Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ε.Ε.: Μια ελάχιστα Κοινή Αγροτική Πολιτική

Η Κομισιόν προτείνει τη μεταφορά στα κράτη - μέλη της αρμοδιότητας για τον καθορισμό των κατευθυντηρίων γραμμών των «εθνικών στρατηγικών σχεδίων». Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά χαλαρό πλαίσιο, όλα είναι φτιαγμένα ώστε κάθε κυβέρνηση να κάνει τον δικό της λογαριασμό και η κοινή διαβούλευση να είναι ρευστή. Το αποτέλεσμα θα είναι η ενίσχυση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού

Επιμέλεια: Βασίλης Παπακριβόπουλος

 

Τα σχέδια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε σχέση με τη γεωργία για τα επόμενα επτά χρόνια αποτελούν χαρακτηριστικό παράδειγμα της πολιτικής αποτυχίας της κοινοτικής Ευρώπης. Αναμένεται ότι η κατανομή των επιδοτήσεων μεταξύ των αγροτών και οι περιβαλλοντικές προδιαγραφές θα αφεθούν στην καλή θέληση των κρατών, σκιαγραφώντας μια πολιτική «α λα καρτ», η οποία απέχει πολύ από τις επιτακτικές ανάγκες της σημερινής εποχής όσον αφορά τα κοινωνικά και τα οικολογικά ζητήματα.

 

Των Frédéric Courleux και Aurélie Trouvé*

Εφόσον αποχωρήσει το Ηνωμένο Βασίλειο, τα ευρωπαϊκά οικονομικά θα περισταλούν κατά 10 δισ. ευρώ ετησίως. Έως ότου οι κυβερνήσεις συμφωνήσουν για τη δημιουργία νέων οικονομικών πόρων, οι προϋπολογισμοί των δύο μεγάλων ιστορικών πολιτικών παρεμβάσεων της Ε.Ε. είναι εκείνοι που θα υποστούν τις σημαντικότερες περικοπές: η πολιτική για τη συνοχή (γνωστή και ως περιφερειακή πολιτική) και η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ). Την επόμενη επταετία, οι πιστώσεις που θα διατεθούν γι’ αυτές αναμένεται ότι θα μειωθούν κατά 16%, καταλήγοντας σε ένα ποσό το οποίο κατά μέσο όρο θα υπερβαίνει ελαφρώς τα 46 δισ. ευρώ ετησίως1.

Ήδη από το 1992, η ΚΑΠ έχει στερηθεί τα κυριότερα εργαλεία ρύθμισης των αγορών που διέθετε, απομακρυνόμενη έτσι από ορισμένους από τους στόχους που της είχαν ανατεθεί το 1957 με τη Συνθήκη της Ρώμης: «αύξηση της παραγωγικότητας της γεωργίας», «εξασφάλιση αξιοπρεπούς βιοτικού επιπέδου για τον αγροτικό πληθυσμό», «εξασφάλιση του ανεφοδιασμού σε τρόφιμα», «εξασφάλιση λογικών τιμών (...) στους καταναλωτές», ακόμα και «σταθεροποίηση των αγορών». Τα μέτρα που είχαν καθιερωθεί κατά τη δεκαετία του 1960 (ελάχιστες εγγυημένες τιμές, δασμοί διαφορετικού ύψους στο πλαίσιο της κοινοτικής προτίμησης, επιδοτήσεις στις εξαγωγές και ποσοστώσεις στην παραγωγή) σταδιακά καταργήθηκαν μετά την ένταξη της Ε.Ε. στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) την 1ηΙανουαρίου 1995. Τον Ιούνιο του 2018, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιβεβαίωσε αυτόν τον προσανατολισμό: οι ενισχύσεις προς τους αγρότες οφείλουν «να έχουν ελάχιστες ή καθόλου επιπτώσεις στις διεθνείς συναλλαγές», ώστε «η Ε.Ε. να είναι σε θέση να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις (...) που έχει αναλάβει στο πλαίσιο της συμφωνίας του ΠΟΕ». Οι ευρωπαϊκές τιμές οφείλουν να ευθυγραμμίζονται με εκείνες των διεθνών αγορών.

