Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι θα ζουν σε φτωχογειτονιές το 2030

Αυστηρή προειδοποίηση ΟΗΕ για τις προκλήσεις βιωσιμότητας στις μεγα-πόλεις της επόμενης δεκαετίας - Χρειάζονται καινοτόμοι λύσεις για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας των πόλεων σε συνδυασμό με την υλοποίηση των 17 στόχων βιώσιμης ανάπτυξης για τους οποίους καταγράφεται σημαντική υστέρηση

Παρά το βάρος που πέφτει στην κλιματική αλλαγή την τελευταία περίοδο, η προειδοποίηση από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών είναι αυστηρή. “Το μέλλον είναι τώρα” τονίζει στο μήνυμά του καταγράφοντας τη σημαντική υστέρηση σε παγκόσμιο επίπεδο ως προς την επίτευξη των 17 στόχων βιώσιμης ανάπτυξης με ορίζοντα το 2030.

Οι στόχοι δεν σχετίζονται μόνο με την κλιματική αλλαγή, αλλά και με την επίτευξη στόχων υγιούς και ασφαλούς διαβίωσης, ευημερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης για τον πληθυσμό, που όλο αυξάνεται. Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, εάν υπολογίσει κανείς την οικιστική επέκταση λόγω της αύξησης του πληθυσμού. Εκτιμάται ότι μέχρι το 2030 θα αναπτυχθούν 30 μεγα-πόλεις (megacities), που η κάθε μια θα συγκεντρώνει πληθυσμό άνω των 10 εκατομμυρίων κατοίκων.

Μέχρι στιγμής, τα αποτελέσματα από την επίτευξη των 17 στόχων βιώσιμης ανάπτυξης είναι πενιχρά και απομένουν μόλις 10 χρόνια μέχρι το 2030. “Καμία χώρα δεν είναι έτοιμη ακόμη να συναντήσει και να ικανοποιήσει το σύμπλεγμα των βασικών ανθρώπινων αναγκών για την επίτευξη των στόχων επαρκούς βιωσιμότητας”, επισημαίνεται στην τελευταία διεπιστημονική έκθεση του ΟΗΕ με τίτλο “Το μέλλον είναι τώρα: Η επιστήμη για την επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης”. Με αυτά τα δεδομένα, οι επιστήμονες καλούν κάθε χώρα ξεχωριστά και όλες μαζί “να αναπτύξουν καινοτόμα μονοπάτια προκειμένου να επιτύχουν τους στόχους της βιώσιμης ανάπτυξης”.

Επιμένει η ακραία φτώχεια

“Παρότι, τις τελευταίες δεκαετίες, τα κράτη έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο στην ανθρώπινη ευημερία, ωστόσο οι ακραίες στερήσεις επιμένουν”, επισημαίνεται στην έκθεση. Το 2018, η ακραία φτώχεια -η οποία ορίζεται ως εισόδημα του 1,9 δολαρίου την ημέρα κατ’ άτομο- αντιστοιχούσε στο 8,6% του παγκόσμιου πληθυσμού και το μισό αυτού του πληθυσμού εντοπιζόταν στην υποσαχάρια Αφρική και τη Νότια Ασία. Βέβαια, με βάση τον σύνθετο δείκτη φτώχειας για το 2018 σε 105 χώρες ζούσαν 1,3 δισεκατομμύριο άνθρωποι σε καθεστώς μεγάλων στερήσεων και ακόμη 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι με ημερήσιο εισόδημα 2 ή 3 δολαρίων. Επίσης, 4 δισεκατομμύρια άνθρωποι δεν είχαν πρόσβαση σε καμία μορφή κοινωνικής προστασίας και παρέμεναν εξαιρετικά ευάλωτοι μπροστά σε οικονομικές και περιβαλλοντικές κρίσεις, όπως η κλιματική αλλαγή και οι ένοπλες συγκρούσεις.

Επισφάλεια για 4 δισεκατομμύρια ανθρώπους

Το 2030 υπολογίζεται ότι περί τα 342 εκατομμύρια άνθρωποι θα διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, αριθμός κατά 50% μειωμένος σε σχέση με το 2015. Ωστόσο, οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι εάν δεν επιτευχθεί ο στόχος της εξάλειψης της ακραίας φτώχειας, υπάρχει κίνδυνος έτι περαιτέρω περιθωριοποίησης κοινωνικών ομάδων και αυτό αναμένεται να αποτυπωθεί στις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσονται στις πόλεις. Με την παρούσα τάση ανάπτυξης των πόλεων, έως το 2030 το 60% του πληθυσμού, ήτοι 5 δισεκατομμύρια άνθρωποι, θα ζουν στις πόλεις και έως το 2050 το ποσοστό θα ξεπεράσει το 70%. Έως τότε, τα 3 δισεκατομμύρια του πληθυσμού θα ζουν σε φτωχογειτονιές και σε παράνομες εγκαταστάσεις. Επίσης, οι προβλέψεις δείχνουν ότι περί το 1 εκατομμύριο κάτοικοι μπορεί να ζουν σε παράκτιες ζώνες που θα βρίσκονται σε κίνδυνο λόγω πλημμυρικών φαινομένων και φυσικών καταστροφών που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή. Δηλαδή έως το 2050 περί τα 4 δισεκατομμύρια, που θα αντιστοιχούν στο 40% του παγκόσμιου πληθυσμού, θα ζουν σε επισφαλείς συνθήκες.

