Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Σημαντική η πολιτική στροφή στην Αργεντινή εν μέσω μιας γειτονιάς που φλέγεται

Της Μαρίας Δαμηλάκου*

Θα μπορούσε να είναι το επόμενο πιόνι στο ντόμινο των εξεγερμένων κοινωνιών που τις τελευταίες εβδομάδες βλέπουμε σε αρκετές χώρες της Νότιας Αμερικής. Βυθισμένος σε μια βαθιά οικονομική κρίση, με τον πληθωρισμό να κατατρώει μισθούς και συντάξεις και το κόστος ζωής να ανεβαίνει απειλητικά, ο αργεντινός λαός θα μπορούσε για άλλη μια φορά να καταλάβει τους δρόμους και να εκφράσει την οργή του στέλνοντας μηνύματα απόρριψης σύσσωμου του πολιτικού κόσμου. Ευτυχώς όχι. Η προοπτική των εκλογών συγκράτησε την κοινωνική δυσαρέσκεια και η κυβερνητική αλλαγή έδωσε ανάσα στις λαϊκές προσδοκίες. Ο περονισμός επιστρέφει στην εξουσία της Αργεντινής και καλείται για άλλη μια φορά να διαχειριστεί μια νέα οξεία οικονομική κρίση η οποία από αρκετούς αναλυτές θεωρείται χειρότερη ακόμη και από τη χρεωκοπία των ετών 2001-2002.

Κατά γενική ομολογία η νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική του απερχόμενου προέδρου Μαουρίσιο Μάκρι απέτυχε παταγωδώς. Η αισιοδοξία με την οποία στην αρχή της προεδρίας του αντιμετώπιζε το θέμα του πληθωρισμού, την εξάλειψη της φτώχειας, και κυρίως την προσέλκυση ξένων επενδύσεων -χάρη στην «εξοικείωσή» του με τον κόσμο της αγοράς και τη συμπάθεια της οποίας έχαιρε από το παγκόσμιο κατεστημένο- εξανεμίστηκε από νωρίς και η πίστωση χρόνου που του έδωσε ο αργεντινός λαός εξαντλήθηκε. Σήμερα το κομμάτι του πληθυσμού που ζει κάτω από το όριο της φτώχειας αυξήθηκε κατά 5 εκατομμύρια σε σχέση με το 2015, ενώ ο πληθωρισμός, έχοντας ξεπεράσει το 50% ετησίως, είναι ο τρίτος ψηλότερος σε παγκόσμιο επίπεδο. Η επίσημη ανεργία ξεπέρασε το 10%, οι πραγματικοί μισθοί έπεσαν κατά 20% με 30%, και η Αργεντινή έχασε στη Λατινική Αμερική την πρωτιά στους καλύτερους μισθούς σε δολάρια την οποία κατείχε άνετα την περίοδο 2010-2015. Όσον αφορά τις ξένες επενδύσεις, η Αργεντινή τα τελευταία χρόνια προσέλκυσε, χάρη στα υψηλά επιτόκια, μόνο κερδοσκοπικά κεφάλαια, τα οποία από το 2018 άρχισαν να εγκαταλείπουν τη χώρα, με αποτέλεσμα την προσφυγή της στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την ταχύτατη υπερχρέωσή της.