Όμως, όπως ακριβώς ένα χαλίκι μέσα σε ένα παπούτσι, μια μικρή «λεπτομέρεια» διαταράσσει αυτή την επιβεβλημένη νεοφιλελεύθερη πορεία: οι αγορές των αγροτικών προϊόντων είναι ασταθείς λόγω της ίδιας τους της δομής. Οι παγκόσμιες τιμές αποτελούν τις περισσότερες φορές το αποτέλεσμα ντάμπινγκ, καθώς αντιστοιχούν στα πλεονάσματα των ανταγωνιστικότερων χωρών. Οι Ευρωπαίοι αγρότες βρίσκονται συνήθως αντιμέτωποι με χαμηλές τιμές που δεν καλύπτουν το κόστος παραγωγής.

Αντίθετα από τις επιλογές που υλοποίησαν οι Βρυξέλλες, στον υπόλοιπο κόσμο οι αγροτικές πολιτικές ενισχύθηκαν μετά τη διατροφική κρίση του 2008. Στην Ινδία και στην Κίνα, οι εγχώριες τιμές πολλών προϊόντων είναι υψηλότερες από τις παγκόσμιες, χάρη σε δασμούς, σε ελάχιστες εγγυημένες τιμές και στη δημιουργία υψηλών δημόσιων αποθεμάτων. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ορισμένοι παραγωγοί λαμβάνουν κυμαινόμενες ενισχύσεις, ανάλογα με την εξέλιξη της αγοράς. Σχεδόν μόνη εναντίον όλων, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να είναι αγκιστρωμένη στις ιδεοληψίες της δεκαετίας του 1990 περί ελευθερίας των συναλλαγών.

Ωστόσο, αντιμέτωποι με την κρίση που πλήττει τον αγροτικό κόσμο, οι οικονομολόγοι της Επιτροπής προβληματίζονται σε μια φρενήρη όσο και αναποτελεσματική προσπάθεια να βρουν λύσεις που ταιριάζουν με την απαγόρευση των δημόσιων / κρατικών παρεμβάσεων. Έτσι, προτείνουν να ενσωματωθούν στις μελλοντικές ΚΑΠ τα «εργαλεία διαχείρισης κινδύνου»: ιδιωτικές ασφαλίσεις και αμοιβαία κεφάλαια. Όμως, εργαλεία τέτοιου τύπου είναι αποτελεσματικά μόνο όταν οι τιμές πέφτουν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αποδεικνύονται επίσης άχρηστα όταν η πτώση των τιμών συμβαίνει ταυτόχρονα για την πλειονότητα των παραγωγών, καθιστώντας ανέφικτη την αμοιβαιοποίηση των κινδύνων2. Κι όμως, στον αγροτικό τομέα συνήθως συμβαίνει αυτό ακριβώς.

Σε ένα πλαίσιο απορρύθμισης των αγορών, οι μεγάλες μεταποιητικές και εμπορικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να καρπώνονται τη μερίδα του λέοντος από την παραγόμενη προστιθέμενη αξία, εις βάρος των αγροτών. Τα τελευταία σαράντα χρόνια, οι τιμές παραγωγού μειώθηκαν στο ήμισυ, τη στιγμή που οι τιμές των τροφίμων που πληρώνουν οι καταναλωτές σημείωσαν απλώς μια μικρή πτώση (-7% από το 1975, σε σταθερές τιμές ευρώ)3. Στον αγροδιατροφικό κλάδο παρατηρείται ολοένα υψηλότερη συγκέντρωση επιχειρήσεων στα ίδια χέρια, τόσο στους τελικούς κρίκους της αλυσίδας (μεταποίηση, διανομή) όσο και στους βασικούς (σπόροι, χημικά, μηχανολογικός εξοπλισμός). Κάτι που δεν φαίνεται να συγκινεί ιδιαίτερα τις αρχές προστασίας ανταγωνισμού.

