Βασίλης Παπαβασιλείου / Υπάρχει η εξέγερση του ταπεινωμένου
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου μίλησε στο Πολιτιστικό Μαγκαζίνο του 105,5 Στο Κόκκινο με αφορμή τους «Δύο χέστηδες» που μεταφράζει και σκηνοθετεί με τη μοναδική του μαεστρία στο Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν. Μία μονόπρακτη φαρσοκωμωδία - βαριετέ (βοντβίλ), γραμμένη το 1860 από τον δημοφιλή και -επίσης- μετρ του είδους, Ευγένιο Λαμπίς σε συνεργασία με τον Μαρκ Μισέλ.
«Είναι η περιπλάνηση στο δάσος της κωμωδίας» είπε στη Ναταλί Χατζηαντωνίου και τη Μαρία Θανασούλια.
«Με αφορμή την πανδημία και όλο εκείνο το προβληματικό σκηνικό το οποίο μας οδήγησε σε μία βίωση της ζωής άλλου τύπου, η έξοδος ήταν απαραίτητη. Για εμένα, αυτό σηματοδοτήθηκε πριν από τρία χρόνια με την Ελένη του ΚΘΒΕ και ακολούθησε, σαν μεγάλο βήμα, ο Γκολντόνι. Θέλω να ελπίζω ότι θα συνεχιστεί αυτό με τον Λαμπίς. Νομίζω πως ένας κωμικός θεός έπλασε αυτόν τον κόσμο και πρέπει να συμμορφωθούμε με τις επιταγές του. Ειδικά τα τελευταία 4-5 χρόνια, η αναφορά μου είναι η κωμική μούσα, η οποία μας δίνει το δικαίωμα να αντιστρέψουμε τους κατεστημένους όρους με τους οποίους προσλαμβάνουμε τη ζωή και να δούμε το φως μίας εξόδου» σημείωσε.
«Ο Φλομπέρ έλεγε για τον Λαμπίς «Αυτός είναι Μολιέρος!». Ο Μολιέρος είναι ένα αγκωνάρι του παγκόσμιου θεάτρου και είναι ένας λειτουργός της κωμωδίας υψηλοτάτου επιπέδου, όσο και ο Αριστοφάνης. Ο Λαμπίς είναι μία περίπτωση εμβληματική του 19ου αιώνα. Ενός αιώνα που είναι παρών και στις μέρες μας. Ο ηλεκτροφωτισμός, για παράδειγμα, είναι έργο αυτού του αιώνα. Μέσα από αυτόν, παράγονται και οι συνέπειές του, όπως η παρουσία των σκιών. Οι σκιές, παράγουν μυστήριο. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτός είναι ο αιώνας του Έντγκαρ Άλαν Πόε» είπε χαρακτηριστικά.
Ο Βασίλης Παπαβασιλείου παρατηρεί πως στους «Δύο Χέστηδες», οι γυναίκες είναι εκείνες που μεταφέρουν αρετές που θεωρούνται ανδρικές. «Σε αυτό το έργο οι γυναίκες είναι οι φορείς των κλασικών ανδρικών αρετών. Αν ήταν στο χέρι των δύο ηρώων, δεν επρόκειτο να γίνει τίποτα. Ήταν εξασφαλισμένη η ακινησία των πραγμάτων» τόνισε, ενώ σχολιάζοντας τη λύση που δίνεται από μία υπηρέτρια και μία ανυπεράσπιστη κόρη καταλήγει πως «τελικώς δεν υπάρχει απολύτως ταπεινωμένη, μηδενική ύπαρξη. Υπάρχει η εξέγερση και η αντίδραση του ταπεινωμένου και καταπιεσμένου. Οι γυναίκες (και η κόρη και η υπηρέτρια) κινούν τα πράγματα».
Έχει δηλώσει πως θα ήθελε να ανεβάσει ένα έργο του Τσέχοφ. «Πιστεύω ότι ο Τσέχοφ είναι ο δυσκολότερος απ’όλους. Πάντα πίστευα ότι για να κάνεις Τσέχοφ, πρέπει να έχεις φάει πολύ «ξύλο». Να έχεις δουλέψει πολύ. Ο Τσέχοφ είχε διαβάσει πολύ γαλλικό θέατρο, ήξερε τους κανόνες του καλοφτιαγμένου έργου και τους υπερέβη όλους. Έλεγε βέβαια πως τα έργα του είναι κωμωδίες και πως ο Στανισλάβσκι δεν τα κατάλαβε. Ο Στανισλάβσκι, βέβαια, επιχειρούσε το δικό του έργο. Επιχειρούσε τελικά το εγχείρημα δημιουργίας της σκηνοθεσίας στη νεωτερική της εκδοχή. Έδινε βάρος στην ψυχολογία η οποία εκείνη την εποχή ήταν, μαζί με την ψυχανάλυση που επερχόταν, το καινούριο κοσκινάκι. Όταν, όμως, ρώτησε ο Στανισλάβσκι τον Τσέχοφ «Τί είναι ο Τριγκόριν στο Γλάρο;», ο Τσέχοφ του απάντησε «Δεν ξέρω τι είναι, πάντως νομίζω ότι φοράει ένα καρό παντελόνι και έχει μια τρύπια κάλτσα». Όλοι λένε πως ο Στανισλάβσκι έμεινε! Εν προκειμένω σας απαντώ και στην ερώτηση για το ποια παράσταση του Τσέχοφ θα ανέβαζα. Τον «Γλάρο» θα ανέβαζα!» κατέληξε.