Οι λόγοι της αποτυχίας είναι πολλοί, αλλά κατά τον κοινωνιολόγο και διπλωμάτη Μαρτίν Λαφόργκε μπορούν να συνοψιστούν στη λανθασμένη διάγνωση της δομής τόσο της αργεντινής οικονομίας όσο και του σημερινού παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Η διάρθρωση της αργεντινής οικονομίας διαφέρει σημαντικά από αυτή γειτονικών χωρών, όπως η Χιλή, η οικονομία της οποίας είναι απόλυτα εξωστρεφής και βασισμένη σε εξαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, όπως ο χαλκός. Αντίθετα, η κινητήριος δύναμη της αργεντινής οικονομίας είναι η εσωτερική αγορά. Με άλλα λόγια, η αργεντινή οικονομία, για να λειτουργήσει, προϋποθέτει την ύπαρξη μιας μεγάλης εσωτερικής αγοράς καταναλωτών ή αλλιώς την ύπαρξη μεσαίων και λαϊκών στρωμάτων ικανών να καταναλώσουν, να ψυχαγωγηθούν, να ταξιδέψουν. Αυτές οι μέτριες και μικρές οικονομικές δυνατότητες, αποτυπωμένες σε κοινωνικές συνήθειες και συνοδευόμενες από αντίστοιχες νοοτροπίες -αυτό που ο αργεντινός ιστορικός Αλπερίν Ντόνγκι ονομάζει «μακρά επιβίωση της περονικής εμπειρίας», αναφερόμενος στις βαθιές κοινωνικές αλλαγές που επέφερε ο περονισμός στη χώρα από το 1945- είναι που κάνουν την Αργεντινή να διαφέρει από τις περισσότερες λατινοαμερικανικές χώρες ως κοινωνία με σχετικά πολυπληθή μεσαία και χαμηλομεσαία στρώματα. Ο καταποντισμός της αγοραστικής δύναμης αυτών των στρωμάτων, με τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό και τα υπέρογκα αυξημένα τιμολόγια φυσικού αερίου και ηλεκτρικού ρεύματος να απορροφούν μεγάλο μέρος των εισοδημάτων, έπληξε καίρια την οικονομία της Αργεντινής και έφερε το ένα τρίτο του πληθυσμού κάτω από τα όρια της φτώχειας. Το ποσοστό αυτό είναι αντίστοιχο με εκείνο της άλλοτε πάμφτωχης γειτονικής Βολιβίας, η οποία όμως χάρη στις αναπτυξιακές και αναδιανεμητικές πολιτικές του Έβο Μοράλες, κατάφερε να μειώσει σημαντικά την κοινωνική ανισότητα από το 2006 και εξής.

Αλλά και η δομή του σημερινού παγκόσμιου συστήματος διαγνώστηκε λανθασμένα από τον Μάκρι, σύμφωνα με τον Λαφόργκε. Ο απερχόμενος πρόεδρος έβλεπε το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα σαν να ήταν καθηλωμένο στη δεκαετία του 1990, στην αρχή της μετα-ψυχροπολεμικής περιόδου, όπου η ελεύθερη αγορά πρόβαλλε ως μονόδρομος. Αρνήθηκε, από πολιτική επιλογή, να δεχθεί τη δυναμική του πολυπολικού παγκόσμιου συστήματος εντός του οποίου η Κίνα διεκδικεί από τις ΗΠΑ την εμπορική και τεχνολογική πρωτιά, η Ρωσία ασκεί ηγετικό πολιτικό ρόλο σε αρκετές περιοχές του πλανήτη, ενώ οι προοπτικές αναδυόμενων οικονομιών, όπως η Ινδία, αλλάζουν την παγκόσμια οικονομική σκακιέρα. Το αποτέλεσμα ήταν η Αργεντινή να παραμείνει τα τελευταία χρόνια προσδεμένη στο άρμα των Ηνωμένων Πολιτειών του Τραμπ και να μην αξιοποιήσει άλλες δυνατότητες -εμπορικές, οικονομικές, πολυεπίπεδης συνεργασίας- που θα της προσφέρονταν, αν άνοιγε ουσιαστικά το φάσμα των διμερών σχέσεών της. Ο Αλμπέρτο Φερνάντες εκτός από τις κατεπείγουσες ανάγκες που καλείται να αντιμετωπίσει -αναδιάρθρωση του χρέους, άμεσα μέτρα για αντιμετώπιση της φτώχειας, τιθάσευση του πληθωρισμού-θα πρέπει να ξαναδεί με πραγματισμό τις δυνατότητες που προσφέρουν για την Αργεντινή αναδυόμενες οικονομίες και να προσαρμόσει το αναπτυξιακό μοντέλο που σχεδιάζει να εφαρμόσει στις σύγχρονες παγκόσμιες συνθήκες.Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο, καθότι η Αργεντινή, από το 1945 και εξής, έχει παράδοση στην εφαρμογή αναπτυξιακών μοντέλων τα οποία κατέληγαν πάντα σε αδιέξοδο με πληθωριστικές κρίσεις. Κατά τον οικονομολόγο και πιθανό μελλοντικό υπουργό Οικονομικών Ματίας Κούλφας, αυτή τη φορά το ενδιαφέρον θα πρέπει να επικεντρωθεί στη στήριξη μόνο συγκεκριμένων βιομηχανικών κλάδων, οι οποίοι μπορούν να γίνουν ανταγωνιστικοί και να φέρνουν συνάλλαγμα στη χώρα, σε συνεργασία με τον πρωτογενή τομέα.

