Πηνελόπη Πετσίνη / Τα ντοκουμέντα της εκτέλεσης των 200 στην Καισαριανή «από τρόπαιο βίας σε εικόνα αντίστασης»
Η επίκουρη καθηγήτρια Φωτογραφίας στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, Πηνελόπη Πετσίνη, τοποθετήθηκε Στο Κόκκινο 105,5 και τη Μαρία Θανασούλια για τις φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944, στον απόηχο και της απόφασης του Υπουργείου Πολιτισμού να τις ανακηρύξει ως μνημείο.
Όπως ανέφερε, «το ζήτημα της αυθεντικότητας είναι πολυπαραγοντικό» και δεν περιορίζεται στο ίδιο το φωτογραφικό χαρτί. Απαιτείται τεχνική ανάλυση του πρωτοτύπου -του αρνητικού, των χημικών επεξεργασίας, των ιχνών παλαιότητας - αλλά και «αρχειακή τεκμηρίωση και ιστορική διασταύρωση». Υπογράμμισε ότι «δεν αρκεί ένα ψηφιακό αρχείο που διακινείται», ενώ σημείωσε πως θεσμοί όπως τα Γενικά Αρχεία του Κράτους οφείλουν να συμβάλουν ουσιαστικά.
Αναφορικά με την ανακήρυξη ως μνημείου, εξέφρασε έναν προβληματισμό που έχει ήδη διατυπωθεί δημόσια: εάν ο χαρακτηρισμός αυτός θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμούς πρόσβασης. Όπως σημείωσε, έχει τεθεί το ερώτημα μήπως, εφόσον κηρυχθούν μνημείο, «κλειστούν» σε ένα πλαίσιο μουσειακής διαχείρισης και δεν παραμείνουν επαρκώς διαθέσιμες στην επιστημονική κοινότητα. Διευκρίνισε πάντως ότι το πρώτο και αναγκαίο βήμα είναι η διασφάλιση και η τεκμηρίωσή τους.
Σχετικά με την ταυτοποίηση προσώπων, έκανε λόγο για «τρομαχτικά δύσκολη διαδικασία», καθώς έχουν περάσει δεκαετίες και το διαθέσιμο φωτογραφικό υλικό της εποχής είναι περιορισμένο και έχει συχνά υποστεί ρετούς.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο «βλέμμα του θύτη», υπενθυμίζοντας ότι οι φωτογραφίες των 200 εκτελεσθέντων τραβήχτηκαν από τους ίδιους τους κατακτητές. Όπως σημείωσε, οι ναζί χρησιμοποιούσαν εκτεταμένα τη φωτογραφία, όχι μόνο για προπαγάνδα ή «τουριστικές» λήψεις, αλλά και για να καταγράφουν την καθημερινότητα της κατοχής και ακόμη και τις ίδιες τις θηριωδίες τους. Μίλησε για ένα τεράστιο αρχείο «αναμνηστικών» εικόνων που παρήγαγαν στρατιώτες της Βέρμαχτ και των SS, τονίζοντας ότι πρόκειται για φωτογραφίες που τραβήχτηκαν ως τρόπαια, ως προσωπικά ενθύμια βίας. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι «η φωτογραφία δεν εγκλωβίζεται εύκολα σε ένα νόημα». Αν και οι εικόνες παράχθηκαν από την πλευρά του κατακτητή, το ιστορικό τους φορτίο μετατοπίζεται: σήμερα διαβάζονται μέσα από το συλλογικό βίωμα της Αντίστασης και μετατρέπονται σε εικόνες αξιοπρέπειας και θάρρους. Όπως εξήγησε, το νόημα μιας φωτογραφίας «ξεφεύγει» από την αρχική πρόθεση εκείνου που την τράβηξε και επανανοηματοδοτείται από τις επόμενες γενιές.
Κλείνοντας, τόνισε ότι το κρίσιμο είναι οι φωτογραφίες των 200 να ενταχθούν ενεργά στη δημόσια ιστορία, στην εκπαίδευση και στην έρευνα, ώστε να συμβάλουν σε μια ουσιαστική και ώριμη συζήτηση για τη μνήμη της Κατοχής και της Αντίστασης.