Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Νέα στρατιωτική αρχιτεκτονική στην αμερικανική ήπειρο

Οι Ηνωμένες Πολιτείες ωθούν σε μια επαναστρατιωτικοποίηση της Λατινικής Αμερικής, προβλέποντας αύξηση των κοινωνικών συγκρούσεων που συνδέονται με την εμβάθυνση των συμφωνιών ελεύθερων ανταλλαγών στην ήπειρο

Επιμέλεια: Θανάσης Κούτσης

 

Σε μια Λατινική Αμερική που είναι εξαντλημένη από δύο δεκαετίες ακραίου φιλελευθερισμού, και με το πρόσχημα του αγώνα κατά της «τρομοκρατίας», οι Ηνωμένες Πολιτείες παίζουν το στρατιωτικό χαρτί για να αντιταχθούν στην άνοδο των αγώνων. Αυτή ήταν η εισαγωγή του άρθρου (2002), απόσπασμα του οποίου ακολουθεί. Πόσο περισσότερο επίκαιρη θα μπορούσε να είναι;

 

Της Janette Habel *

«Το ζήτημα-κλειδί όταν συζητάμε για την άμυνα του (αμερικανικού) ημισφαιρίου είναι το ακόλουθο: ποια είναι η απειλή; Στο παρελθόν, οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να αντιμετωπίσουν μια απειλή που ήταν σχετικά καλά καθορισμένη, κατανοητή από τον μέσο Αμερικανό. Σήμερα, αυτή η απειλή έχει γίνει απείρως πιο περίπλοκη και πιο δύσκολο να καθοριστεί». Ήταν πριν τις 11 Σεπτεμβρίου. Ο καθηγητής Λιούις Άρθουρ Ταμπς, διπλωμάτης, ιστορικός, καθηγητής στο πολιτειακό Πανεπιστήμιο της Αριζόνας και συντάκτης μιας έκθεσης για το μέλλον της αμερικανικής ηπείρου, συνόψιζε σε εννέα σημεία τους μεγάλους άξονες που θα έπρεπε να κατευθύνουν την ασφάλεια του ημισφαιρίου: «άμυνα», «ναρκωτικά», «δημογραφία», «χρέος», «αποβιομηχάνιση», «λαϊκιστική δημοκρατία μεταγενέστερη του ψυχρού πολέμου», «αποσταθεροποίηση», «αποψίλωση των δασών» και «παρακμή των Ηνωμένων Πολιτειών».

Για να κατανοήσουμε τον επανακαθορισμό της ηπειρωτικής ασφάλειας, πρέπει να ξεκινήσουμε από το πλαίσιο της μεταπολεμικής ψυχρής περιόδου και την εξαφάνιση του «κομμουνιστικού κινδύνου». Μετά την πτώση των δικτατοριών, κατά τη δεκαετία του '80, η επάνοδος στη δημοκρατία συνοδεύτηκε από την εφήμερη σταθερότητα, το πολιτικό άνοιγμα και την οικονομία της αγοράς, τα οποία δημιούργησαν πολλές ελπίδες. Όμως, από τη δεκαετία του '90, η δημοκρατία της αγοράς χειροτέρεψε, η κοινωνική κρίση επιδεινώθηκε, η αστάθεια επανήλθε.

Οι χρηματοοικονομικές κρίσεις -του Μεξικού το 1995, της Βραζιλίας και του Ισημερινού το 1999, της Αργεντινής το 2001- είχαν καταστροφικές συνέπειες, ενώ οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες προκάλεσαν άνοδο της αμφισβήτησης την οποία μαρτυρούν, μεταξύ άλλων, οι μαζικές διαμαρτυρίες αγροτών στη Βολιβία, η εξέγερση των ιθαγενών στον Ισημερινό και η πτώση του Αργεντινού Προέδρου Φερνάντο Δε Λα Ρούα. Τέλος, ο εμφύλιος πόλεμος στην Κολομβία απειλεί να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή, ενώ στην Ουάσιγκτον η κυβέρνηση Τσάβες προκαλεί αυξανόμενο εκνευρισμό. Αν και η Νότια Αμερική δεν απειλείται στρατιωτικά από μια εχθρική δύναμη, αυτές οι «αναταράξεις» έχουν αναζωπυρώσει τις ανησυχίες για την ασφάλεια.