Αλλά και στο πολιτικό επίπεδο οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Αλμπέρτο Φερνάντες είναι μεγάλες. Οι βαριές κατηγορίες και καταδίκες για διαφθορά που αφορούν όχι τον ίδιο προσωπικά, αλλά την πρώην πρόεδρο και νυν εκλεγμένη αντιπρόεδρο Κριστίνα Φερνάντες ντε Κίρσνερ, ρίχνουν τη σκιά τους σε όλη την περονική παράταξη και γεννούν τάσεις απόρριψης σε μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά τη βαθιά κρίση, ο Μάκρι κατάφερε να πάρει στις εκλογές ένα ποσοστό 40% και να μην καταποντιστεί. Ο Φερνάντες θα πρέπει να πείσει ότι είναι αποφασισμένος να κυβερνήσει με διαφάνεια, εντιμότητα και σεβασμό στη θεσμικότητα. Επιπλέον, δεδομένου ότι οι διαιρέσεις στην αργεντινή κοινωνία είναι βαθιές, χρειάζεται όχι μόνο να πετύχει ισορροπίες στο εσωτερικό του περονισμού, αλλά και να δημιουργήσει κλίμα όσο το δυνατόν ευρύτερης συναίνεσης. Αυτό είναι άλλωστε το δυνατό του χαρτί: έδειξε μεγάλες πολιτικές ικανότητες ως επικεφαλής της πετυχημένης κυβέρνησης του Νέστορ Κίρσνερ κατά την περίοδο 2003-2007 και δεν δίστασε να συγκρουστεί με την Κριστίνα Φερνάντες το 2009, όταν οι πεισματώδεις αντιδράσεις της τής στέρησαν δυνατά ερείσματα και απομάκρυναν σημαντικά τμήματα του περονισμού, κυρίως τις παραδοσιακές πτέρυγες που δύσκολα ανέχονταν την κυριαρχία μιας πολιτικής ατζέντας που στηριζόταν όλο και περισσότερο στις προσωπικές της επιλογές. Σήμερα, ο Φερνάντες θεωρείται από πολλούς ως μια ήρεμη δύναμη που μπορεί να συνδιαλέγεται όχι μόνο με τους κοινωνικούς εταίρους, αλλά και με δυνάμεις της μη περονικής Αριστεράς και της ευρύτερης Κεντροαριστεράς.

Η πολιτική αλλαγή στην Αργεντινή είναι αναμφίβολα σημαντική και μπορεί να αλλάξει τις πολιτικές ισορροπίες στη Λατινική Αμερική. Ας μη βιαστούμε, βέβαια, να μιλήσουμε για μια νέα αριστερή στροφή στην περιοχή, αφού το πολιτικό τοπίο της είναι πολυσύνθετο. Αν όντως υπάρξει μια δεύτερη τέτοια στροφή, αυτή μάλλον θα στηριχθεί σε πιο πραγματιστικές βάσεις και θα αποβάλει τον έντονο ιδεολογικό χαρακτήρα που είχε στην πρώτη εκδοχή της. Για την ώρα, ας κρατήσουμε το γεγονός ότι στην πρώτη του επίσημη ομιλία μετά την εκλογή του ο Αλμπέρτο Φερνάντες επέλεξε να προτάξει την ανάγκη για κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία της δημόσιας παιδείας, του δημόσιου συστήματος υγείας και των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Όπως καλά γνωρίζουμε, αυτά τα αιτήματα δεν είναι σήμερα καθόλου αυτονόητα και είναι αυτά που διεκδικούν οι εξεγερμένες λατινοαμερικανικές κοινωνίες, οι οποίες κάτω από συνθήκες δημοκρατικού χειμώνα ζητούν μια άνοιξη κοινωνικών δικαιωμάτων και καλύτερης ποιότητας δημοκρατίας.

 

* Ιστορικός, ειδική στην ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Επίκουρη καθηγήτρια στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Αυτή είναι η δημοκρατία τους

Δύο βουλευτές της Ν.Δ. και ένας υπουργός βγήκαν χθες στις τηλεοράσεις για να μας εξηγήσουν ότι αυτά που διαπράττει τις τελευταίες ημέρες η Αστυνομία είναι απολύτως νόμιμα και στο πλαίσιο της εντολής που έχει η κυβέρνηση να πατάξει την ανομία.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο