Λένα Παπαγιαννοπούλου / Η Ελλάδα είναι εξαρτημένη από το ρωσο-ουκρανικό σιτάρι
«Η Ελλάδα, μαζί με την Ιταλία και την Ισπανία είναι απολύτως εξαρτημένες από τους σιτοβολώνες της Ρωσίας και της Ουκρανίας. Είναι λάθος να καθησυχάζουν τον κόσμο ότι δεν υπάρχει πρόβλημα με τα σιτηρά γιατί οι δύο χώρες μαζί δίνουν το 14% της συνολικής παραγωγής, ενώ καλύπτουν το 30% των παγκόσμιων εξαγωγών. Αυτό που επείγει είναι να δούμε τί αποθέματα υπάρχουν τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο», είπε Στο Κόκκινο και στον Νίκο Ξυδάκη, η αγροοικονομολόγος Λένα Παπαγιαννοπούλου.
Εφόσον συνεχιστεί ο πόλεμος, αναμένεται να σπαρθεί κατά 30 έως 70% λιγότερη έκταση γης. Αυτό σημαίνει ότι από το καλοκαίρι και μετά θα δημιουργηθεί ιδιαίτερο πρόβλημα στην επάρκεια σιτηρών και δημητριακών.
Η χώρα μας αναμένεται να αντιμετωπίσει ιδιαίτερο πρόβλημα κυρίως σε μαλακό σιτάρι, σε ζωοτροφές και σε καλαμπόκι. Κάθε χρόνο η Ελλάδα εισάγει 310.000 τόνους μαλακού σιταριού κυρίως απο Ρωσία και Ουκρανία.
Δυστυχώς, από τη στιγμή που μπήκαμε στην ΕΟΚ, οι υψηλές επιδοτήσεις για την καλλιέργεια βαμβακιού υποκατέστησαν τις καλλιέργειες σιτηρών. Το βαμβάκι είναι το πιο υψηλά επιδοτούμενο προϊόν και γι’ αυτό πολλοί παραγωγοί στράφηκαν στην παραγωγή του, με αποτέλεσμα αυτή τη στιγμή να καταλαμβάνει περίπου το 25% της συνολικής καλλιεργήσιμης έκτασης. Μάλιστα, αυτές οι εκτάσεις είναι κυρίως αρδευόμενες πεδινές και υψηλής παραγωγικότητας περιοχές.
Επίσης από τη δεκαετία του ’80, λόγω της μαζικής καλλιέργειας βαμβακιού, καλύφθηκαν όλες οι πεδινές εκτάσεις, με αποτέλεσμα σήμερα να μην έχουμε βοσκότοπους. Αυτό σημαίνει ότι τα ζώα συμπληρώνουν τη διατροφή τους, είτε τρέφονται εξ ολοκλήρου με βιομηχανοποιημένη ζωοτροφή.
Στην Ελλάδα το μεγάλο πρόβλημα που πάντα σαν χώρα είχαμε, είναι ότι τα αφήναμε όλα στον αυτόματο πιλότο της Κοινής Ευρωπαϊκής Πολιτικής, μη χαράσσοντας παράλληλα μία Εθνική Αγροτική Πολιτική, για το πού πάμε και το τι θα κάνουμε.
Από την πανδημία και μετά, παρουσιάστηκε ιδιαίτερο πρόβλημα με τα λιπάσματα. Αυτό το πρόβλημα επιδεινώνεται, καθώς από δω και πέρα θα έχουμε πρόβλημα και με τα τελικά προϊόντα. Οπότε θα πρέπει συνολικά να δουν οι χώρες τι θα κάνουν. Το επείγον είναι η καταγραφή αποθεμάτων τόσο σε επίπεδο χώρας όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να ξέρουμε πού βρισκόμαστε. Μετά βλέποντας και κάνοντας, καθώς όλα εξαρτώνται από τη διάρκεια του πολέμου».