Η διεθνής τρομοκρατία, το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, τα μεταναστευτικά ρεύματα, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, που ορίζονται ως «μη παραδοσιακές υπερεθνικές απειλές», αποτελούν κατά συνέπεια τον νέο εχθρό. Όμως στην πραγματικότητα είναι απλά η πολιτική και οικονομική αστάθεια, που χρησίμευε ιστορικά για να νομιμοποιήσει την επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και άλλων κρατών, η οποία «επανεμφανίζεται ως πιθανή απειλή για την περιφερειακή ασφάλεια», διαπιστώνουν οι Αμερικανοί ερευνητές Τζόζεφ Τάλτσιν και Ραλφ Έσπατς.

Η εγκαθίδρυση μηχανισμών συλλογικής άμυνας για πολυεθνικές επιχειρήσεις, στο πλαίσιο μιας περιφερειακής στρατηγικής προσέγγισης, που είναι βασική φροντίδα της Ουάσιγκτον, προκαλεί διαρκή ενίσχυση της πανοπλίας των πολυμερών οργανισμών ασφαλείας. Στο Διαμερικανικό Συμβούλιο Άμυνας (στρατιωτικό σκέλος του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών) έχουν ενταχθεί η Επιτροπή για την ασφάλεια του ημισφαιρίου, που δημιουργήθηκε το 1995, οι εξαμηνιαίες συνεδριάσεις, από το 1995, των υπουργών Άμυνας της αμερικανικής ηπείρου (Defense Ministerial of the Americas-DMA), οι οποίες έχουν στόχο, σύμφωνα με τον Αμερικανό πρώην υπουργό Άμυνας Ουίλιαμ Κοέν, να «ενισχύσουν τις προσωπικές σχέσεις» και να διαμορφώσουν τη συναίνεση στη διαχείριση των κρίσεων, οι τακτικές συναντήσεις των αρχηγών των γενικών επιτελείων των διαφόρων Ενόπλων Δυνάμεων. Το 1999, η συνέλευση του ΟΑΚ δημιούργησε τη διαμερικανική επιτροπή κατά της τρομοκρατίας (Cicte), η οποία έχει την ευθύνη να διαμορφώσει ένα δομικό πλαίσιο για να βοηθήσει όλα τα κράτη-μέλη του ΟΑΚ.

Ωστόσο, για τους Αμερικανούς στρατηγικούς υπευθύνους, ο πολλαπλασιασμός αυτών των οργανισμών δεν αρκεί για να καλύψει «τη θεσμική αδυναμία του πλαισίου ασφαλείας του ΟΑΚ», γιατί αυτοί οι οργανισμοί δεν είναι υποχρεωτικοί, «ενώ οι χώρες της Λατινικής Αμερικής δεν είναι έτοιμες να θυσιάσουν τις εθνικές προτεραιότητές τους προς όφελος περιφερειακών κερδών», καθώς φοβούνται τη δύναμη των Ηνωμένων Πολιτειών. Η διεθνοποίηση των στρατών και των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η συγκρότηση συλλογικών μηχανισμών άμυνας προσκρούουν κατά συνέπεια σε ισχυρές αντιστάσεις ακόμη. Όμως, σιγά-σιγά η ιδέα κερδίζει έδαφος. Ενώ οι Αμερικανοί αξιωματούχοι αποδεικνύονται ικανοί να κερδίσουν τη στήριξη των ηπειρωτικών συναδέλφων τους, ορισμένοι στρατιωτικοί βλέπουν σ' αυτή ένα μέσο να εκσυγχρονίσουν τους εξοπλισμούς τους και να κάνουν επαγγελματικές τις μονάδες τους.

Έτσι, η Βραζιλία εντάχθηκε στο «Πρωτόκολλο 505», τον Ιούνιο του 2000, για να λάβει όπλα και αμυντικούς εξοπλισμούς. Σε αντάλλαγμα, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να μπαίνουν στις βραζιλιάνικες στρατιωτικές βάσεις και να διαθέτουν τη βάση εκτόξευσης δορυφόρων της Αλκαντάρα, στα βόρεια της χώρας, μία βάση «της οποίας θα έχουν τον απόλυτο έλεγχο 24 ώρες το 24ωρο. Κανένας Βραζιλιάνος δεν θα επιτρέπεται να μπει σ' αυτή χωρίς προηγούμενη συμφωνία του Πενταγώνου». Η υπόθεση προκάλεσε σκάνδαλο γιατί ούτε η Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων του βραζιλιάνικου Κοινοβουλίου ούτε η Επιτροπή Άμυνας είχαν ενημερωθεί για τη συμφωνία.

