και συντήρησης, κ.α.,

ενίσχυση της ανάπτυξης ενός μη-κερδοσκοπικού επαγγελματοποιημένου ενοικιαζόμενου τομέα, με την ενεργοποίηση των Δήμων, κοινωνικών οργανώσεων και φορέων της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.

Τα παραπάνω, βεβαίως, απαιτούν την πολιτική και συλλογική βούληση να επενδύσουμε σαν κοινωνία σε μια μακροπρόθεσμη πολιτική για την κατοικία και την πόλη, απέναντι στην διαβρωτική ταχύτητα της αγοράς και την προτίμηση σε ατομικές λύσεις. Ο προβληματισμός που έχει προκαλέσει η επέκταση των βραχυχρόνιων μισθώσεων είναι μια ευκαιρία να σκεφτούμε σε τι πόλεις θέλουμε να ζήσουμε και πώς μπορούμε να διασφαλίσουμε το δικαίωμα στην κατοικία για όλες και όλους.

* Διδάκτορας αρχιτεκτονικής-πολεοδομίας ΕΜΠ

 

1 Μια πιο εκτεταμένη παρουσίαση των μέτρων που αναφέρονται θα βρείτε στο βιβλίο της συγγραφέως με τίτλο Που ζεις; Κατοικία στην Ελλάδα: επιπτώσεις της λιτότητας και προοπτικές, που θα κυκλοφορήσει από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ.

Δείτε όλα τα σχόλια