Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ελληνοτουρκική διαμάχη: Η διαφορά του καθορισμού της υφαλοκρηπίδας και το θέμα των χωρικών υδάτων[1]

Gilles Bertrand

 

Η διαφορά του καθορισμού της υφαλοκρηπίδας είναι αναμφισβήτητα το πιο σημαντικό ζήτημα. Όπως επεξηγεί η Marie-Françoise Mondeil, «ο όρος της υφαλοκρηπίδας έκανε την εμφάνισή του στη διεθνή πρακτική με την δήλωση Τρούμαν της 28ης Σεπτεμβρίου 1945. Αφορά στο σύνολο του βυθού και στο υπέδαφός του, πέρα από τα χωρικά ύδατα, επί του οποίου το κάθε παράκτιο κράτος μπορεί να ασκεί κυριαρχικά δικαιώματα, στοχεύοντας στην έρευνα και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων».

Το 1970, η χούντα των συνταγματαρχών στην Ελλάδα παραχώρησε στην κοινοπραξία «North Aegean Petroleum Company (NAPC)», άδεια υποβρυχίων ερευνών στην περιοχή ανάμεσα στην Χερσόνησο του Άθω και στα ελληνοτουρκικά σύνορα, με νότιο όριο το νησί της Σαμοθράκης. Το Δεκέμβριο του 1972, ένα κοίτασμα φυσικού αερίου ανακαλύφθηκε στα ανοικτά της νήσου της Θάσου. Η εκμετάλλευση αυτού του κοιτάσματος υποτίθεται ότι θα κάλυπτε το 10% των αναγκών της Ελλάδας. Η ραγδαία άνοδος της τιμής του πετρελαίου από τον Οκτώβριο του 1973 προσδίδει σε αυτό το κοίτασμα εξαιρετική σημαντικότητα.

Την 1η Νοεμβρίου 1973, η επίσημη εφημερίδα της τουρκικής κυβέρνησης δημοσιεύει τη χορήγηση άδειας για τη διενέργεια ερευνών στην Κρατική Εταιρία Πετρελαίου της Τουρκίας (Türkiye Petrolleri Anonim Οrtaklιğι, TPAO), σε μία περιοχή της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, η οποία καλύπτει, σύμφωνα με το συνημμένο χάρτη, ένα τμήμα της υφαλοκρηπίδας που διεκδικεί η Ελλάδα, σύμφωνα με τη σύμβαση της Γενεύης του 1958, αλλά και των ελληνικών χωρικών υδάτων στα ανοικτά των νήσων Σαμοθράκης, Άγιος Ευστράτιος, Λέσβος, Ψαρά και Αντιψαρά. Σε συνέχεια των ελληνικών διαβημάτων διαμαρτυρίας, η τουρκική κυβέρνηση προτείνει διαπραγματεύσεις, τις οποίες η Αθήνα αποδέχεται υπό τον όριο αυτές να εδράζονται στο Διεθνές Δίκαιο.

Εντούτοις, την 29η Μαΐου 1974, εμφανίζεται ένα τουρκικό ερευνητικό ωκεανογραφικό σκάφος, το Çandarlι, συνοδευόμενο από 32 πολεμικά πλοία. Όμως, δεν εισέρχεται τελικά στις διαφιλονικούμενες περιοχές. Στις 18 Ιουλίου 1974, σε περίοδο μεγάλης κρίσης στο Κυπριακό, η τουρκική κυβέρνηση παραχωρεί νέες άδειες έρευνας σε περιοχές της υφαλοκρηπίδας δυτικά της Σαμοθράκης, όπως και στο Αρχιπέλαγος των Δωδεκανήσων.