Με μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα

“Οποιοδήποτε μονοπάτι για την επίτευξη των στόχων της ατζέντας του 2030 περνά μέσα από τις βιώσιμες πόλεις”, υπογραμμίζουν οι επιστήμονες, προειδοποιώντας ότι “υπάρχει μεγάλος κίνδυνος οι πόλεις να βαλτώσουν μέσα σε υποδομές και χωροταξικό σχεδιασμό που δεν έχουν τα χαρακτηριστικά της βιωσιμότητας, πράγμα που θα επηρεάσει τις γενεές που θα έρθουν”. “Τα κτήρια που οικοδομούνται τώρα -όπως και τα δίκτυα διαχείρισης υδάτων, ηλεκτρικού ρεύματος και μεταφορών- πρέπει να συμβάλουν ώστε οι πόλεις να έχουν μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα, για να επιτυγχάνονται οι στόχοι της Συμφωνίας των Παρισίων”, τονίζουν οι επιστήμονες. Κάνουν, μάλιστα, ειδική αναφορά στη ρύπανση των πόλεων, που σχετίζεται με τη διαχείριση απορριμμάτων, καθώς το 2016 οι πόλεις παρήγαγαν 2 δισεκατομμύρια τόνους στερεά απόβλητα, την ώρα που μόλις το 65% του παγκόσμιου πληθυσμού είχε πρόσβαση σε δημοτικό σύστημα διαχείρισης απορριμμάτων. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι έως το 2050 τα στερεά απόβλητα θα αυξηθούν κατά 70% σε σχέση με το 2016 και άρα θα απαιτούνται ολοκληρωμένα συστήματα διαχείρισης.

Χαρακτηρίζοντας επιτακτική την ανάγκη αναβάθμισης των αστικών υποδομών, οι επιστήμονες εκτιμούν ότι το κόστος των απαιτούμενων επενδύσεων παγκοσμίως αναμένεται να αγγίξει τα 40 τρισεκατομμύρια δολάρια για την περίοδο 2005 -2030. Η δε Παγκόσμια Επιτροπή για την Οικονομία και το Κλίμα προτείνει μια συνεκτική αστική ανάπτυξη βασισμένη σε δίκτυα μαζικής μεταφοράς, ώστε οι πόλεις να έχουν πιο υγιή ανάπτυξη και χαμηλότερη εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου, πράγμα που θα μείωνε το κόστος επένδυσης σε υποδομές κατά 3 τρισεκατομμύρια δολάρια τα επόμενα 15 χρόνια. Ενώ στο σκέλος των κατασκευών με χαμηλό αποτύπωμα άνθρακα, οι επιστήμονες προκρίνουν τη μείωση της θερμοκρασίας περιβάλλοντος με χρήση ασβεστολιθικού τσιμέντου έναντι του συμβατικού τσιμέντου, καθώς για την παραγωγή του πρώτου οι εκλύσεις διοξειδίου του άνθρακα είναι κατά 30% σε σχέση με του δεύτερου.

Η μελλοντική ανάπτυξη των μεγα-πόλεων

Το στοίχημα των βιώσιμων πόλεων βαρύνει εξίσου τις μεγα-πόλεις (megacities), καθώς έως το 2030 ανά τον κόσμο σχεδιάζεται να κατασκευαστούν 30 megacities, που θα συγκεντρώνουν πάνω από 10 εκατομμύρια πληθυσμό. Εννέα από αυτές θα αναπτυχθούν στις αναπτυσσόμενες χώρες. Ωστόσο, η πλειονότητα των κατοίκων των νέων αστικών κέντρων δεν θα ζουν στις καλά εξοπλισμένες σε επίπεδο υποδομών megacities, αλλά στις δευτερογενείς πόλεις, των οποίων τα όρια θα είναι δυσδιάκριτα με τις megacities, αλλά το χαρακτηριστικό τους θα είναι οι χαμηλότερης ποιότητας υποδομές. Πρόσφατη μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας για την ανταγωνιστικότητα των πόλεων έδειξε ότι μεγάλος αριθμός δευτερογενών πόλεων κατέγραφαν καλύτερα αποτελέσματα σε όρους αύξησης των θέσεων εργασίας, της παραγωγικότητας και της προσέλκυσης των ξένων άμεσων επενδύσεων. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται πόλεις όπως το Σαλτίλο του Μεξικό, το Μένκες και το Τανγιέρ του Μαρόκο, η Κοϊμπατόρ της Ινδίας, το Γαζιαντέπ της Τουρκίας, η Μπακαραμάγκα της Κολομβίας, η Ονίτσχα της Νιγηρίας και η Τσάνγκσα της Κίνας.

 

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια