Γιώργος Xουλιάρας / Δεν έχει αποδειχθεί η σύνδεση της οξείας ηπατίτιδας στα παιδιά με τον κόβιντ
«Η οξεία ηπατίτιδα που εμφανίζεται στην Ευρώπη κατά κύριο λόγο δεν είναι κάτι καινούργιο. Οι ιογενείς ηπατίτιδες υπήρχαν πάντοτε και θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Αυτό που είναι υπό διερεύνηση είναι ο αυξημένος αριθμός κρουσμάτων σε σχέση με εκείνα που εμφανίζονταν τα προηγούμενα χρόνια», είπε Στο Κόκκινο και στον Γιώργο Τραπεζιώτη, ο παιδίατρος Γιώργος Χουλιάρας.
«Μέχρι στιγμής έχουν εμφανισθεί περίπου 200 κρούσματα οξείας ηπατίτιδας, κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία. Ο συγκεκριμένος αριθμός είναι μεγαλύτερος από αυτόν τον οποίο βλέπαμε τα προηγούμενα χρόνια. Τα νούμερα σαν απόλυτα νούμερα δεν είναι υψηλά, είναι όμως περισσότερα από τα αναμενόμενα και γι’ αυτό το λόγο έχει αρχίσει να υπάρχει επιδημιολογική επιτήρηση και συλλογή των δεδομένων.
Δεν γνωρίζουμε ακριβώς το αίτιο. Το πιθανότερο είναι ότι λόγω της καραντίνας και των αποκλεισμών που υπήρξαν τα τελευταία δύο χρόνια, υπήρξε μία τροποποίηση στον τρόπο που έρχονται σε επαφή τα παιδιά με ιογενείς παράγοντες. Μέχρι στιγμής, δεν έχει αποδειχθεί η σύνδεση με τον κόβιντ. Γίνονται κάποιες υποθέσεις οι οποίες είναι εντελώς αβάσιμες σε αυτή τη φάση. Η πρόσφατη καταγραφή των περιστατικών από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ανέφερε ότι, από τα 170 κρούσματα που έχουν ανιχνευθεί μόνο στα 20 ανιχνεύτηκε και κόβιντ. Οπότε δεν υπάρχει καμία ισχυρή ένδειξη ότι συνδέονται με τον κόβιντ. Υπάρχει μία υποψία για μία ομάδα ιών που λέγονται αδενοϊοί καθώς έχουν ανιχνευτεί στα λιγότερα από τα μισά περιστατικά, αλλά και εκεί υπάρχει ερωτηματικό για το κατά πόσο έχει προκαλέσει ο συγκεκριμένος ιός αυτή την έξαρση. Όλα βρίσκονται στη φάση της διερεύνησης.
Θα πρέπει όλοι να εφαρμόζουμε τα κλασικά μέτρα υγιεινής στην καθημερινότητα, να πλένουμε τα χέρια μας πριν φάμε και να μην ερχόμαστε σε στενή επαφή με ανθρώπους που είναι άρρωστοι, πράγματα τα οποία κάνουμε έτσι κι αλλιώς λόγω κόβιντ. Επίσης πρέπει να παίρνουμε με επιφυλακτικότητα οποιαδήποτε πληροφορία σαν αυτές που δυστυχώς κυκλοφορούν με μεγάλη ευκολία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και να εμπιστευόμαστε την ιατρική κοινότητα».