Άννυ Παπαρρούσου / Το ρατσιστικό κίνητρο της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου αναδεικνύεται
Για το ρατσιστικό κίνητρο της δολοφονίας του Ζακ Κωστόπουλου που αναδεικνύεται από τις απολογίες του μεσίτη και του κοσμηματοπώλη, οι οποίοι παρουσίασαν τον ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου, το λιντζάρισμα του 33χρονου, είτε ως ανάγκη για την προστασία του κοινωνικού συνόλου, αν και ληστεία δεν υπήρξε ούτε κρατούσε μαχαίρι, είτε μίλησαν για ξώφαλτσες κλωτσιές και πόδια που απλά συνάντησαν το κεφάλι του αιμόφυρτου άνδρα, επισήμανε μεταξύ άλλων μιλώντας Στο Κόκκινο η Άννυ Παπαρρούσου, συνήγορος της οικογένειας του Ζαχαρία Κωστόπουλου.
Στον Γιάννη Ανδρουλιδάκη η κα Παπαρρούσου εξήγησε πως για τον Σπύρο Δημόπουλο – τον κοσμηματοπώλη που εντός του καταστήματός του στην οδό Γλάδστωνος ουσιαστικά δολοφονήθηκε ο Ζακ – ακούγοντας την απολογία του διαπιστώνεται πως «το κατάστημα ακόμα παραμένει στο πρώτο πλάνο, η ανθρώπινη ζωή δεν έχει σπουδαία αξία παρ’ ότι διαπιστώνει ότι δεν του έλειπε τίποτα από το εμπόρευμα. Σε ό,τι έχει σχέση με τη ψυχική του κατάσταση με την οποία προσπάθησε να εκθέσει στο δικαστήριο καταλάβαμε ότι νιώθει μια πολύ μεγάλη απογοήτευση η οποία κυρίως οφείλετε στο γεγονός ότι τον έχουν ξανακλέψει. Είχε γίνει ένα ριφιρί και του τα πήραν όλα. Τώρα για το ζήτημα της δικής τους παρέμβασης με τις κλωτσιές εδώ δεν έχουμε πολλές κουβέντες. Σαν να μην υπάρχουν κλωτσιές σαν να έχουν σβηστεί και αυτό είναι η πλήρης αναστροφή της πραγματικότητας».
Ο κοσμηματοπώλης χαρακτήρισε τις κλωτσιές ξώφαλτσες και ότι επανέρχεται στο αρχικό αφήγημα και πως θα ήθελε να μην έχουν γίνει αυτά, δεν θα ήθελε ο Ζακ να διακινδυνεύσει τη ζωή του και να κοπεί και να μείνει επί τόπου. Η απογοήτευση του, σύμφωνα με την κα Παπαρρούσου, οφείλεται κυρίως σε αυτά τα περιστατικά που έχουν σχέση με το κατάστημα, το μαγαζί του το οποίο δήλωσε ότι του το έχουν κάνει ροζ διάφοροι αλληλέγγυοι και του το έχουν μετατρέψει σε μνημείο τύπου Γρηγορόπουλου.
Στην απολογία του ρητά αναφέρει πως δεν υπάρχει ληστεία, άρα τελικά και άμυνα σε ληστεία, ένα επιχείρημα που ακούγεται από τους υπερασπιστές των δραστών και δημοσιογράφους εδώ και τρία χρόνια.
Το ρατσιστικό κίνητρο της δολοφονίας αναδεικνύεται πλέον σε όλα τα επίπεδα, επισήμανε η κα Παπαρρούσσου, καθώς από τη μια έχουμε την ξεκάθαρη παραδοχή ενός εκ των δραστών, του κοσμηματοπώλη, ότι ληστεία δεν υπήρξε, ενώ όταν τον ρώτησαν αν θα το ξανάκανε απάντησε «δεν ξέρω αν θα δρούσα διαφορετικά». Δηλαδή κάνει μια αναδρομή επανέρχεται σε αυτό και λέει πως ενδεχομένως πάλι να δρούσε με τον ίδιο τρόπο.
Όπως τόνισε η δικηγόρος, η στερεοτυπική προσέγγιση που έγινε στο θύμα ότι πχ ενδεχομένως να έχει πάρει ουσίες έγινε κυρίως γι’ αυτό που ήταν ο Ζακ Κωστόπουλος. Η εικόνα του «κινητοποιούσε χαρακτηριστικά στερεοτυπικά, τα είχαν και οι δύο κατηγορούμενοι αποθηκεύσει ως εχθρικά χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, και αυτό νομίζω ότι συνετέλεσε πάρα πολύ στην ευθεία επίθεση και στην οποία δεν μεσολάβησε καμιά σκέψη για μια άλλου τύπου αντιμετώπιση, που θα ήταν πάρα πολύ εφικτή».
Ο μεσίτης Θανάσης Χορταριάς που πρωταγωνιστεί στον ξυλοδαρμό του Ζακ Κωστόπουλου δήλωσε ότι γεγονός του θανάτου, του φρικτού λιντσαρίσματος, εργαλειοποιήθηκε από πολιτικά κόμματα. Από μόνο του το γεγονός δεν θα παρήγαγε ποινικά αποτελέσματα. Δηλαδή όλη η φασαρία έγινε επειδή αυτό εργαλειοποιήθηκε με μια σκοπιμότητα.
Μάλιστα κατά την απολογία του δηλώνει ότι είχε μια κοινωνική αποστολή και το έκανε για τους συνανθρώπους του, για την προστασία των συνανθρώπων του επειδή αισθάνεται μια κοινωνική ευθύνη.
Ουσιαστικά και για τον δεύτερο δράστη ο άνθρωπος Ζακ Κωστόπουλος είναι ένα πρόσωπο που δεν αντιστοιχεί σε ένα μέσο πολίτη, ο οποίος θα ενέπνεε σεβασμό.
Η κα Παπαρρούσου εξήγησε ότι από τις απολογίες των δύο αστυνομικών διαπιστώνεται ότι υπάρχει μεγάλη άρνηση να καταθέσουν ότι ο Ζακ ήταν σε κακή κατάσταση, αιμορραγούσε, άλλαζε το χρώμα του σιγά – σιγά. Αυτό δεν το είδαν.
Επικαλούνται τα δικά τους πρωτόκολλα που προκύπτουν από τα αστυνομικά εγχειρίδια και όχι βεβαίως από τη νομική βάση των ενεργειών τους από τα προεδρικά διατάγματα που δίνουν πολλές επιλογές στους αστυνομικούς να δράσουν και να αξιολογήσουν το επίπεδο κινδύνου, επισήμανε η κα Παπαρρούσου.