Γιάννης Βλάχος / Συστηματικό victim blaming από τον Κούγια
Ο Γιάννη Βλάχος, δικηγόρος πολιτικής αγωγής στη δίκη του πρώην διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Δημήτρη Λιγνάδη, μίλησε στο Κόκκινο και τη Μαρία Θανασούλια για τις δύο τελευταίες ακροαματικές διαδικασίες όπου κατέθετε ο μάρτυρας κατηγορίας Νίκος Σ.
«Η κατάθεση αυτή ήταν η πιο ολοκληρωμένη, ευθεία, ακριβόλογη και συναισθηματική κατάθεση μέχρι στιγμής. Ήταν συγκλονιστική και δικαιώνει το ένστικτο της δημοσιογράφου Ναταλί Χατζηαντωνίου, που διέβλεψε τη σοβαρότητα της καταγγελίας του, όταν για πρώτη φορά ο μάρτυρας ήρθε σε επαφή μαζί της και πήρε αυτή την περιβόητη συνέντευξη, η οποία αποτέλεσε και τη θρυαλλίδα προκειμένου να ξεκινήσει όλη αυτή η υπόθεση και να φτάσει στο ακροατήριο του Μεικτού Ορκωτού Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας αυτός συνεισέφερε στη διαδικασία μία προσωπική εμπειρία, πάρα πολύ χαρακτηριστική, ώστε να καταδειχθεί ο χαρακτήρας, η εγκληματική δράση, η μεθοδολογία που ακολουθούσε ο κατηγορούμενος, προκειμένου να προσεγγίσει ανήλικα ή νεαρά αγόρια. Ήταν μία κορυφαία στιγμή της πολύκροτης αυτής δίκης».
Σχετικά με την ανάρτηση στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης του Νίκου Σ. που παρουσίασε ο συνήγορος του Δημήτρη Λιγνάδη στο δικαστήριο, προσκομίζοντας στιγμιότυπο οθόνης τραβηγμένο πριν τη δημοσίευση της συνέντευξης του μάρτυρα στη Ναταλί Χατζηαντωνίου, ο κύριος Βλάχος σχολίασε πως αυτό σημαίνει «ότι ήδη από τις 28 Ιανουαρίου που ο μάρτυρας είχε αναρτήσει στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης την πρώτη καταγγελία του, χωρίς να ονοματίζει και να φωτογραφίζει άμεσα και απόλυτα, όπως έκανε αργότερα στη συνέντευξη, ο κατηγορούμενος ήξερε περί ποιου επρόκειτο.
Ότι ήδη από τότε γνώριζε πολύ καλά ποιος ήταν αυτός ο άνθρωπος και τί ο ίδιος του είχε προξενήσει. Η μεθόδευση να υπεισέλθει στα προσωπικά του δεδομένα, πριν τη συνέντευξη και πριν καν ακόμα γίνει γνωστό περί ποιου επρόκειτο, είναι για εμάς μία καταφανής ομολογία. Ο κατηγορούμενος φάνηκε ότι γνώριζε ήδη για τον άνθρωπο, για το όνομά του, για το περιεχόμενο της καταγγελίας του».
Όπως εξήγησε «Η υπεράσπιση, μην έχοντας άλλον τρόπο να προβάλλει έναν αντίλογο στις κατηγορίες, επιδίδεται συστηματικώς σε αυτό που λέμε victim blaming, δηλαδή στην προσβολή της προσωπικότητας των θυμάτων και των μαρτύρων, με βάση στοιχεία της προσωπικής τους ζωής, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τις καταγγελίες και με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κύριος Λιγνάδης. Αυτό γίνεται σε έναν βαθμό ο οποίος είναι απαράδεκτος και δικονομικά και κοινωνικά και ηθικά και ανθρώπινα. Αυτή τη φορά όμως, έπεσε παταγωδώς στο κενό».
«Το πιο σημαντικό είναι ότι συνεχίζεται η πρακτική αυτή και μάλιστα συνεχίζεται με μία απαράδεκτη δικονομικά ανοχή της διεύθυνσης της συζήτησης στο ακροατήριο, με ερωτήσεις παντελώς άσχετες, με ερωτήσεις που οδηγούν σε μία δευτερογενή θυματοποίηση και με ερωτήσεις που αναγκάζουν για δεύτερη και για τρίτη φορά τον μάρτυρα να εκθέτει όλες αυτές τις τραυματικές εμπειρίες, σε σημείο να μην αντέχει άλλο.
Νομίζω ήταν καταφανές πως η προσπάθεια αυτή της προσβολής της προσωπικότητας των μαρτύρων είναι μία απελπισμένη προσπάθεια που καταδεικνύει έλλειψη σοβαρών ισχυρισμών» πρόσθεσε.
«Η προστασία των θυμάτων και των μαρτύρων στις δίκες τέτοιου περιεχομένου είναι η κορυφαία στιγμή, όχι μόνο της δικαίωσής τους, αλλά και της αξίωσης την κοινωνίας να μπει ένα τέλος σε εγκληματικές δραστηριότητες οι οποίες ήταν για χρόνια γνωστές, αλλά οι οικονομικές, κοινωνικές και άλλου είδους δυνατότητες των θυτών αποθαρρύναν τα θύματα στο να έρθουν να καταθέσουν» κατέληξε.