Live τώρα    
18.9°C Αθήνα
ΑΘΗΝΑ
Ελαφρές νεφώσεις
18.9 °C
17.2°C20.6°C
1 BF 60%
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Αίθριος καιρός
17.6 °C
16.1°C18.9°C
1 BF 57%
ΠΑΤΡΑ
Αίθριος καιρός
16.3 °C
11.1°C22.0°C
3 BF 53%
ΗΡΑΚΛΕΙΟ
Σποραδικές νεφώσεις
22.4 °C
21.7°C23.0°C
2 BF 64%
ΛΑΡΙΣΑ
Ελαφρές νεφώσεις
13.0 °C
13.0°C13.0°C
0 BF 93%
Η τραγωδία του νόμου: / Η τραγωδία του νόμου: Η εγελιανή ανάγνωση της Αντιγόνης
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η τραγωδία του νόμου: / Η τραγωδία του νόμου: Η εγελιανή ανάγνωση της Αντιγόνης

Το έκτο κεφάλαιο της Φαινομενολογίας του Πνεύματος αναφέρεται σ’ ό,τι ο Χέγκελ αποκαλεί ηθικότητα (Sittlichkeit), κόσμο του ήθους ή ηθική υπόσταση (Substanz) και αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στην ερμηνεία της Αντιγόνης. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στη σύγκρουση ανάμεσα στο νόμο του κράτους, το raison d’état, και της Αντιγόνης. Ο ανθρώπινος νόμος, τον οποίο εκπροσωπεί ο Κρέοντας, αντιτίθεται στον θεϊκό νόμο, που εκπροσωπεί η Αντιγόνη· η σύγκρουσή τους είναι τραγική και οδηγούνται στο χαμό. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, αυτή η τραγωδία περιγράφει δομικά αυτό που συμβαίνει ουσιωδώς στο περιεχόμενο της ελληνικής ιστορίας· δηλαδή, στο περιεχόμενο της ηθική υπόστασης το οποίο πραγματώνεται στη μορφή της ελληνικής πόλης-κράτους και της αναπόφευκτης καταστροφής της για δομικούς λόγους. Είναι η πρώτη φορά στο βιβλίο όπου η αφήγηση ενσωματώνει ένα άλλο έργο· ένα έργο τέχνης. Ο Χέγκελ σχολιάζει αναλυτικά την Αντιγόνη· στο βάθος πρόκειται για την τραγωδία του Σοφοκλή με τα σχόλια του φιλοσόφου.

Με τον όρο υπόσταση ο Χέγκελ ορίζει αυτό που στέκεται από μόνο του. Η ηθική υπόσταση είναι αυτό που ενώνει τα άτομα σε μια κοινότητα· η κοινή τους ουσία. Μ’ έναν τρόπο πρώτα υπάρχει η κοινότητα και μετά το άτομο· το Όλο προϋπάρχει των μερών του. Συνεπώς, το Όλο είναι η υπόσταση· το Όλο είναι αυτό που στηρίζει τον εαυτό του και τα μέρη αυτά που στηρίζονται από το Όλο. Από τη στιγμή που ο Χέγκελ μιλάει για την ηθική υπόσταση, αναφέρεται στην κοινότητα ως καταγωγή του ατόμου· είναι η σχέση, δηλαδή, του ατομικού με το καθολικό· ευτυχής στο μέτρο που ο νόμος, το καθολικό, εκφράζει αυτό που είναι το ίδιο το υποκείμενο. Δεν είναι νόμος που επιβάλλει, αλλά νόμος που περιγράφει· εκφράζει τα ήθη της κοινότητας. Επομένως τα άτομα ορίζονται σε σχέση μ’ αυτά τα ήθη· είναι ό,τι λένε τα ήθη κι έτσι δεν έρχονται σε σύγκρουση με τους νόμους. Αυτή η ευτυχισμένη κατάσταση παράγει δημοκρατίες που λειτουργούν, αφού τα άτομα εναρμονίζονται με την κοινότητα· θέτουν τις επιθυμίες τους στους σκοπούς της κοινότητας. Γι’ αυτόν τον λόγο θα μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι η ηθική υπόσταση αποτελούσε σταθερή κατάσταση που δεν θα χανόταν ποτέ. Όμως, η ηθική υπόσταση χάνεται επειδή υπάρχει διχασμός μεταξύ του ανθρώπινου και του θεϊκού νόμου. Ο Πολυνείκης είναι ο αδερφός τής Αντιγόνης και με βάση αυτή τη λειτουργία η Αντιγόνη τον θάβει (ως άτομο κι όχι ως εχθρό). Υπ’ αυτή την έννοια, το άτομο αντιτίθεται στο κράτος. Όμως, αυτή η αντίθεση δεν έχει νόημα στο εσωτερικό της ηθικής υπόστασης, αφού ο κόσμος του ήθους προϋποθέτει την ενότητα του ατομικού με το καθολικό.

Αν το υποκείμενο εναρμονίζεται με τον κοινό νόμο, πώς μπορεί να υπάρξει σύγκρουση μεταξύ του ατόμου και της κοινότητας; Δεν πρόκειται συνεπώς για τέτοιου τύπου σύγκρουση, αλλά για μιαν αντίθεση στο εσωτερικό του ίδιου του νόμου αν θέλουμε η αφήγηση του Χέγκελ να έχει κάποιο νόημα. Η συμβίωση του ατόμου και της κοινότητας σημαίνει πως η δεύτερη αναγνωρίζει το άτομο ως πολίτη. Όμως, αυτό δεν είναι αρκετό· πρέπει ταυτόχρονα να το αναγνωρίσει κι ως υποκείμενο. Πώς επιτυγχάνεται κάτι τέτοιο; Η απάντηση της Αντιγόνης είναι σαφής· μέσα από την ταφή. Το πρόβλημα που προκύπτει συνεπώς είναι να βρούμε αυτόν τον διχασμό στον ηθικό νόμο. Ο Χέγκελ μας δίνει μια ενδιαφέρουσα ένδειξη. Αυτός ο νόμος είναι κατά ένα μέρος ανθρώπινος και κατά το άλλο θεϊκός. Η θεϊκή καταγωγή του νόμου δείχνει καθαρά ότι δεν πρόκειται για το προσωπικό συμφέρον ενός ατόμου. Κατά συνέπεια, δεν πρόκειται για μια σύγκρουση μεταξύ του ατόμου και της κοινότητας, αλλά για μια σύγκρουση μεταξύ των θεών και της κοινότητας.

Ο Χέγκελ ονομάζει τον θεϊκό νόμο νόμο της νύχτας επειδή κρύβει την καταγωγή του· πρόκειται για έναν λησμονημένο νόμο, ο οποίος αναδύεται από τη λήθη, από τη νύχτα. Γιατί ο θεϊκός νόμος πηγάζει από το σκοτάδι, ενώ ο ανθρώπινος νόμος από τη μέρα; Ο ανθρώπινος νόμος είναι ένας τεθειμένος νόμος· υπάρχει σε κείμενο. Τα ήθη είναι παρόντα, συγκροτημένα· αλλά υπάρχει επίσης και μια θεσμοθέτηση κι ένας δημόσιος ορισμός τους. Ο θεϊκός νόμος είναι διαφορετικός. Γιατί αυτοί οι δύο νόμοι είναι μαζί; Αρχικά ο νόμος της ημέρας φαίνεται αρκετός· ορίζει τους κανόνες που ρυθμίζουν τη ζωή στην κοινότητα. Τότε, γιατί χρειαζόμαστε κι έναν θεϊκό νόμο; Γιατί να θάψουμε τον κακό αδερφό; Ο ανθρώπινος νόμος είναι το προϊόν της εργασίας μιας κοινότητας σε βάθος χρόνου, ενώ ο θεϊκός νόμος φαίνεται να υπάρχει χωρίς προφανή λόγο. Στο βάθος ένας νόμος δεν μπορεί να είναι σκοτεινός, οφείλει να είναι ξεκάθαρος. Όμως, ο Χέγκελ μιλάει για έναν σκοτεινό νόμο ο οποίος θα καταστρέψει την ηθική υπόσταση. Πρόκειται λοιπόν για μια αναγκαία δομική στιγμή.

Στο καθεστώς του ηθικού νόμου είδαμε ότι υπάρχουν δύο πλευρές· ο δοσμένος, ο αφομοιωμένος, ο ανοιχτός νόμος και ο νόμος του οποίου την καταγωγή αγνοούμε. Αυτές οι δύο όψεις θεμελιώνονται στο οντολογικό καθεστώς του ηθικού νόμου, τον οποίο πρέπει να σκεφτούμε με βάση μια προκαθορισμένη αρμονία. Πώς μπορούμε να καταλάβουμε το ατύχημα που παράγεται; Η κατάρρευση της ελληνικής ηθικής υπόστασης είναι ένα τυχαίο συμβάν· ένα αναπόφευκτα τυχαίο συμβάν. Από τη στιγμή που θα παραχθεί όλα τελείωσαν. Είναι λοιπόν ένα συμβάν με την πιο ισχυρή έννοια του όρου. Η λογική σχέση που συνδέει τις δύο όψεις του νόμου είναι η ακόλουθη: ο σκοτεινός νόμος είναι το Είναι του ανοιχτού νόμου. Υπ’ αυτή την έννοια, το Είναι ενός πράγματος είναι σκοτεινό. Ο λογικός τελεστής που συνδέει αυτή τη σχέση είναι προφανώς το ‘Είναι’· αυτό μας δείχνει ότι για τον Χέγκελ ο όρος ‘Είναι’ είναι ένας λογικός τελεστής κι αυτό είναι κάτι νέο στην ιστορία της φιλοσοφίας.

Η περίφημη τραγική σύλληψη της Ιστορίας από τον Χέγκελ είναι αυτή η κίνηση της κατάρρευσης (zugrundegehen). Αυτό που διαβάζουμε στη Φαινομενολογία είναι μια τραγωδία. Όμως, γιατί το Όλο είναι τραγικό; Από το γεγονός ότι καταρρέει· ότι είναι μια εσωτερική αντίφαση – κι αυτό κάνει το βιβλίο τόσο δύσκολο· επειδή κάθε φορά πρέπει να ψάχνουμε εκ νέου. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; Η απάντηση του Χέγκελ είναι να γράψει μια Λογική· όλα καταρρέουν επειδή όλα είναι λογικά και η Λογική στο σύνολό της θα περιγράψει όλο τον δομικό πλούτο των μορφών που καταρρέουν. Μια κατάρρευση είναι μια δομή η οποία χαρακτηρίζεται από την αρνητικότητα. Το αρνητικό συνεπώς δεν είναι ένα τίποτα, αλλά κάτι που υπάρχει και είναι δομικό στοιχείο του κόσμου μας. Κάναμε λοιπόν μια ενδιαφέρουσα ανακάλυψη· το τραγικό φέρνει ένα λογικά αναγκαίο αποτέλεσμα το οποίο έχει τη θέση τού Τέλους. Το αποτέλεσμα προηγείται της αιτίας, αλλά δεν παίρνει τη θέση μιας αυτόνομης πηγής. Από τη στιγμή που οι δομές αναλύονται με βάση τη λογική της κατάρρευσης, το αποτέλεσμα δεν είναι ένα Τέλος τεθειμένο από μια συνείδηση αλλά ένα λογικό Τέλος. Δεν είναι αρχή, με την έννοια της στοιχειώδους αρχής, καταγωγής ή ρίζας· η ιδέα της αρχής είναι μια φαντασίωση.

Ο νόμος της ημέρας είναι αυτός που οργανώνει την πολιτεία. Ο νόμος της νύχτας έχει ένα μόνο σημείο, πρέπει να θάβεις τους νεκρούς. Γιατί αυτό να είναι νόμος, γιατί η ταφή των νεκρών είναι το Είναι του νόμου; Από τη στιγμή που ονομάζουμε ένα υποκείμενο, αυτό σχετίζεται με το όνομά του· γίνεται σύστοιχο του ονόματος. Αυτό σημαίνει ότι η ατομικότητα με την καταφατική της έννοια συγκροτείται στην ονοματοθεσία· στο γεγονός ότι είναι το σύστοιχο ενός σημείου. Συνεπώς, το όνομα που ονομάζει το υποκείμενο· το όνομα που είναι στην ουσία του όνομα είναι το ταφικό μνημείο. Το υποκείμενο ορίζεται ως αυτό που θα πεθάνει και θα ταφεί και το οποίο θα είναι στον θάνατό του το σύστοιχο ενός σημείου. Το υποκείμενο μπορεί να συγκροτηθεί ως σύστοιχο του ονόματος από τη στιγμή που σχετίζεται με ένα καθολικό· δηλαδή με ένα σημαίνον. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η δομή του σημείου, ακόμα και του ίδιου του ονόματος, είναι να μην είναι αυτό που σημαίνει κι έτσι τελικά να μπορεί να χρησιμοποιηθεί περισσότερες φορές, σε περισσότερα πράγματα· επειδή υπάρχει απόσταση μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου. Χάρη στην καθολικότητα του σημείου το όνομα μπορεί να ονομάσει το άτομο.