Τι προτείνει το 2018 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή; Να ενθαρρυνθεί η δημιουργία οργανώσεων παραγωγών, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο, προκειμένου να κατορθώσουν να ελέγξουν την εμπορία και τις τιμές πώλησης των προϊόντων τους, όπως ήδη συμβαίνει στη Γαλλία σε ορισμένους τομείς μετά το 1960 (βόειο κρέας, φρέσκα φρούτα και λαχανικά κ.λπ.). Βεβαίως επιβάλλεται να γίνουν τέτοιου είδους ομαδοποιήσεις. Θα αποδειχθούν όμως επαρκείς, με δεδομένη την απουσία δημόσιας παρέμβασης; Επιπλέον, εάν, απέναντι στα προβλήματα που προκαλούνται από την απορρύθμιση των αγορών, οι οικονομολόγοι καταλήγουν να αναζητούν τη λύση στη συγκρότηση ολιγοπωλίων των παραγωγών, μήπως θα ήταν καλύτερα να πάψουν να προβληματίζονται4;

Μια άλλη κατεύθυνση την οποία επιθυμεί να ακολουθήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι τα «αποθεματικά κρίσης». Αυτός ο «κουμπαράς», που ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε μετά τη δημιουργία του το 2015, διαθέτει 450 εκατομμύρια ευρώ, παρακρατημένα από τον προϋπολογισμό της ΚΑΠ, και έχει ως στόχο τη «διαχείριση ή τη σταθεροποίηση της αγοράς σε περίπτωση κρίσεων που επηρεάζουν την παραγωγή ή τη διανομή». Λόγου χάρη, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καταβολή ενισχύσεων με στόχο την αποκατάσταση της ισορροπίας στις αγορές, ενθαρρύνοντας τη μείωση της παραγωγής. Η Επιτροπή εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο της μεταφοράς των ανεκμετάλλευτων ποσών από χρονιά σε χρονιά. Όμως, αν δεν προταθεί μια νέα προσέγγιση της διαχείρισης των κρίσεων, δύσκολα μπορούμε να πιστέψουμε ότι αυτό το αποθεματικό κρίσης κάποια στιγμή θα ενεργοποιηθεί.

Η Ε.Ε. διαθέτει ένα ακόμη εργαλείο: τους τελωνειακούς δασμούς στα ευρωπαϊκά σύνορα, οι οποίοι παραμένουν για πολλά αγροτικά προϊόντα υψηλότεροι εκείνων που ισχύουν για άλλους οικονομικούς κλάδους (11,1% κατά μέσο όρο, έναντι 4,2% για το σύνολο του ευρωπαϊκού εμπορίου). Θα πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη τις ολοένα περισσότερες συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου που συνάπτονται με διάφορες χώρες ή περιοχές του κόσμου και που κάθε φορά καθορίζουν ποσοστώσεις εισαγωγών είτε πλήρως απαλλαγμένες είτε με μειωμένους δασμούς. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της Περιεκτικής Εμπορικής και Οικονομικής Συμφωνίας (CETA) που συνήφθη με τον Καναδά και εφαρμόζεται μερικώς από το 2017 ή της -υπό διαπραγμάτευση αυτή τη στιγμή- συμφωνίας με τη Mercosur (Αργεντινή, Βραζιλία, Παραγουάη, Ουρουγουάη).

Τέλος, για την υποστήριξη των αγροτών που βρίσκονται αντιμέτωποι με διεθνείς τιμές του ντάμπινγκ, η Ε.Ε., ενθαρρυμένη από ορθοδόξους οικονομολόγους, θεωρούσε ότι είχε βρει ένα τέχνασμα για να έχει το πάνω χέρι. Μετά το 1992, οι μεταρρυθμίσεις συνίσταντο στην εξέλιξη της μορφής των κοινοτικών ενισχύσεων, έτσι ώστε να καταβάλλονται χωρίς να έχουν σχέση με την παραγωγική δραστηριότητα: οι αποσυνδεδεμένες ενισχύσεις θεωρήθηκε ότι δεν επηρεάζουν τις παραγωγικές επιλογές και σέβονται τα μηνύματα των αγορών. Έτσι, 340.000 από τις 440.000 γαλλικές γεωργικές εκμεταλλεύσεις λαμβάνουν ενισχύσεις από την ΚΑΠ, οι οποίες το 2016 αντιπροσώπευαν το 85% του γαλλικού αγροτικού εισοδήματος5. Οι αποσυνδεδεμένες ενισχύσεις χορηγούνται ανεξαρτήτως του επιπέδου των τιμών και των εισοδημάτων των αγροτών. Συμπέρασμα: κατασπαταλώνται τις χρονιές των παχιών αγελάδων, αντί να φυλαχθούν και να χρησιμοποιηθούν τις χρονιές των ισχνών αγελάδων. Επιπλέον, καθώς χορηγούνται με βάση τις καλλιεργούμενες εκτάσεις και όχι τους εργαζόμενους, δεν υποστηρίζουν την απασχόληση, αλλά ενθαρρύνουν την επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Οι αποσυνδεδεμένες ενισχύσεις αναμένεται ότι θα συνεχίσουν να καταβροχθίζουν τον επόμενο προϋπολογισμό της ΚΑΠ, μαζί με αυτό που πλέον ονομάζεται «βασική ενίσχυση του εισοδήματος».