Τον Αύγουστο του 1976, ένα δεύτερο τουρκικό πλοίο, το Hora (το οποίο μετονομάστηκε σε Sismik I) στάλθηκε για έρευνες για υδρογονάνθρακες σε μία διαφιλονικούμενη περιοχή δυτικά της Λέσβου. Η κρίση που ακολούθησε (από τις 6 ως τις 10 Αυγούστου), θα πρέπει να σχετικοποιηθεί. Όλα καταδεικνύουν ότι καμία από τις δύο κυβερνήσεις δεν θέλησε να ωθήσει τα πράγματα στα άκρα. Μόλις δύο πολεμικά πλοία συνόδευαν το τουρκικό σκάφος. Το ελληνικό πολεμικό ναυτικό παρακολουθούσε αυτές τις κινήσεις, χωρίς ωστόσο να παράσχει αναλυτικές πληροφορίες για το συγκεκριμένο θέμα στα μέσα ενημέρωσης, προκειμένου να αποφύγει την πολιτική εκμετάλλευση του θέματος και να προκαλέσει την οργή της κοινής γνώμης.

Μία πολύ πιο σοβαρή κρίση λαμβάνει χώρα το 1987. Στις 6 Μαρτίου η ελληνική κυβέρνηση καταθέτει ένα σχέδιο νόμου, με αντικείμενο την κρατικοποίηση της εταιρίας NAPC, η οποία εκμεταλλεύεται το κοίτασμα της Θάσου. Η τουρκική κυβέρνηση ερμηνεύει αυτή την κίνηση ως «πρελούδιο» για νέες έρευνες. Στις 25 Μαρτίου η τουρκική εταιρία TRAO λαμβάνει άδειες για νέες έρευνες σε διαφιλονικούμενες περιοχές ανάμεσα στις νήσους Λέσβο, Λήμνο και Σαμοθράκη. Στις 27 Μαρτίου το Sismik II εισέρχεται στην συγκεκριμένη περιοχή, προκαλώντας μία πολύ σκληρή ελληνική αντίδραση. Σημαίνει συναγερμός στις ένοπλες δυνάμεις και διακόπτονται προσωρινά οι τηλεπικοινωνίες στην αμερικανική βάση στη Νέα Μάκρη. Το επιτελείο διαχείρισης της κρίσης συνεδριάζει όλη την νύχτα της 27ης προς την 28η του μηνός. Η κρίση αποσοβείται την επομένη, όταν ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας Turgut Özal, ο οποίος βρίσκεται στην Μεγάλη Βρετανία μετά από μία ιατρική καρδιολογική επέμβαση στις Ηνωμένες Πολιτείες, δηλώνει στο BBC ότι η Τουρκία δεν θα αποστείλει πλοία στην διεκδικούμενη περιοχή εάν και η Ελλάδα πράξει το ίδιο. Με δεδομένο ότι κανένα ελληνικό ωκεανογραφικό πλοίο δεν βρίσκεται στην περιοχή, ο Πρωθυπουργός της Τουρκίας αναγκάζει το Sismik II να αποσυρθεί, αρνούμενος ταυτόχρονα ότι βρίσκεται εκεί. Η Τουρκία υποχωρεί, χωρίς όμως να εκτεθεί επικοινωνιακά.

Παρόλο που οι κρίσεις αυτές οδηγούν σε απειλές για καταφυγή σε χρήση βίας, προκαλούν επίσης και μία έντονη διπλωματική δραστηριότητα. Η Ελλάδα προσφεύγει κατεπειγόντως στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, μετά από το επεισόδιο με το Sismik I. Η απόφαση 395 (25 Αυγούστου 1976) καλεί για μείωση της έντασης και επίλυση της διαφοράς με ειρηνικά μέσα. Από τις 27 Ιανουαρίου 1975, η ελληνική κυβέρνηση προτείνει την υποβολή της διαφοράς της υφαλοκρηπίδας στο Διεθνές Δικαστήριο. Η τουρκική κυβέρνηση εμφανίζεται διατεθειμένη να ακολουθήσει αυτή τη λύση, σε συνέχεια ανακοινωθέντος που εκδίδεται μετά από τη συνάντηση των Πρωθυπουργών Süleyman Demirel και Κωνσταντίνου Καραμανλή, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες (31 Μαΐου), αλλά και σε αντίστοιχο μετά από τη συνάντηση τεχνοκρατών από τις δύο πλευρές στη Βέρνη (2-11 Νοεμβρίου). Έπειτα, όμως, η τουρκική κυβέρνηση προτείνει διμερείς διαπραγματεύσεις και αρνείται την κοινή προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι το συγκεκριμένο δικαστήριο δεν εξετάζει υποθέσεις, παρά μόνο μετά από κοινή προσφυγή των μερών, απορρίπτεται η μονομερής προσφυγή της Ελλάδας σε αυτό (η προσφυγή κατατέθηκε στις 10 Αυγούστου 1976 κι απορρίφθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1978).