Τέλος, σε μια περιοχή που προκαλεί κάθε είδους βλέψεις εξαιτίας της γεωπολιτικής σημασίας της και των πετρελαϊκών αποθεμάτων της, το σχέδιο Πουέμπλα - Παναμάς (ΡΡΡ) έμελλε να ενώσει όλες τις χώρες της Κεντρικής Αμερικής και το νοτιοανατολικό Μεξικό. Πράγμα που εξηγεί τη δημιουργία μεξικανικών αντιτρομοκρατικών επίλεκτων μονάδων, η οποία οφείλεται στη γειτνίαση με την Τσιάπας. Και το χρηματοοικονομικό κεφάλαιο που επιθυμεί να οικειοποιηθεί ανεμπόδιστα τους στρατηγικούς πόρους εξηγεί την άρνηση της μεξικανικής κυβέρνησης να παραχωρήσει ένα οποιοδήποτε καθεστώς αυτονομίας στους Ζαπατίστας. Τα νότια σύνορα αυτού του εμπορικού διαδρόμου, ανάμεσα στο Μεξικό και στη Γουατεμάλα, στρατιωτικοποιήθηκαν με σκοπό να ελεγχθούν τα μεταναστευτικά ρεύματα. Οι αγορές στρατιωτικών εξοπλισμών του Μεξικού αυξήθηκαν κατά 300% και, σύμφωνα με το Διεθνές Ινστιτούτο Έρευνας της Στοκχόλμης για την ειρήνη (Sipri), οι εξοπλιστικές δαπάνες των λατινοαμερικανικών χωρών αυξήθηκαν κατά 59% από τη δεκαετία του '80.

Οι πολυμερείς στρατιωτικές ασκήσεις, που δεν ήταν κάποτε καθόλου δημοφιλείς, πολλαπλασιάζονται, ενώ οι δραστηριότητες της Νότιας Διοίκησης του στρατού των Ηνωμένων Πολιτειών (της Southcom) πραγματοποιούνται συχνά με μυστικότητα-, στη βάση αρχών που καθορίζονται στις περιφερειακές συναντήσεις. Αυτή η πολυμερής αμερικανική βούληση, που παρουσιάζεται ως αλλαγή δόγματος, έχει στην πραγματικότητα διπλό στόχο: από τη μία πλευρά να μειώσει τις δαπάνες -«Πρέπει να διασφαλίσουμε τους πόρους της αμερικανικής άμυνας. Θα στοίχιζε πολύ ακριβά να διεξάγουμε με επιτυχία εκπαιδευτικές ασκήσεις με τριάντα δύο χώρες»- και από την άλλη πλευρά να κάνει πολυμερείς τους κινδύνους και τις απώλειες, καθιστώντας ταυτόχρονα συνηθισμένη την αμερικανική παρουσία και διατηρώντας τον μονομερή έλεγχο της απόφασης. «Για την Ουάσιγκτον, το πολυμερές σύστημα σημαίνει να ζητάει λευκή επιταγή από τους συμμάχους της και να τους κάνει να πληρώνουν τα σπασμένα εγκαθιστώντας ταυτόχρονα μηχανισμούς ανάμειξης» τονίζει ένας Βραζιλιάνος.