Η εξαγγελθείσα μεταρρύθμιση ενέχει έναν ακόμη κίνδυνο: την εξασθένιση των «αναδιανεμητικών πληρωμών» που αποσκοπούν στη στήριξη των μικρών και μεσαίων αγροτικών εκμεταλλεύσεων στο όνομα της απασχόλησης. Αν και αυτός ο μηχανισμός θα μετατραπεί σε υποχρεωτικό (σήμερα είναι προαιρετικός), δεν επιβάλλεται καμία υποχρέωση στα κράτη - μέλη ως προς το ύψος των ποσών που θα διατεθούν γι’ αυτόν. Εξάλλου, όπως συμβαίνει σε κάθε μεταρρύθμιση, η Επιτροπή προτείνει τη μείωση του ύψους των ενισχύσεων για τις πολύ μεγάλες εκμεταλλεύσεις, ώστε να εξασφαλιστεί μια «πιο δίκαιη και στοχευμένη» υποστήριξη6. Εξετάζει το ενδεχόμενο της παρακράτησης ενός ποσοστού των ενισχύσεων που παρέχονται σε μια εκμετάλλευση μετά τα 60.000 ευρώ, καθώς και τη θέσπιση ανώτατου ορίου 100.000 ευρώ. Θα υπάρχει όμως η δυνατότητα αυτό το ανώτατο όριο να αυξάνεται έως το ύψος των εξόδων του εργατικού κόστους (μισθοί και ισοδύναμο μισθού για τα απασχολούμενα μέλη της οικογένειας), με αποτέλεσμα η πρόταση να μην διαθέτει πλέον τον παραμικρό δεσμευτικό χαρακτήρα.

Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τον «οικολογικό μηχανισμό», που παρουσιάζεται ως η κυριότερη καινοτομία της μελλοντικής ΚΑΠ: τα κράτη-μέλη θα μπορούν να καταβάλλουν άμεσες ενισχύσεις στους αγρότες που δεσμεύονται να εφαρμόσουν πρακτικές ωφέλιμες για το περιβάλλον. Όμως, και σε αυτήν επίσης την περίπτωση, ελλείψει της υποχρέωσης να διατεθεί γι’ αυτόν τον σκοπό ένας ελάχιστος προϋπολογισμός, ο μηχανισμός θα παραμείνει δευτερεύων. Επίσης, οι πλέον ενθουσιώδεις χώρες θα πρέπει να περιορίσουν τις φιλοδοξίες τους: η ενίσχυση, η οποία θα υπολογίζεται με βάση τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, θα πρέπει να παραμείνει αποσυνδεδεμένη από την παραγωγή. Εξάλλου, το ύψος της θα περιορίζεται αυστηρά στην κάλυψη του αυξημένου κόστους που συνεπάγεται για τον αγρότη η υιοθέτηση οικολογικών πρακτικών (για παράδειγμα, η μείωση της στρεμματικής του απόδοσης εξαιτίας της στροφής στη βιολογική γεωργία). Ελλοχεύει έτσι ο κίνδυνος να μην αμείβονται με τον ενδεδειγμένο τρόπο οι περιβαλλοντικές και οι αισθητικές υπηρεσίες που παρέχουν οι αγρότες. Εντέλει, οι δίοδοι νομιμοποίησης των αποσυνδεδεμένων ενισχύσεων μέσω της πρόσδεσής τους στην απασχόληση ή στο περιβάλλον καταλήγουν σε αδιέξοδο. Σε κάνει να αναρωτιέσαι μήπως ο πραγματικός στόχος είναι η κατάργησή τους σε βάθος χρόνου.