Η διαφορά σε σχέση με την υφαλοκρηπίδα εδράζεται σε δύο διαφορετικές αναγνώσεις του δικαίου της θάλασσας. Σύμφωνα με την Ελλάδα, η οποία βασίζεται στο άρθρο 1(β) της Σύμβασης της Γενεύης του 1958, τα νησιά διαθέτουν δική τους υφαλοκρηπίδα, όπως ακριβώς και οι ηπειρωτικές ακτές. Η οριοθέτηση, λοιπόν, της υφαλοκρηπίδας πρέπει να γίνει στη βάση της μέσης γραμμής από τις τουρκικές ακτές και τις αντίστοιχες των ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Εν αντιθέσει, οι νομικοί της Τουρκίας εκτιμούν ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα στα κράτη με νησιωτικά συμπλέγματα, όπως είναι η Ινδονησία, και στα ηπειρωτικά κράτη που διαθέτουν νησιά. Τα μεν πρώτα μπορούν να διεκδικήσουν υφαλοκρηπίδα για τα νησιά τους, αλλά όχι και τα δεύτερα. Η τουρκική κυβέρνηση θεωρεί ότι τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου αποτελούν φυσική προέκταση της πλάκας της Ανατολίας. Στο πλαίσιο αυτό, τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου τα οποία γειτνιάζουν με την Ανατολία θα πρέπει, σύμφωνα με τους Τούρκους ειδικούς, να εξαιρούνται από το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, καθώς σύμφωνα με τους ίδιους, το Αιγαίο αποτελεί μία ημιπερίκλειστη θάλασσα και τα νησιά αυτά μια ιδιαίτερη περίπτωση.

Η Σύμβαση του 1958 κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 14 Ιουλίου 1972. Η σύμβαση για το δίκαιο της θάλασσας υιοθετήθηκε στο Montego Bay της Τζαμάικα στις 30 Απριλίου 1982 από 130 κράτη. Αλλά δεν τέθηκε σε ισχύ παρά στις 16 Νοεμβρίου 1994 (μετά από την κύρωσή της από 60 κράτη, η Ελλάδα την κύρωσε στις 31 Μαΐου 1995). Η Τουρκία δεν συμμετέχει σε καμία από τις δύο αυτές συμβάσεις. Τέσσερα κράτη που ήταν παρόντα στο Montego Bay ψήφισαν ενάντια στη Σύμβαση. Το Ισραήλ εξαιτίας του θέματος της Παλαιστίνης, οι ΗΠΑ, η Τουρκία και η Βενεζουέλα λόγω της ύπαρξης νήσων πολύ κοντά στις ακτές τους, αλλά τα οποία δεν τους ανήκουν. Ο λόγος βέβαια είναι ότι η Σύμβαση επιτρέπει σε αυτά τα νησιά να έχουν χωρικά ύδατα και υφαλοκρηπίδα, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ένας Έλληνας νομικός.