Η αοριστία των ορισμών αποτελεί μια άλλη αιτία ανησυχίας τη στιγμή που ο Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών θέλει να διαμορφώσει μια διαμερικανική συνέλευση για τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Ο Στίβεν Μόνμπλατ, Αμερικανός διπλωμάτης που προεδρεύει στην Cicte, παρατηρεί ότι υπάρχουν στην ήπειρο δύο είδη τρομοκρατίας: «Η εγχώρια τρομοκρατία, η οποία εκφράζει τις προσδοκίες ή το πολιτικό πρόγραμμα μιας ομάδας που είναι εδραιωμένη μόνο σε μια χώρα, και η διεθνής τρομοκρατία, της οποίας οι πυρήνες έχουν παγκόσμιες διασυνδέσεις». Σε έναν δημοσιογράφο που παρατήρησε ότι είναι δύσκολο να δοθεί ένας οικουμενικός ορισμός της τρομοκρατίας, ο Μόνμπλατ αρνήθηκε να κάνει διάκριση ανάμεσα στις εθνικές και τις άλλες τρομοκρατικές ομάδες. «Δεν μας ενδιαφέρει η υπόθεση που υπερασπίζονται. Μας ενδιαφέρουν οι πράξεις που διαπράττονται στο όνομα της υπόθεσης» διευκρίνισε.

Όμως, ποιος θα ορίσει, άραγε, τους τρομοκράτες; Στη Βραζιλία, οι στρατιωτικοί έχουν κατηγορήσει πολλές φορές το Κίνημα των Αγροτών Ακτημόνων (MST) ότι είναι κίνημα αυτού του είδους. Στο Μεξικό, οι Ζαπατίστας αποτέλεσαν αντικείμενο ανάλογων κατηγοριών. Το Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών της CIA και το Κέντρο Στρατιωτικών Ερευνών της Χιλής έχουν αναγνωρίσει «μια νέα πρόκληση για την εσωτερική ασφάλεια»: την απειλή των ιθαγενών από το Μεξικό μέχρι τη Γη του Πυρός.

Στις 20 Σεπτεμβρίου 2001, το Inter-American Defense Board (Διαμερικανική Επιτροπή Άμυνας) εξέτασε ένα σενάριο σύμφωνα με το οποίο η εξάπλωση μιας σύγκρουσης «θα μπορούσε να οδηγήσει σε γενικευμένο πόλεμο με εθνικές και θρησκευτικές αναφορές». «Έχω πει στον Ούγκο Τσάβες και το κολομβιανό αντάρτικο να προσέξουν» σχολιάζει ο Νταρκ Κόστα, συντονιστής του Κέντρου Στρατηγικών Μελετών της Ανωτάτης Σχολής Πολέμου της Βραζιλίας.

Επιτόπου, τα πράγματα εξελίσσονται γρήγορα. Ως πραγματιστές, οι Αμερικανοί ηγέτες συνδυάζουν με επιδεξιότητα πολυμερείς διπλωματικές διαπραγματεύσεις και διμερείς εμπορικές συμφωνίες, ενώ ταυτόχρονα βασίζονται στους τοπικούς συμμάχους τους για να αρχίσουν τις πρακτικές ασκήσεις. Στα τέλη Αυγούστου 2001, οι Αργεντινοί ανακάλυψαν με έκπληξη ότι στο έδαφός τους διεξάγονταν κοινά γυμνάσια που συγκέντρωναν 1.300 στρατιωτικούς, οι οποίοι ανήκαν σε εννέα χώρες, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την παρουσία Κολομβιανών παρατηρητών.

Για τον Αδόλφο Πέρες Εσκιβέλ, βραβευμένο με Νόμπελ για την Ειρήνη και πρόεδρο της Υπηρεσίας για τη Δικαιοσύνη και την Ειρήνη (Serpaj), οι Ηνωμένες Πολιτείες ωθούν έτσι σε «μια επαναστρατιωτικοποίηση της Λατινικής Αμερικής, προβλέποντας αύξηση των κοινωνικών συγκρούσεων που συνδέονται με την εμβάθυνση των συμφωνιών ελεύθερων ανταλλαγών στην ήπειρο». Τον Σεπτέμβριο του 2001, η έκθεση του Διαμερικανικού Συμβουλίου Άμυνας δεν λέει κάτι διαφορετικό, αναφέροντας «την ακραία φτώχεια», «την άνοδο των εθνικιστικών κινημάτων των ιθαγενών» και «την αύξηση της ανεργίας» ως πιθανές αιτίες της αστάθειας και της βίας στην περιοχή.

* Η Janette Habel είναι πολιτολόγος με εξειδίκευση στη Λατινική Αμερική

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο στη διεύθυνση: https://monde-diplomatique.gr/?p=3350

 

Δείτε όλα τα σχόλια