Το επίσημο επιχείρημα για τη μεταρρύθμιση είναι η «αυξημένη επικουρικότητα», που αφήνει μεγαλύτερη ευχέρεια κινήσεων στις χώρες. Έτσι, η Επιτροπή προτείνει τη μεταφορά στα κράτη - μέλη της αρμοδιότητας για τον καθορισμό των κατευθυντηρίων γραμμών των «εθνικών στρατηγικών σχεδίων». Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση σημαντικών περιβαλλοντικών προδιαγραφών. Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά χαλαρό πλαίσιο, όλα είναι φτιαγμένα ώστε κάθε κυβέρνηση να κάνει τον δικό της λογαριασμό και η κοινή διαβούλευση να είναι ρευστή. Το αποτέλεσμα είναι εκ των προτέρων γνωστό: στον ευρωπαϊκό χώρο ελεύθερων συναλλαγών, οι ανομοιογένειες στις αγροτικές επιδοτήσεις και προδιαγραφές δεν μπορεί παρά να ενισχύσουν τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, ήδη εξαιρετικά έντονες όσον αφορά τις εισφορές των εργαζομένων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εγκαταλείπει συνειδητά τον ρόλο του περιβαλλοντικού χωροφύλακα, τον οποίο ωστόσο είχε αρχίσει να παίζει με την κοινοτική Οδηγία προσδιορισμού των στόχων για τη μείωση της ρύπανσης των υδάτων από τα νιτρικά άλατα και τον ευτροφισμό που προκαλείται από τις αγροτικές δραστηριότητες. Σε έναν ευρωπαϊκό χώρο άμεσα συνδεδεμένο με τις διεθνείς τιμές, οι πιο συντηρητικοί κάθε χώρας θα μπορούν πολύ εύκολα να ζητούν την ελαχιστοποίηση των περιορισμών που τίθενται στη γεωργία, ώστε να μην θίγεται η ανταγωνιστικότητά της.

Η αυξανόμενη απήχηση των περιβαλλοντικών ιδεών μετά τη δεκαετία του 1980 είχε ως αποτέλεσμα το «πρασίνισμα» της ΚΑΠ, με την αύξηση των ενισχύσεων προς τη βιολογική γεωργία και τις μειονεκτούσες γεωγραφικές ζώνες. Κάθε μεταρρύθμιση χρηματοδοτούσε αυτόν τον «δεύτερο πυλώνα» της ΚΑΠ με ολοένα περισσότερα κονδύλια, πλέον όμως θα μειωθούν κατά 25%. Όσο για τις επιπλέον οικολογικές προϋποθέσεις που οι τελευταίες μεταρρυθμίσεις είχαν επιβάλει σε όλους τους δικαιούχους των αποσυνδεδεμένων ενισχύσεων, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο εκτίμησε ότι «δεν προσέφεραν κανένα όφελος για το περιβάλλον»7. Η Επιτροπή ερμήνευσε αυτήν την απόφαση με εξαιρετικά πρωτότυπο τρόπο: δεν προτείνει πλέον κανέναν συγκεκριμένο περιβαλλοντικό όρο σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Θέλοντας να δείξει ότι είναι ο καλός μαθητής του ΠΟΕ, η Ευρώπη οδηγεί την αγροτική πολιτική της σε αδιέξοδο. Ωστόσο η ΚΑΠ αποτελεί ένα από τα θεμέλια του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η σημερινή αγροτική πολιτική, αναποτελεσματική στην αντιμετώπιση της κρίσης των αγροτικών εισοδημάτων και ανίκανη να οργανώσει τη μετάβαση της γεωργίας σε ένα νέο οικολογικό και κοινωνικό μοντέλο, συμβάλλει επιπλέον στο μπλοκάρισμα της πολυμερούς εμπορικής προσέγγισης, καθώς οι αναδυόμενες χώρες -πλέον όμως και οι ΗΠΑ- αμφισβητούν την ουδετερότητα των αποσυνδεδεμένων ενισχύσεων, οι οποίες αποτελούν το κυριότερο μέρος των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων8. Η γεωργία βρίσκεται στο κέντρο των σημαντικότερων προκλήσεων του 21ου αιώνα: διατροφική ασφάλεια, μάχη για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής, προστασία των φυσικών πόρων, απασχόληση, μετανάστευση. Παρ’ όλα αυτά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δείχνει να θέλει να περιορίσει ακόμα περισσότερο τις φιλοδοξίες της. Και να οδηγήσει στον οικονομικό θάνατο σημαντικό αριθμό Ευρωπαίων αγροτών.