Είπαμε ότι το ταφικό μνημείο συγκροτεί το υποκείμενο και ότι ο νόμος που το επιβάλλει ανήκει στο Είναι· το Είναι του νόμου επιβάλλει τη συγκρότηση του υποκειμένου μέσα από τη χρήση του συμβόλου. Γιατί λοιπόν ο νυχτερινός νόμος είναι θεϊκός; Επειδή είναι· επειδή ανήκει στο Είναι. Ένας νόμος είναι κάτι το καθολικό, το αξιωματικό· όμως, από πού αντλεί την αυθεντία του; Ποια είναι η αυθεντία που μιλάει στον νόμο; Είναι ένα υποκείμενο που μιλάει, το οποίο είναι μια θεϊκή αυθεντία. Τί ορίζει την ουσία τού θεϊκού; Δεν ρωτάμε αν υπάρχει Θεός ή όχι αλλά ποια είναι η θέση ενός λόγου στο σύνολο της δομής που συγκροτεί την ηθική υπόσταση. Η θέση του θεϊκού είναι αυτή σε σχέση με την οποία δεν μπορώ να είμαι απέναντι. Η θέση του νόμου ορίζει τη θεϊκή ουσία του.1 Ο λόγος που λέει ότι το Είναι του νόμου είναι ο νυχτερινός νόμος είναι ο θείος λόγος, επειδή μιλάει από αυτήν τη θέση χωρίς απάντηση. Όταν κάτι είναι θεϊκό δεν είναι προς συζήτηση, είναι αποδεκτό. Τί είναι κρυμμένο λοιπόν σ’ αυτόν τον νόμο; Χωρίς αμφιβολία, η πηγή της αποδοχής του. Ο νυχτερινός νόμος σημαίνει ότι υπάρχει κάτι δομικά απροσπέλαστο.

Το Είναι του νόμου είναι η αμεσότητα του νόμου· το γεγονός ότι είναι εδώ. Με ποιον τρόπο το Είναι θεμελιώνει τη σκοτεινότητα, τη θεϊκή ουσία του νόμου; Μήπως αυτό σημαίνει ότι το Είναι είναι σκοτεινό; Η απάντηση είναι καταφατική επειδή όταν ονομάζουμε το Είναι μετατοπιζόμαστε, δεν είμαστε πλέον σ’ αυτό. Αντίστροφα, όταν ονομάζουμε αυτό που απαντάει είναι το Είναι. Αυτό δεν σημαίνει ότι αρκεί να ονομάσουμε κάτι για να είναι, αλλά σημαίνει ότι στο μέτρο που ονομάζουμε κάτι αυτό εμφανίζεται αρχικά στη μορφή τού Είναι· δηλαδή άμεσα. Πρέπει να παρατηρήσουμε αμέσως ότι αυτή η αμεσότητα είναι βέβαια το αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης του ονόματος. Το πρώτο σύστοιχο του ονόματος γενικά είναι βεβαίως το Είναι. Παρ’ όλα αυτά, αφού απαντάει άμεσα, δεν μπορούμε να πούμε τί είναι, άρα είναι σκοτεινό. Είναι σκοτεινό επειδή είναι άμεσο. Ό,τι φωτίζεται πρέπει να διαμεσολαβείται από κάτι άλλο. Βλέπουμε λοιπόν γιατί το Είναι παίζει τον ρόλο του λογικού τελεστή.

Από πού προκύπτει λοιπόν η αντίφαση στην καρδιά του νόμου; Γιατί δηλαδή ο νόμος και το Είναι του νόμου βρίσκονται σε αντίφαση; Ίσως πολύ απλά επειδή η ίδια η ιδέα του νόμου αντιτίθεται στο Είναι. Ένας νόμος είναι κάτι το ορισμένο, κάτι που πρέπει να τεθεί. Προκύπτει από τη μακρά εργασία της κοινότητας· είναι η μορφή της διαμεσολάβησης και πρέπει να τεθεί. Αν η ηθική υπόσταση είναι ένα Τέλος επειδή είναι διαμεσολαβημένη, τότε ο νόμος είναι το παράδειγμα μιας τέτοιας οντότητας· είναι ο διαμεσολαβητής της υποκειμενικότητας του υποκειμένου. Το Είναι του νόμου αντιφάσκει στον νόμο επειδή είναι το ίδιο αντίφαση. Αυτή η αντίφαση ξεσπά στην ελληνική πολιτεία από ένα τυχαίο γεγονός· είναι τυχαίο αλλά έχει τη μορφή τού πεπρωμένου επειδή δεν υπάρχει διαφυγή.