Το ζήτημα των χωρικών υδάτων

Παραδοσιακά τα χωρικά ύδατα εκτείνονταν στα 3 ναυτικά μίλια από τις ακτές. Πολλά κράτη τα αύξησαν μονομερώς στα 12 μίλια, όπως ορίζεται ως ανώτατο όριο από τη Σύμβαση του 1982 (άρθρο 3). Στο Αιγαίο τα χωρικά ύδατα ορίστηκαν στα 6 μίλα το 1936. Η κύρωση της Σύμβασης επιτρέπει θεωρητικά στην Ελλάδα να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια. Από τα 13 κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν θαλάσσιες ακτές τα 10 τα έχουν επεκτείνει στα 12 μίλια. Εξαιρέσεις αποτελούν η Δανία (3 μίλια), η Φινλανδία (4 μίλια) και η Ελλάδα. Η τουρκική κυβέρνηση επέκτεινε τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια στη Μαύρη Θάλασσα και στη Μεσόγειο, όμως εκτιμά, ότι σε περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει στα 12 μίλια τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο, αυτά θα καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της υφαλοκρηπίδας. Στο πλαίσιο αυτό οι διεκδικούμενες περιοχές από την Τουρκία γύρω από τη Σαμοθράκη, αλλά και τα Δωδεκάνησα και τις Κυκλάδες, θα καλύπτονταν από τα ελληνικά χωρικά ύδατα.

Η τουρκική κυβέρνηση φοβάται στο πλαίσιο αυτό ότι το Αιγαίο θα μεταβληθεί σε «ελληνική λίμνη», γεγονός που θα παραβίαζε την ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Μετά από την υπογραφή της Σύμβασης του 1982, οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση ήταν ανήσυχες για την πιθανότητα επέκτασης των χωρικών υδάτων από την Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό η αμερικανική κυβέρνηση δήλωσε ότι εξακολουθεί να αναγνωρίζει μόνο τα 3 ναυτικά μίλια χωρικών υδάτων της Ελλάδας, γεγονός που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, όχι μόνο στην Ελλάδα.

Η αλήθεια είναι ότι με τον περιορισμό των διεθνών υδάτων θα μειώνονταν οι πιθανότητες ελιγμών για το τουρκικό πολεμικό ναυτικό. Αντίθετα, όπως υπενθυμίζει ο καθηγητής Γεώργιος Πολιτάκης, όλα τα πλοία, ακόμη και εκείνα του πολεμικού ναυτικού έχουν δικαίωμα «αβλαβούς διέλευσης» στα εθνικά χωρικά ύδατα ενός τρίτου κράτους, σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 23 της Σύμβασης του 1958 και τα αντίστοιχα 17 και 23 εκείνης του 1982. Η έναρξη της εφαρμογής σε ισχύ της Σύμβασης του Montego Bay, στις 16 Νοεμβρίου 1994, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στην Τουρκία. Σε συνέχεια της κύρωσης της Σύμβασης από το ελληνικό κοινοβούλιο (31 Μαΐου 1995), το τουρκικό κοινοβούλιο επιβεβαίωσε στις 8 Ιουνίου την πλήρη ελευθερία δράσης στην τουρκική κυβέρνηση, προκειμένου να «διασφαλίσει τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο, συμπεριλαμβανομένων και των πολεμικών μέσων. Μέχρι σήμερα η κυβέρνηση της Ελλάδας απείχε από το να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια. Με στόχο ίσως τη διατήρηση ενός διαπραγματευτικού χαρτιού στα χέρια της;

Μετάφραση: Νικόλας Κουντούρης

 

[1] Τμήμα άρθρου του Γάλλου διεθνολόγου Gilles Bertrand, δημοσιευμένο το 2003 στο γαλλικό επιστημονικό περιοδικό του Institut français d’études anatoliennes. Στμ: το συγκεκριμένο άρθρο επιλέχθηκε γιατί μπορεί να παράσχει μία ανάλυση ιστορικού βάθους, σε ένα ζήτημα που επανεμφανίζεται διαρκώς στην πολιτική επικαιρότητα. Η κατανόηση των απαρχών των ενεργειακών διεκδικήσεων και ανταγωνισμών μπορεί να αποσαφηνίσει και τις τρέχουσες εξελίξεις και στρατιωτικές συμπεριφορές στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο.

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Όλες οι Ειδήσεις