 

1. Βλ. Jacques Carles, «Baisse du budget de la PAC UE 27 de près de 30% en vingt ans: l’abandon progressif de la seule politique européenne intégrée», 31 Μαΐου 2018, www.agriculture-strategies.eu

2. (Σ.τ.Μ.) Το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχει μετατρέψει σχεδόν τα πάντα σε χρηματοοικονομικά προϊόντα. Για παράδειγμα, την «αμοιβαιοποίηση» αντιτιθέμενων κινδύνων: ενδεικτικά, μια επιχείρηση που διοργανώνει υπαίθριες αθλητικές ή καλλιτεχνικές δραστηριότητες τον χειμώνα θα ασφαλιστεί για να αποζημιωθεί αν οι κακές μετεωρολογικές συνθήκες οδηγήσουν στην ακύρωσή τους, ενώ θα πληρώσει ασφάλιστρο εάν ο καιρός είναι καλός για την εποχή. Το σχετικό ασφαλιστήριο συμβόλαιο θα συναφθεί με μια επιχείρηση με ακριβώς αντίθετα συμφέροντα, για παράδειγμα με μια εταιρεία εμπορίας πετρελαίου ή φυσικού αερίου που κερδίζει όταν με την κακοκαιρία αυξάνονται οι πωλήσεις της, ενώ μειώνονται όταν ο καιρός είναι καλός. Όμως, δεν είναι εξίσου εύκολο να βρεθεί ένα αγροτικό προϊόν Χ του οποίου η τιμή να αυξάνεται όταν η τιμή του προϊόντος Ψ πέφτει...

3. Εθνικό Ινστιτούτο Στατιστικής και Οικονομικών Μελετών (INSEE), Παρίσι, εθνικοί λογαριασμοί γεωργίας.

4. Βλ. «Etude sur les mesures contre les déséquilibres de marché: quelles perspectives pour l’après-quotas dans le secteur laitier européen?», έκθεση που χρηματοδοτήθηκε από το γαλλικό υπουργείο Γεωργίας, Τροφίμων και Δασών, Παρίσι, 10 Ιουνίου 2016.

5. Εθνικοί λογαριασμοί γεωργίας. Πρόκειται για το καθαρό εισόδημα των αγροτικών εκμεταλλεύσεων (καθαρή προστιθέμενη αξία συν επιδοτήσεις μείον φόροι).

6. «Το μέλλον των τροφίμων και της γεωργίας - για μια ευέλικτη, δίκαιη και βιώσιμη κοινή γεωργική πολιτική», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Βρυξέλλες, 29 Νοεμβρίου 2017, http://europa.eu/rapid/press-release_IP-17-4841_el.htm

7. «Οικολογικός προσανατολισμός: ένα πολυπλοκότερο καθεστώς εισοδηματικής στήριξης, χωρίς αποτελέσματα για το περιβάλλον μέχρι τώρα», έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων n° 21/2017, Λουξεμβούργο, 12 Δεκεμβρίου 2017, https://www.eca.europa.eu/Lists/ECADocuments/SR17_21/SR_GREENING_EL.pdf

8. Βλ. Jacques Berthelot, «Η Ευρώπη δίνει το φιλί του θανάτου στην Αφρική», «Le Monde diplomatique», Σεπτέμβριος 2014, https://monde-diplomatique.gr/?p=3532

 

Frédéric Courleux είναι διευθυντής μελετών στο γραφείο συμβούλων Agriculture Stratégies. Η Aurélie Trouvé είναι επίκουρη καθηγήτρια Οικονομίας στο AgroParisTech.


 

Δείτε όλα τα σχόλια