Η ολότητα της ηθικής υπόστασης είναι το Είναι της κι αυτό το Είναι εκδηλώνεται στο εσωτερικό της. Αν η ηθική υπόσταση εκδηλώνεται, αυτό γίνεται μέσα από μια δομική άγνοια. Οι όροι που βρίσκονται στο εσωτερικό της ηθικής υπόστασης δεν γνωρίζουν το Είναι της· το αγνοούν εξ ορισμού. Το Είναι που αγνοούν είναι το πραγματικό. Θα μπορούσαμε να πούμε πως το αγνοημένο πραγματικό είναι το θείο. Το Είναι της ηθικής υπόστασης ως τέτοιο είναι το πραγματικό, το οποίο εκδηλώνεται μέσα από μια δομική άγνοια. Αναπτύξαμε μια δομή, στην οποία όλοι οι όροι είναι ενταγμένοι σ’ αυτήν και λειτουργούν αμφίδρομα· το κράτος αναπαράγει το άτομο και το άτομο το κράτος. Υπ’ αυτή την έννοια, είναι μια πλήρης δομή – κι αυτό νομιμοποιεί το καθεστώς ότι είναι Τέλος· δομικός δηλαδή στόχος. Είναι η λογική του Απολύτου και το Απόλυτο έχει ένα οντολογικό καθεστώς· αυτή είναι η εγελιανή ανακάλυψη. Η ηθική υπόσταση καταρρέει αλλά η κατάσταση που προέκυψε δεν θα εγκαταλειφθεί πλέον. Όμως, η απολυτότητα της ηθικής υπόστασης εμφανίζεται στο εσωτερικό της ως η επιστροφή του πραγματικού. Αυτό που επιστρέφει δεν είναι η πραγματικότητα με την τρέχουσα σημασίας της αλλά οι θεοί. Συνεπώς, η επιστροφή των θεών, ως επιστροφή του πραγματικού, είναι η θρησκεία. Η φύση αυτής της επιστροφής παραγνωρίζεται από την ηθική υπόσταση και βιώνεται ως πεπρωμένο. Κατά κάποιο τρόπο ορίσαμε την ουσία της θρησκείας κατά τον Χέγκελ και είδαμε ότι στον αρχαίο κόσμο η θρησκεία είναι κατώτερη από την ουσία της επειδή είναι το πνεύμα της γης· αυτό το μυστήριο πνεύμα ονομάζει το πραγματικό· η θρησκεία των αρχαίων είναι η θρησκεία της γης ή της κόλασης.

Μένει να δούμε για ποιο λόγο ο Χέγκελ χρησιμοποιεί ένα θεατρικό έργο, ένα έργο τέχνης, για να μιλήσει για όλα αυτά. Το ερώτημα είναι συνεπώς τί είδους λόγο αρθρώνει ένα έργο τέχνης. Είμαστε στο Απόλυτο και τον λόγο παίρνει ένα έργο τέχνης· το έργο τέχνης είναι ένας λόγος που μιλάει για το Όλο. Είδαμε ότι πρέπει να υπάρχει μια δομική άγνοια. Ο Σοφοκλής μετέχει της ηθικής υπόστασης. Αν και παρουσιάζει ένα έργο που την αναδεικνύει, ο ίδιος το δανείζεται από τον μύθο· προϋπάρχει ως μύθος κι αυτή η γνώση είναι συμβατή με τη δομική άγνοια. Είναι επίσης ποιητικός λόγος· δηλαδή μια γνώση στην οποία βρισκόμαστε εντός. Δεν είμαστε εμείς που σκεφτόμαστε τη γνώση, αλλά είναι αυτή που μας σκέφτεται· αυτό σημαίνει βρίσκομαι εντός της. Είμαστε περίσταση (Moment) αυτής της γνώσης επειδή είμαστε ηθοποιοί. Όμως, την ίδια στιγμή αυτή η γνώση σκηνοθετείται μέσα από εμάς· είναι ένας λόγος που δεν τον κατέχει κανένας· ούτε κι ο συγγραφέας του. Αυτός που μιλάει εδώ είναι η γλώσσα. Η ερώτηση είναι λοιπόν, γιατί αυτός ο λόγος εμφανίζεται στο εσωτερικό της ηθικής υπόστασης; Επειδή είναι ένα φαινόμενο της θρησκείας με την έννοια που της δώσαμε παραπάνω. Η εγελιανή συμβολή στη Φιλοσοφία συνίσταται στην ανάδειξη του γεγονότος πως το πραγματικό είναι η σημασία· ιδίως όταν γίνεται ολότητα, Τέλος με λογική έννοια.

1 Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι η εγελιανή μέθοδος δεν λέει κάτι θετικό για την αιτία ή για τη θεμελίωση της πραγματικότητας, μιλάει μόνο για τη θέση που καταλαμβάνει μια έννοια στο πεδίο του λόγου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL